Μια ερωτική επιστολή από το μέλλον, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

«Περνάμε τη ζωή μας ορθώνοντας φράγματα, πέρα από τα οποία απαγορεύουμε στον εαυτό μας να προχωρήσει: πίσω τους, καραδοκούν όλα τα τέρατα που έχουμε επινοήσει. Φοβόμαστε ότι είναι τρομερά, ανίκητα, αλλά δεν είναι αλήθεια. Όταν βρίσκουμε το κουράγιο να τα αντιμετωπίσουμε, αποδεικνύονται πολύ πιο αδύναμα απ’ ό,τι φανταζόμασταν. Σιγά σιγά αποσυντίθενται, εξαϋλώνονται. Σε σημείο που φτάνουμε να αναρωτιόμαστε αν ποτέ υπήρξαν».

Τα τέρατα, που καταδιώκουν τη Λίλα Κ, ενεδρεύουν στη μνήμη της, μνήμη αναξιόπιστη όπως κάθε άλλη, ίσως όμως λίγο περισσότερο, καθώς η ανάγκη τής απώθησης ήταν στην περίπτωσή της σύμφυτη με αυτή της αυτοσυντήρησης. Οι πιο έμπυρες αναπολήσεις της διατρέχουν τα πρώτα χρόνια της ζωής της, τα μόνα, που συνυπήρξε με τη μητέρα της. Η τελευταία αναθάλλει σπαρακτική τη στιγμή του άγριου αποχωρισμού, όταν μαυροφόροι άνδρες την απομάκρυναν από την κόρη της, στερώντας της διά παντός τη γονική επιμέλεια. Πριν από εκείνη τη στιγμή, η μητρική φιγούρα ανακαλείται στον νου του κοριτσιού ρευστή και εξωραϊσμένη, σκιασμένη από ένα πέπλο ασυνειδησίας και νάρκωσης. Θα πάρει καιρό στη Λίλα να αναβιώσει το παρεμποδισμένο πρίσμα εκείνων των ημερών, που δεν ήταν άλλο από τα στόρια της ντουλάπας μέσα στην οποία μεγάλωνε σε κατάσταση σχεδόν αφασική, βιώνοντας τον αδήριτο μητρικό δεσμό διαμεσολαβημένο, πίσω από το παραπέτασμα ενός πλασματικού καταφυγίου, που μετέπλαθε τον απύθμενο τρόμο σε απόρθητη ασφάλεια. Ζώντας μες στην ντουλάπα, είχε την ψευδαίσθηση πως την περιέβαλλε ένα «άθραυστο κέλυφος», «μια μήτρα, ζωντανή και προστατευτική».

Στην άλλη πλευρά της ντουλάπας η μητέρα της σπαρασσόταν από την οικονομική ανέχεια, τους εραστές-πελάτες και τη βία τους, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Βρισκόμαστε στη Ζώνη, επικράτεια αναρχίας, παρακμής και εγκληματικότητας, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την αυστηρά επιτηρούμενη γαλλική πρωτεύουσα και αθέατη από τις πανταχού παρούσες κάμερες, που αγρυπνούν για την ευημερία της. Στο μυθιστόρημα, το οποίο διαδραματίζεται έναν αιώνα περίπου αργότερα από την εποχή μας, το Παρίσι εξεικονίζεται μεταλλαγμένο και υπερτροφικό από την ενσωμάτωση νεόδμητων προαστίων, τελώντας υπό καθεστώς τρομοκρατίας, που απαγορεύει στυγνά, μετερχόμενο πρωτότυπα μέσα πρόληψης και καταστολής, κάθε ροπή στη δυστυχία. Κατά ευτυχή συγκυρία το ευρώ δεν έχει πληγεί από τους κρατικούς νεωτερισμούς.

