Το ματωμένο σύμπαν του Μίλτου Σαχτούρη, [Ανθολόγηση], γράφει ο Τζώρτζης Πάνος

By  |  0 Comments

Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε, στην Αθήνα, τον Ιούλιο του 1919. Ήταν γιος του δικαστικού Δημητρίου Σαχτούρη και της Αγγελικής Παπαδήμα. Καταγόταν από την Υδραίικη οικογένεια των Σαχτούρηδων και ήταν εγγονός του αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού, Μιλτιάδη Σαχτούρη.

Από μικρός, ο Μίλτος Σαχτούρης, έδειξε την κλίση του προς τα λογοτεχνικά πράγματα. Αργότερα, αν και φοιτητής της νομικής, έδειχνε να τον ενδιαφέρει πολύ η ποίηση. Έτσι, αναγκάστηκε να αφήσει τις σπουδές του (1944), για χάρη της ποιήσεως. Πρώτη του συλλογή ήταν «Η Λησμονημένη» (1945), αν εξαιρέσουμε την αποκηρυγμένη  συλλογή  «Η Μουσική των νησιών μου» (1941). Είχε προηγηθεί βέβαια, η γνωριμία του με τους Ελύτη και Εγγονόπουλο, οι οποίοι, με τον τρόπο τους τον παρότρυναν και τον βοήθησαν στην ποιητική του σταδιοδρομία. Έπειτα, ακολούθησαν οι συλλογές «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), ως την τελευταία του συλλογή «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998).

Όσον αφορά την ποίησή του, ο Σαχτούρης, ξεκίνησε να γράφει μέσα σε ένα περιβάλλον δύσκολο, εχθρικό και αντιπνευματικό, όπως αυτό της Κατοχής. Έτσι, μοιραία, η γραφή του έχει επηρεαστεί από την σκληρότητα και την ωμότητα του πολέμου.

Ορισμένα στοιχεία που μπορεί να διακρίνει κάποιος, είναι η κατάργηση των φυσικών ορίων, της λογικής (χαρακτηρίστηκε και ως ποιητής του παραλόγου), και μια προσπάθεια εξορκισμού της μεταφυσικής του θανάτου, στην ποίησή του. Αυτό μας δίνεται μέσα από την εικονοποιία του, η οποία είναι γεμάτη από παραμορφωμένους χαρακτήρες, περίεργα ονειρώδη πλάσματα και άλλες φρικώδεις καταστάσεις. Επίσης, παρόλο που στην ποίησή του υπάρχει η τόλμη του υπερρεαλισμού  (Εγγονόπουλος κυρίως), δεν θα τον χαρακτηρίζαμε υπερρεαλιστή ποιητή. Δε ανιχνεύονται τέτοια στοιχεία στο έργο του. Περισσότερο, θα του ταίριαζε ο τίτλος εξπρεσιονιστής ποιητής, λόγω των έντονων χρωματικών εικόνων και των αλλοιωμένων μορφών στα ποιήματά του. Επιπλέον, έχει επηρεαστεί από το δημοτικό τραγούδι (έχει τον τρόπο, και μορφικά και στιχουργικά), από τη θρησκεία (με πρόσωπα και γεγονότα από την ιστορία της θρησκείας, περασμένα βέβαια από το ειδικό ποιητικό του φίλτρο) και από λαϊκούς μύθους.

Είναι λοιπόν, ο Μίλτος Σαχτούρης, ένας ποιητής πολύπλευρος. Από τη μια, έχουμε, τα οδυνηρά βιώματα του πολέμου που αποτυπώνονται με σύμβολα και εικόνες. Επίσης, η αγάπη για το δημοτικό τραγούδι, τους λαϊκούς μύθους και το μυστήριο της θρησκείας και τέλος, μια ύστατη υπαρξιακή κραυγή που βγαίνει από όλα αυτά, αναζητώντας μια λύτρωση. Μια λύτρωση – ολοκλήρωση, που ο ίδιος δεν βρήκε στον έρωτα και εν γένει στη ζωή, αλλά αναζήτησε εν μέσω του δύσβατου και μοναχικού δρόμου της ποίησής του, θυσιάζοντας ουσιαστικά και τον εαυτό του.

