Louise Michel: οδοφράγματα από μελάνι, γράφει η Μαρίνα Θεοδώρου

By  |  0 Comments

«Θέλω να ταξιδέψω στο άπειρο σε μια θάλασσα δίχως ακτή» [1]

 

 

Το κείμενο αυτό, επιδιώκοντας να υπενθυμίσει τη δράση της λογοτεχνίας σε μία πολυσημαίνουσα ιστορική περίοδο, αφορμάται από ένα ερώτημα διαχρονικό και εξίσου σύνθετο: τι είναι η λογοτεχνία; Σε μία αναζήτηση του κατά την αριστοτελική έννοια τελεολογικού χαρακτήρα που η λογοτεχνία, όπως και κάθε άλλη ανθρώπινη πράξη, de facto διαθέτει, το παραπάνω ερώτημα βρίσκεται συνυφασμένο με το ομώνυμο δοκίμιο του Jean-Paul Sartre (1948). Ο τελευταίος απευθυνόμενος σε όλους τους συγγραφείς δηλώνει πως η λογοτεχνία ρίχνει τον γράφοντα στη μάχη. Μέσω αυτής με τον έναν ή τον άλλον τρόπο διεκδικείται η ελευθερία. Δεν στρατεύει ο  γράφων τη λογοτεχνία, αλλά στρατεύεται μέσω αυτής. Βέβαια, η συνειδητότητα ή μη της παραπάνω συνθήκης έχει σημαντικό αντίκτυπο από άποψη ηθικής ποιότητας και πολιτικής αξίας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η έννοια της στρατευμένης τέχνης δεν εξετάζεται με αφαιρετικούς όρους αλλά τοποθετείται ιστορικά και πλαισιώνεται από συγκεκριμένες αναφορές. Επιλέγεται η περίοδος της Παρισινής Κομμούνας και η δράση της Louise Michel ως βαθιά αναρχικής προσωπικότητας. Η ίδια δεν έγραψε μόνο για λόγους «άμυνας». Δεν έγραψε μόνο για να υπερασπιστεί τις προσωπικές της θέσεις και τα συλλογικά διακυβεύματα των αγώνων. Ενσαρκώνει την περίπτωση κατά την οποία η γραφή λειτουργεί πρωτίστως ως δράση και όχι ως αντί-δραση, ως πρωτοβουλία και όχι ως αντανακλαστικό. Έτσι, με δεδομένο τον πολιτικό προσανατολισμό των λογοτεχνικών της επιλογών, γίνεται σαφές πως οι τελευταίες επιστρατεύθηκαν και ως μορφή επίθεσης, στηλίτευσης, κινητοποίησης και καταγραφής.

Το 1856 εγκαθίσταται για πρώτη φορά στο Παρίσι εργαζόμενη ως παιδαγωγός και αγωνιζόμενη υπέρ φεμινιστικών και δημοκρατικών αιτημάτων. Σύντομα όμως έρχεται αντιμέτωπη με το ρεφορμιστικό χαρακτήρα των επί μέρους αγώνων και τη συνειδητοποίηση της πολύμορφης και εκτεταμένης σήψης των εδραιωμένων μηχανισμών του δεσπόζοντος συστήματος. Η ανάγκη εκ νέου οικοδόμησης ολόκληρου του κοινωνικοπολιτικού συγκροτήματος, που μετατρέπεται σε συγκεκριμένο αγώνα με μορφή και περιεχόμενο κατά την Παρισινή Κομμούνα, αποτυπώνεται στη σκέψη και έκφραση της Louise Michel. Η ίδια, έχοντας φυλακιστεί για αρκετούς μήνες, διατηρεί αλληλογραφία με τον Victor Hugo από τα γραπτά του οποίου εμπνέεται τασσόμενη στο πλευρό των «αθλίων» του αστικού πολιτισμού. Υπογράφει, μάλιστα, ορισμένα από τα δοκίμιά της ως Enzolras (επαναστατική φιγούρα στους Άθλιους του Hugo) καθιστώντας σαφή τον προσανατολισμό της γραφής της.

Συγγραφέας, ποιήτρια, δραματουργός και μεταφράστρια αναδεικνύει τη συνάρτηση μεταξύ καλλιτεχνικής δημιουργίας και πολιτικής πράξης, μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Η λυρικότητα των ποιημάτων της ενισχύεται σημαντικά από τη μεταφορική παρουσία της Κοινωνικής Επανάστασης και από τη σταθερή φιγούρα ενός Ελεύθερου Λαού.

Μέσα από τα τρία της μυθιστορήματα, Les Microbes humains, Le monde nouveau et Le Claque-dents προμηνύεται η κατάρρευση του γηρασμένου κόσμου και η έλευση μίας νέας εποχής. Πρόκειται για μυθιστορήματα που θέτουν υπό αμφισβήτηση τις ιεραρχικές δομές όπως το κράτος, η εκκλησία και ο στρατός, το δίπολο εξουσιάζειν-εξουσιάζεσθαι και τις αποικιοκρατικές επιδιώξεις. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ο ρόλος της λογοτεχνικής γραφής στη διασφάλιση της ιστορικής ακρίβειας των γεγονότων· ποιητικές και μυθιστορηματικές συνθέσεις λειτούργησαν ως αντίδοτα στην καθεστωτική προπαγάνδα, που αποδυνάμωνε τις συνέπειες των γεγονότων είτε αποσιωπώντας τα τελείως είτε αλλοιώνοντάς τα στη συλλογική μνήμη μέσω ευφημισμών και άλλων (γλωσσικών και μη) μηχανισμών. Έτσι, η λογοτεχνία επέτρεπε τους κομμουνάριους να διεκδικήσουν –μεταξύ άλλων– και τη θέση τους στον κανόνα της ιστορίας.

Τέλος, είναι σημαντικό να σχολιαστεί πως οι παραπάνω αναφορές στο έργο της Louise Michel δεν επιθυμούν να συμβάλλουν στην ηρωοποίηση του προσώπου της ούτε στη συμβολοποίησή του. Άλλωστε, η ίδια η πολιτική της τοποθέτηση στρέφεται ενάντια σε τέτοιου είδους ιεραρχήσεις ή κατηγοριοποιήσεις. Για την ίδια, η Παρισινή Κομμούνα δεν ήταν ημέρα γιορτής αλλά λαϊκής εξέγερσης με τη λογοτεχνία ως βασική συνιστώσα της. Οδοφράγματα δεν στήθηκαν μόνο από ξύλα και σίδερα αλλά και από μελάνι. Τα δε τελευταία δεν θα χαθούν ποτέ.

[1] Η φράση είναι παρμένη από την αλληλογραφία της Louise Michel (Je vous écris de ma nuit. Corréspondance génerale (1850-1904), Éditions de Paris, 1999).

23,034 total views, 27 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο του JO NESBO «TO ΑΣΤΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ» [ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ pocket ]

Οι τυχεροί είναι:  Αναστασία Κοβούσογλου, Αθανάσιος Δημητρίου,  και Σοφία Μαργατινα. Ευχαριστούμε θερμά όλους όσοι συμμετείχαν.     Το Literature.gr σε...

Close