Η Μπλαντίν Λε Καλέ, την οποία γνωρίσαμε στο Σκηνικό γάμου, συνδυάζει στη βιογραφία της ηρωίδας της τον λυρισμό της μπαλάντας ως αφηγηματικού είδους και την τονικότητα της ανάλογης σύνθεσης, διαχέοντας στις σελίδες ένα γλυκόπικρο ηχόχρωμα, που σμίγει με τις μελωδικές φράσεις της μελαγχολίας σε μια υπόκωφη θρηνωδία, ευφραντική στην εκπνοή της. Όπως κάποτε μαθαίνει η Λίλα, η μελαγχολική μουσική δεν σε κάνει να νιώθεις δυστυχισμένος. Οι μεταρσιωτικοί αναπαλμοί της ψυχής από τη δυσεξήγητη ιαματική επενέργεια της μουσικής, και γενικότερα της τέχνης, αλλά και η άνθιση των αισθήσεων όταν αφήνονται σε κάθε λογής συγκινήσεις, άργησαν να διαρρήξουν το κέλυφος του κοριτσιού, το οποίο ενηλικιώθηκε έγκλειστο σε ένα Κέντρο, ένα ίδρυμα ανάμεσα σε κλινική και αναμορφωτήριο, που ήταν επιφορτισμένο με την αποκατάσταση και την κοινωνικοποίηση «ευαίσθητων» ανηλίκων. Απομακρυσμένη βίαια από τον απέραντο, ακυρωμένο χρόνο μέσα στο άηχο σκοτάδι της ντουλάπας, ένα κουκούλι αδιαπέραστο, υφασμένο από τη μητρική ολιγωρία, η Λίλα βρίσκεται ξαφνικά «καταβαραθρωμένη σε έναν παράλογο κόσμο με αμείλικτους κανόνες». Εκεί το δυσάγωγο, λόγω χρόνιας αμέλειας, σώμα της υποβάλλεται σε μια βασανιστική αγωγή αυτοσυνειδησίας. Ένας καθετήρας στη μύτη για υποχρεωτική σίτιση, ενέσεις αγχολυτικών, λουριά και ασκήσεις φυσιοθεραπείας συνιστούσαν τους καθημερινούς εκπαιδευτικούς καταναγκασμούς με απώτερο στόχο την ενήλικη απολύτρωσή της.

Το στοιχείο που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο τής Λε Καλέ είναι η απόδοση αυτής της ζοφερής περιόδου αυτοπραγμάτωσης, πλαισιωμένης από ένα κοινωνικό σύνολο σε καταστολή, υπό συνεχή εποπτεία. Πρόκειται για την εξέταση μιας παράλληλης ωρίμανσης, ιδιωτικής και συλλογικής. Όπως η Λίλα μέσα από την εγκόλπωση ποικιλώνυμων απαγορεύσεων και υποχρεώσεων ασκείται βαθμιαία στον αυτοέλεγχο προκειμένου να προσδώσει συνοχή στην υπόστασή της, η κοινωνία, που εκτείνεται πέρα από τον περίβολο του Κέντρου, αρχίζει σταδιακά να ασφυκτιά μες στη δικτατορική, περιφρουρούμενη ασφάλειά της και να αποζητά την ελευθερία, επίφοβη όσο και δελεαστική, που κυβερνά ανεξέλεγκτη τη Ζώνη. Έχει οπωσδήποτε σημασία πως τόσο η Λίλα όσο και πολλοί από τους προστατευμένους πολίτες μεταναστεύουν στη Ζώνη, όπου οι εφιάλτες συμβιώνουν με τα όνειρα.