Σημείωση: Η ανθολόγηση που ακολουθεί, παρά την όποια υποκειμενικότητα που την διέπει, λαμβάνει υπόψιν πολλά περισσότερα (όπως προτίμηση ποιημάτων από τον ίδιο τον ποιητή), έτσι είναι κατά το δυνατόν αρκετά αντιπροσωπευτική. 

 

Ανθολόγηση

 

 

Η νύχτα της λησμονημένης

 

Αυτός ο άντρας

με τα δύσκολα λόγια

μέσα στη νύχτα

δίχως τη φωνή του

έρχεται σε φωνάζει

κόβεις το ένα χέρι σου

λησμονημένη

έρχεται σε φωνάζει

κόβεις το ένα στήθος σου

λησμονημένη

έρχεται σε φωνάζει

δεν έχεις πια μάτια

λησμονημένη

έρχεται σε φωνάζει

πηγαίνεις

λησμονημένη

ψηλαφητά

μες στα μαύρα πηγάδια

ούτε το φιλί σου

να κάψεις

ούτε στο πηγάδι

να πέσεις

ούτε το αίμα σου

να συνάξεις

όταν θα σκύβει

βαρύς επάνω σου

να πάρεις ένα

δάχτυλό του

να κάνεις δική σου

τη νύχτα

να ξημερώσεις

πάλι ολάκερη

πάλι ωραία

τη χαραυγή

 

 

 

Λάζαρος

 

«Είν’ όλα νέα σήμερον

έτος δωρήματα ελπίδες

και μόνον την καρδίαν μου

αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

 

Βροχή μες στις στοές βροχή

χαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνητα

με παγωμένα πόδια

γιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός

φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

 

Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου

 

Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε

σου κάνουν δώρο έναν τόπο μακρινό

ένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνες

ένα λιβάδι τρομερό

σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε

Λάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέ

Λάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξης

γίνε σκουλαρίκι γίνε σίφουνας

αγάπησε τη ζωή

 

«Είν’ όλα νέα σήμερον»

γιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός

φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

«και μόνον την καρδίαν μου

αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

 

 

 

Δεν είναι ο Οιδίποδας

 

Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια

τεράστιες αίθουσες δωρικές κολόνες

τα πεινασμένα τα φαντάσματα

καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές

να κλαίνε

τα δώματα με τα νεκρά πουλιά

ο Αίγιστος το δίχτυ ο Κώστας

ο Κώστας ο ψαράς ο πονεμένος

ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα

που ανεμίζουνε

νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα

και μπαίνουν μέσα

ο Κώστας σκοτωμένος

ο Ορέστης σκοτωμένος

ο Αλέξης σκοτωμένος

σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα

και μπαίνουν μέσα

ο Κώστας ο Ορέστης ο Αλέξης

άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι

με φώτα με σημαίες με δέντρα

φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει κάτω

φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει από τον ουρανό

τ’ άλογα τα’ Αχιλλέα πετούν στον ουρανό

βολίδες συνοδεύουνε το πέταμα τους

ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο

και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι

γεμάτο οινόπνευμα

τότε νυχτώνει η σιωπή στους δρόμους

και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του

παιδιά τον ακλουθάνε στις μύτες των ποδιών

δεν είναι ο Οιδίποδας

είναι ο Ηλίας της λαχαναγοράς

παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα

είναι ο νεκρός Ηλίας της λαχαναγοράς

 

 

 

Του θηρίου

 

Μη φεύγεις θηρίο

θηρίο με τα σιδερένια δόντια

θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι

θα σου δώσω ένα λαγήνι

θα σου δώσω κι ένα κοντάρι

θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις

 

Θα σε φέρω σ’ άλλα λιμάνια

να δεις τα βαπόρια πώς τρώνε

τις άγκυρες

πώς σπάζουν στα δυο τα κατάρτια

κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες

 

Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι

να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ

θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι

και το σκύλο ουρανό

που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι

 

Θα σου βρω πάλι τους ίδιους

στρατιώτες

αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια

με την τρύπα πάνω απ’ το μάτι

κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις

πόρτες

 

με κομμένο το χέρι

 

Θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο

 

Μη φεύγεις θηρίο

θηρίο με τα σιδερένια δόντια

 

 

 

Η αποκριά

 

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους

όπου δεν ανάπνεε κανείς

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει

έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

μια γυναίκα γονατισμένη

ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

 

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο

εν-δυο με παγωμένα δόντια

 

Το βράδυ βρήκε το φεγγάρι

αποκριάτικο

γεμάτο μίσος

το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα

μαχαιρωμένο

 

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά

 

 

 

Το ταξίδι

 

Σταθείτε! φώναξε ο φωτογράφος

όμως το πλοίο είχε πια τώρα ξεκινήσει

ένα μεγάλο άσπρο πλοίο γεμάτο άρρωστα πουλιά

κι ο πτηνοτρόφος σε μια ταράτσα με κιάλι τα κοιτούσε

να φεύγουνε μαζί με τα μεγάλα σύννεφα που φεύγανε κι αυτά

 

Αν μπαίναμε στο αντικρινό ξενοδοχείο θα μας βλέπαν

θα λέγαν: Μπήκαν στο ξενοδοχείο «Η Ελπίς»

 

«Φεύγετε για ταξίδι;» ρώτησε ο συνταγματάρχης

«Όχι» απάντησα «Είμαι γιατρός

μόλις εξέτασα τ’ άρρωστα αυτά πουλιά που φύγαν

νά, ένα που μου ξέφυγε κιόλας!»

Είχε περάσει στο απέναντι μαγαζί

 

«Είναι τα τελευταία πράγματα που ψωνίζω

μ’ ελληνικά χρήματα» είπε το άρρωστο πουλί

Έπειτα άνοιξε τα φτερά του και πέταξε στον ουρανό

 

 

 

Τ’ αδέρφια μου

 

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον

κόσμο

είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα

στον ουρανό

 

και νά ο μεγαλύτερος

με μια ανοιξιάτικη μαύρη γραβάτα

που χάθηκε μέσα σε σπηλιές θεόστραβες

καθώς κυλούσε παίζοντας

πάνω σε ανεμώνες κόκκινες

γλίστρησε

μες στου θηρίου τ’ άγριου τα ματωμένο στόμα

 

ύστερα ο άλλος μου αδερφός που κάηκε

πουλούσε κίτρινα βεγγαλικά

πουλούσε κι άναβε κίτρινα βεγγαλικά

-Όταν ανάβουμε –έλεγε- φωτιά

θα διώξουμε από τους κήπους τα φαντάσματα

θα πάψουν να μολύνουν τους κήπους τα φαντάσματα

-Όταν ανάβουμε –έλεγε- κίτρινα βεγγαλικά

μια μέρα θ’ ανάψει ο ουρανός γαλάζιος

κι ύστερα ο τρίτος και ο πιο μικρός

που έλεγε πως είναι νυχτερίδα

γι’ αυτό αγαπούσε τα φεγγάρια

και τα φεγγάρια μια νύχτα τον εζώσανε

κόλλησαν γύρω γύρω και τον έκλεισαν

κόλλησαν γύρω γύρω και τον έπνιξαν

τον έλιωσαν γύρω γύρω τα φεγγάρια

 

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον

κόσμο

είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα

στον ουρανό

 

 

 

Ξένε

 

Ξένε

με το μαύρο κοστούμι σου

που χτυπάς την πόρτα μου

και μου δείχνεις τ’ άσπρα αυτά πιάτα

πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου;

πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;

έχεις έν’ άστρο κόκκινο μες στο κεφάλι σου

και ψευδίζεις

θέλεις τα χρήματα

τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χάθηκαν

τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χάθηκαν

ικετεύεις

φύγε

φύγε ξένε

μες στην καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλί

αν τ’ αφήσω να βγει

τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν

 

 

Η ιστορία ενός παιδιού

 