Η ανυπότακτη φύση της Λίλας έλκει την καταγωγή της από τα ερείπια και τα χαλάσματα αυτής της εκτός των τειχών περιοχής, ανέγγιχτης από το χέρι του νόμου. Ανέγγιχτη επιθυμεί να παραμείνει και η ίδια, ανασκιρτώντας έντρομη στην παραμικρή διέγερση της αφής, διαφυλάσσοντας έτσι απείραχτα τα σημάδια στο κορμί της, τεκμήρια της μητρικής παρουσίας, που ωστόσο διαψεύδουν την αγάπη της, τεκμαρτή μόνο στην ανυπόληπτη μνήμη. Μαζί με όλα εκείνα τα πράγματα, που αργόσυρτα ανακαλύπτει, η Λίλα υποχρεώνεται κάποια στιγμή να αναγνωρίσει την αναγκαιότητα του αγγίγματος, καθώς συνειδητοποιεί πως σφίγγοντας κάποιον στην αγκαλιά της μπορεί να τον εμποδίσει να φύγει. Και αν όχι γι’ αυτό, τα χέρια, όπως και ’χει, χρειάζονται σε κάθε μάχη σώμα με σώμα, όταν αγωνιάς να περισώσεις ό,τι πιο δικό σου, την ύπαρξή σου, ή ένα λεξικό, που είναι από μόνο του όλος ο κόσμος.

Το λεξικό ήταν δώρο του κυρίου Κάουφμαν. Είχαν προηγηθεί εξίσου συμβολικές προσφορές, ένα σετ αλληλογραφίας για εκ βάθους καρδίας εκμυστηρεύσεις σε εράσμιους αποδέκτες, ένα καλειδοσκόπιο, που μεταμόρφωνε σε φαντασμαγορία τη θλιβερή όψη των πραγμάτων, και μια πυξίδα, που θα τη βοηθούσε (τι άλλο;) να βρει τον δρόμο της στη ζωή. Ο κύριος Κάουφμαν, ένας χαρισματικός εκπαιδευτής του Κέντρου, εμφανίζεται στο τρίτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος για να συμβάλει δραστικά στην καθολική ανάνηψη της μαθητευόμενής του. Ενσταλάζοντάς της σε καθημερινές δόσεις το αντισυμβατικό του πνεύμα μέσα από ένα φιλελεύθερο πρόγραμμα διδασκαλίας τής προτείνει μια ανύποπτη πτυχή του κόσμου και η Λίλα, «ένα πραγματικά παράξενο ζώο», τραυματισμένο και φοβισμένο, αρχίζει να υποψιάζεται πως η ζωή, μολονότι δεν είναι ούτε χαρούμενη ούτε ειρηνική, μπορεί να γίνει, κάποιες σπάνιες εφήμερες στιγμές, απερίγραπτα όμορφη.

Τη δυστοπία τής Λε Καλέ σκοτεινιάζει περαιτέρω η ποινικοποίηση των βιβλίων, ένας εφιάλτης, που μετατράπηκε σε μυθοπλαστική πραγματικότητα στο ανυπέρβλητο Φαρενάιτ 451 του Μπράντμπερυ. Η Λίλα αντικρίζει για πρώτη φορά αυτά τα παράξενα πράγματα, που φτερουγίζουν στα χέρια σαν πουλιά ή ανοίγουν σαν ανθισμένα λουλούδια, όταν ο κύριος Κάουφμαν κουβαλά στο δωμάτιό της μια κούτα με βιβλία. Η συνάντησή τους είχε την ένταση ενός κεραυνοβόλου, τελεσίδικου έρωτα. Αψηφώντας με την παρότρυνση του μέντορά της τις προειδοποιήσεις στο οπισθόφυλλο περί τοξικότητας του χαρτιού,  περιτρέχει με τα δάχτυλα τις σελίδες και τότε η αφή τής φανερώνει όλη τη συγκινησιακή της δύναμη. Αν το καλειδοσκόπιο της επέτρεπε να «καταργεί ατιμωρητί το σκηνικό» των ημερών της, τα βιβλία τής επιφύλασσαν ακόμα πιο συναρπαστικές διαφυγές. Στην ανάγνωση είχε βρει τον τρόπο να κρύβεται από τη ζωή της. «Της αφιέρωνα όλο μου τον ελεύθερο χρόνο, τις ώρες της μοναξιάς κατά τις οποίες, μερικές φορές, ο χρόνος μού φαινόταν τόσο αβάσταχτος που, αν δεν υπήρχε η ανάγνωση, το μόνο που θα έβρισκα να κάνω θα ήταν να συγκρατώ τα δάκρυά μου».