Χρόνια

ο ουρανός

ήτανε ένα δύσκολο χαρτί

κρυμμένο

μες στην τσέπη μου

και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα

αίμα

γιατί βροχή

πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό

τσακίζοντας

κρέατα

και κόκαλα

 

Έτσι

σαν ήρθε η Ανάσταση

ντυμένος μαύρα

μ’ ένα κόκκινο κερί

βγήκα

τρελός

στους δρόμους

 

ήμουνα ένα κίτρινο

πουλί

σαν κι αυτά που ζωγράφιζε

ο Modigliani

ποτέ μου

ποτέ μου

δεν είχα γεννηθεί

 

 

 

Πεντάγραμμο

 

Ζωγραφισμένα στόματα

μπήκε η φωτιά

ο καπνός

σας έσπασε τα δόντια

 

ένα κορίτσι

έκαψε το φουστάνι του

γιατί πάγωσε

λέει: «Αγαπώ τα παγωμένα φορέματα

και σας κρατώ μόνο ένα λουλούδι

ευχαριστώ»

 

ένας ζητιάνος

λέει: «Το ξέρετε;

ένας πατέρας έγινε

περίστροφο

εγώ όμως

έχω ένα μεγάλο δωμάτιο

με κόκκινες κουρτίνες

φύγετε!

δεν είστε άνθρωποι

είστε φεγγάρια

δε θέλω να σας ξαναδώ!»

 

ένας άνθρωπος

ψάχνει

τους δρόμους

μαζεύει κομματάκια

από χαρτί

πακέτα από τσιγάρα

χαμογελάει

λέει: «Είμαι δολοφόνος

τί νομίζετε»

 

κι εγώ

με την καρδιά βαριά

μαζί μ’ αυτούς

σε δύσκολους καιρούς

μηδενισμένος

ξεσπάω σ’ έναν άσπρο

θάνατο

 

με αίμα

 

 

 

Το πρωί και το βράδυ

 

Το πρωί

βλέπεις το θάνατο

να κοιτάζει απ’ το παράθυρο

τον κήπο

το σκληρό πουλί

και την ήσυχη γάτα

πάνω στο κλαδί

 

έξω στο δρόμο

περνάει

τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα

ο υποθετικός σοφέρ

ο άνθρωπος με τη σκούπα

τα χρυσά δόντια

γελάει

και το βράδυ

στον κινηματογράφο

βλέπεις

ό,τι δεν είδες το πρωί

το χαρούμενο κηπουρό

το αληθινό αυτοκίνητο

τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι

 

ότι δεν αγαπάει το θάνατο

ο κινηματογράφος

 

 

 

Επεισόδιο

 

Με το μπαμπάκι του θανάτου

Αχόρταγο

 

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα

στο φεγγάρι

 

Ένα παιδί πεθαίνει

 

Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια

μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι

 

Έν’ άλλο παιδί

ρίχνει μια πέτρα

και σπάζει το φεγγάρι

 

 

 

Βενιαμίν

 

Σαν ξύπνησε ο Βενιαμίν και άκουσε

τα πουλιά να κελαηδούνε

-Κι εμείς είχαμε –είπε- ένα πουλί σ’ ένα κλουβί

ας πάμε τώρα να δούμε τί να έχει γίνει.

Πήγε και το κλουβί ήταν ένα μαύρο φλιτζάνι

και μέσα του έκαιγε ένα μικρό χρυσό ψαράκι

-Καίει ακόμα –είπε- νομίζαμε πως χρόνια τώρα

έχει σβήσει.

 

 

 

Το πράσινο απόγευμα

 

Εκείνο το πράσινο απόγεμα

ο θάνατος είχε βάλει στόχο την αυλή μου

απ’ το νεκρό μου το παράθυρο

με το βελούδινό μου μάτι

τον έβλεπα να τριγυρνάει

γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή

γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη

και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν

έπαιζαν με πιστόλια και τσιρίζαν

αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε

και πάλι μάκραινε και έφευγε

ύστερα ξαναρχόταν

στο τέλος αγριεύτηκε

άρχισε να ουρλιάζει

έβαψε τα μάτια και τα νύχια του

φούσκωσε τα βυζιά του

άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή

έκανε σα γυναίκα…

τότε είναι που έφυγε οριστικά

ψιθυρίζοντας:

 

-Δεν είχα τύχη σήμερα

αύριο θα ξανάρθω

 

 

 

Κεφάλια

 

Κεφάλια λάμποντα

βέλη αναστάσιμα

ωραίες

στρογγυλές ιδέες

 

σάπια κεφάλια

γεμάτα

χαρτονομίσματα

 

κεφάλια

γεμάτα ζώα

πονηρά μερμήγκια

 

κεφάλια

γεμάτα

πέμπτη σκιά

παραληρώντας

εκλιπαρώντας…

 

κι ο χρόνος

πάντοτε Κρόνος

 

Κανίβαλος τρόμος

 

 

 

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον Πόρο

 

Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος

στον Πόρο

τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα

τσιγάρα να καίνε σαν κεριά

γύρω γύρω στα τραπέζια

τσιγάρα πάνω στις καρέκλες

τσιγάρα παντού

κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.

Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος

τα μάτια του να καίνε.

-Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;

εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.

-Κι εσύ, Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα

στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;

Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο

το φοβερό το γέλιο του·

πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια

ένα σύννεφο σπουργίτια

πέρα απ’ το θάνατό του.

 

 

 

Αρθούρε, Ε Αρθούρε!

 

Για να μη τους ξεχνάμε

 

Σήμερα ας πούμε πως είμαι στη Νέα Ορλεάνη,

δεν έχω ούτε ένα τσιγάρο στην τζέπη μου, ούτε

έναν παπαγάλο πράσινο στο δωμάτιό μου.

Την ίδια εποχή χιλιάδες ποδήλατα τρέχουν εδώ

κι εκεί στη βιβλιοθήκη μου, στέκει κι ένας

άνθρωπος από χρυσάφι.

Είπα στη Νέα Ορλεάνη κι ούτε δεκάρα

στην τζέπη μου. Όμως στη βιβλιοθήκη μου έχω

ένα ολόχρυσο πτώμα που με κοιτάζει μ’ εκατομμύρια

δολάρια και τ’ όνομά του λέγεται…

Αρθούρος Ρεμπώ

 

 

 

Για τον Νίκο Καρούζο

 

Καημένε Νίκο

τί ζωή ήταν κι αυτή

κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες

οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου

όμως εσύ καλά έκανες

έπινες τα ουζάκια σου

κι όλους αυτούς τους μούντζωνες

και πριν να φύγεις

πρόφτασες κι αρπάχτηκες

από ένα κάτασπρο σύννεφο

από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό

κοιτάζεις

 

την αθανασία σου.

 

 

 

 

Ο Χεμινγουέι

 

Αυτή την Τίγρη

αυτό το τέρας

την ψυχή μου

(έλεγε συχνά ο Χεμινγουέι)

θα την σκοτώσω.

 

 

 

 

Ο μαύρος κόκορας

 

Γέλασε

ο μαύρος κόκορας

όταν του είπαν

πως θα τον σφάξουν

όταν όμως ήρθε η ώρα

η κακή του ώρα

έκλαψε ο μαύρος κόκορας

έκλαψε ο μαύρος κόκορας.

 

 

 

Πηγές:

  1. Μίλτος Σαχτούρης: Ποιήματα, Άπαντα (1945-1998),  Επιμέλεια: Μαρία Σπανάκη, Εκδόσεις Κέδρος 2014
  2.  Μίλτος Σαχτούρης : wikipedia 

 

38,130 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Μια ζοφερή αναμέτρηση με την ανθρωπιά, γράφει η Τέσυ Μπάιλα [Σκοτεινός Αρκτικός, Ίαν Μακ Γκουάιαρ]

Το δεύτερο βιβλίο του Ίαν Μακ Γκουάιρ ο «Σκοτεινός Αρκτικός» βρέθηκε από την πρώτη στιγμή να απολαμβάνει διθυραμβικές κριτικές σε...

Close