Ωστόσο, παρά τα βιβλία, τους στίχους των ποιημάτων, τη μουσική και τα χρώματα με τα οποία ο κύριος Κάουφμαν πάσχιζε να πλατύνει το βλέμμα της, η Λίλα συνέχιζε να αναρριγεί από τη βουή και τη μανία του κόσμου, που καιροφυλακτούσε στο κατώφλι του Κέντρου. Η περίκλειστη ιδιοσυστασία της δεν την εμπόδιζε να αφουγκράζεται το ηφαιστειώδες χάος, που κόχλαζε στα σπλάγχνα της πόλης, απειλώντας να την καταποντίσει σε πυριφλεγείς αβύσσους. Και μολονότι πίστευε πως εκεί έξω την περίμενε η μητέρα της, το ενδεχόμενο να διαπλεύσει αυτή τη φονική επικράτεια παρέλυε τα βήματά της και πανικόβαλλε την ψυχή της. Ο ίλιγγος, που της προκαλούσαν η οχλοβοή και το σκληρό φως της ζωής, υποχωρούσε μόνο μες στην ακινησία του σκοταδιού. «Μου αρέσει το σκοτάδι: ο χώρος που καταργείται, τα αντικείμενα που εξαφανίζονται, κι αυτή η γλύκα που πέφτει στα μάτια και τα ανακουφίζει, καθαρίζοντάς τα από τα κατάλοιπα που έχει αφήσει το φως της μέρας».

Όπως σηματωρός της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων υπήρξε ένας γάτος, στο μαύρο παραμύθι της Λίλας Κ ένας άλλος γάτος αναλαμβάνει να της δείξει τον δρόμο προς τη μητέρα της. Τώρα στον Μπράντμπερυ και το οργουελικό 1984 προστίθεται ο Προυστ με τις μαντλέν του. Βασική τροφή στο βρεφικό διαιτολόγιο της Λίλας ήταν οι γατοτροφές, γι’ αυτό όταν μυρίζει τυχαία την κονσέρβα, που προοριζόταν για τον γάτο του έτερου επόπτη της, επιστρέφει διαμιάς στο δωμάτιο, που μοιράστηκε για λίγα χρόνια με τη μητέρα της. Η μυρωδιά την οδηγεί στη γεύση και η απόσταση από εκεί μέχρι τη μνήμη είναι, όπως έχουμε διαβάσει, απειροελάχιστη. Μαζεύοντας με το δάχτυλο τα υπολείμματα στο χείλος της κονσέρβας ξαναβρίσκει «αυτή την ασύγκριτη και ευεργετική γεύση» της μητρικής πρόνοιας. «Λες κι έγινε έκρηξη πάνω στη γλώσσα μου, με έπιασε ζάλη από την απόλαυση, που με ξετρέλαινε». Έκτοτε κάθε φορά που κρυβόταν για να καταβροχθίσει «αυτό το ωραιότατο πατέ» με την επίγευση στοργής, σπαρταρούσε από τη συγκίνηση του νοερού σμιξίματός της με τη μητέρα της. «Είχα ξαναγίνει το κοριτσάκι που ήμουν κάποτε, κουβαριασμένο στο ζεστό του κρησφύγετο. Έκλαιγα από χαρά πιπιλίζοντας τα δάχτυλά μου, και η αρμύρα των δακρύων μου ανακατευόταν με τη γλυκύτητα που έλιωνε και πλημμύριζε το στόμα μου». Μπουκωμένη «με πατέ, πατέ ανακατεμένο με δάκρυα, μύξες, χαρά, τρόμο» λούφαζε και πάλι στο παλιό της κουκούλι, αναβάλλοντας την αναμέτρησή της με τη ζωή. Σε αυτές τις ώρες της πλάνης δεν είχε καθόλου ανάγκη την αληθινή της μητέρα, καθώς της αρκούσε το θάλπος του φασματικού της χαμόγελου, που ανασταινόταν μες στην αγαλλίαση του ουρανίσκου.

Προφανώς η αφύπνιση της μνήμης παρακωλύεται από τις αντιστάσεις μιας πείσμονος λήθης. Ο κύριος Κάουφμαν της είχε μάθει πως η αλήθεια υπάρχει στα βιβλία και όταν η Λίλα αρχίζει να παραχώνει τις πεπιεσμένες κονσέρβες στα φύλλα του λεξικού φαίνεται πως μια περίεργη αλχημεία συντελείται μεταξύ της επίπλαστης ευταξίας των εννοιών, που ανασυνθέτουν ένα κατακερματισμένο σε λήμματα σύμπαν, και των μνημονικών σπαραγμάτων, που μνημείωναν μια αποσπασματικά καταγεγραμμένη αλήθεια. Εν ολίγοις, κάποτε η Λίλα βγαίνει από τα βιβλία για να μπει στον κόσμο, αλλά η μετακίνησή της δείχνει ημιτελής, καθώς τη φέρνει στην καρδιά μιας Μεγάλης Βιβλιοθήκης. Ο Μπόρχες μάλλον θα επικροτούσε τη θαυματουργική, μυσταγωγική αρχιτεκτονική της βιβλιοθήκης τής Μπλαντίν Λε Καλέ, όπου η ηρωίδα συναντιέται με τα κείμενα, που αποκρυπτογραφούν τα μυστήρια και τα μυστικά της ζωής της. Και πάνω απ’ όλα με την πιο καταλυτική για την ύπαρξή της λέξη, το όνομα της μητέρας της, Μόιρα. Η επιλογή της συγγραφέως να αναγάγει σε πεπρωμένο τη μητέρα τής ηρωίδας δεν φαίνεται τυχαία, δεδομένης της κλασικής της παιδείας. Απόφοιτος της École Normale Supérieure, γαρ.

Στη Μεγάλη Βιβλιοθήκη η Λίλα ένιωσε από την πρώτη στιγμή πως ανάμεσα σε όλα αυτά τα βιβλία ολόγυρά της, «στα ράφια και στα βάθη του υπογείου», ανάμεσα σε «όλα αυτά τα παρατεταγμένα σημεία, τις λέξεις, τις φράσεις», υπήρχε γραμμένη η «αλήθεια –ή έστω ένα μέρος της- που θα με οδηγούσε στη μητέρα μου». Δεν φανταζόταν, όμως, πως τα βιβλία θα την οδηγούσαν σε ένα άλλο πρόσωπο, που θα της γινόταν εξίσου αναγκαίο, καταπνίγοντας τον φόβο της για τα συναισθήματα. «Την είχα πατήσει με τα συναισθήματα, πράγμα ανεπίτρεπτο. Τώρα πλήρωνα το τίμημα, που μου φαινόταν βαρύτατο. Είδος πολυτελείας, πολύ παρακινδυνευμένο για τις βασανισμένες καρδιές». Βέβαια, η βασανισμένη της καρδιά δεν βασανίστηκε ιδιαίτερα για να αγαπήσει τον Μιλό, έναν άνδρα, που γύριζε τις σελίδες των βιβλίων με γυμνά χέρια. Και μόνο γι’ αυτό αξιέραστο. Όμως τα χέρια του, πέρα από την αφοβία τους, διέθεταν μια ξεχωριστή θέρμη, που η Λίλα πίστευε πως «είχε τη δύναμη να σβήσει τις ουλές» από το δέρμα της.

Ο Μιλό μπορεί να μην εξάλειψε τα σημάδια τής σάρκας, αλλά κατάφερε να περιθάλψει τις έσω πληγές, εμφυσώντας στην αγαπημένη του το απαιτούμενο θάρρος για να επιχειρήσει το μεγάλο ταξίδι της ζωής της, στις απαρχές του χρόνου της, στον βυθό της Ζώνης. Εκεί καταδύεται η Λίλα αναζητώντας τις απαντήσεις που θα τη βοηθήσουν να συγχωρήσει την απόγνωση της μητέρας της, ολέθρια και για τις δυο τους. Μια συγχώρεση ήδη εκχωρημένη. Από την οδυνηρή ανασύνταξη της αφήγησης της μητέρας της και τη ζάλη της από την περιδίνηση στους στροβίλους μιας μνήμης καταβυθισμένης στα τρίσβαθα του εαυτού της, δεν αποσπά εύληπτες εξηγήσεις, αλλά κατορθώνει να ανακτήσει τον έλεγχο των βημάτων της προκειμένου να θερίσει τους δυνητικούς καρπούς της απείθαρχης περιπλάνησης. «Η ζωή μου ποτέ δεν μου είχε αφήσει περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς, και συνειδητοποιούσα ότι αυτή η ελευθερία ήταν πιο περίπλοκη και εξουθενωτική απ’ όλους τους καταναγκασμούς μέσα στους οποίους είχα ζήσει ώς τότε».

Περιδιαβαίνοντας τη Ζώνη συναντά έναν κόσμο που αντιμετριέται με κάθε λογής θηρία, έχοντας, σαν αντίβαρο στην αβεβαιότητα, το δικαίωμα στην αποτυχία και την παρέκκλιση. Και η Λίλα αισθάνεται πως αυτός ο ελευθερόφρων και αντισυμβατικός κόσμος τη συναρπάζει περισσότερο απ’ ό,τι τη φοβίζει. Με μια όψιμη γενναιότητα αποφασίζει να ανταλλάξει τη θλίψη με την αισιοδοξία. Όπως μας υπενθυμίζει, «μπορούμε να επιλέξουμε να δούμε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο. Εγώ διάλεξα το μισογεμάτο –ήταν ζήτημα αρχής, καθώς και επιβίωσης-, παρόλο που έπρεπε να το πιω ώς τον πάτο».

Στα ενδέκατα γενέθλιά της ο κύριος Κάουφμαν της είχε χαρίσει μια ασημένια πένα, ένα μπουκαλάκι μελάνι σφραγισμένο με βουλοκέρι και μια δεσμίδα φύλλων χαρτιού, σύνεργα ιδανικά για να εξορύξει η ηρωίδα τα συναισθήματά της και να τα αποθέσει σε σελίδες μέχρι να γίνουν ανεξίτηλα, ένα με το υλικό που τα αγγίζει. Οι λέξεις, που εμπιστεύονται την επαφή με το χαρτί, νεύουν προς την αθανασία με σοβαρότερες αξιώσεις απ’ ό,τι τα εύφθαρτα, αλώσιμα κείμενα, που κυλούν πτερόεντα σε ψηφιακές οθόνες. Η πένα της Λίλας διεμβολίζει τον φουτουριστικό χρόνο, ομνύοντας σε έναν παρωχημένο ρομαντισμό, ίσως το πιο πρόσφορο ιδιόλεκτο για ερωτικές επιστολές. Διότι το μυθιστόρημα της Μπλαντίν Λε Καλέ δεν είναι παρά η μακροσκελής, χειρόγραφη επιστολή της Λίλας στον Μιλό, τον άνδρα που της έδειξε πως πέρα από τον φόβο κείτεται η αγάπη. Η συγγραφέας ως διανοούμενη εγχέει στο μελόδραμά της εγγράμματη γυναικεία αισθηματολογία, υποτάσσοντας την καλλιέργειά της στις επιταγές του είδους.

 

 

 

i_mpalanta_tis_lila_k

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Blandine Le Callet,Η μπαλάντα της Λίλας Κ, μτφρ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, Πόλις, σελ. 376

 

Lina Pantaleon

 

 

15,130 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Το Literature.gr σε συνεργασία με το εστιατόριο La Suite Lounge Bar Restaurant στο ξενοδοχείο St.George Lycabettus προσέφερε ένα λογοτεχνικό δείπνο σε 5 αναγνώστριες με τον βραβευμένο συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη. 

Το Literature.gr πρεσβεύει το Λογοτεχνία, Ποίηση, Επαφή. Και στο ”Επαφή” με τους αναγνώστες δίνουμε μεγάλη σημασία. O συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης, ο μοναδικός Έλληνας...

Close