Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 25 & 26), του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  0 Comments

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Β‘ προς Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

 

Πώς χλομιάζει ο καιρός, όταν η αγάπη καλυφθεί σαν σβησμένο σύνθημα στον τοίχο, από τις ριπές του θιγμένου εγωισμού; Πώς μεταμφιέζεται η αδιάκοπη αναζήτηση του ιδεατού σε σημάδι προδοσίας όταν η ζήλεια και η αγωνία αιχμαλωτιστούν σαν σκόνη στον εισπνεόμενο αέρα;

 

*****

Η Εύα, οργισμένη, με τη σκεψη στον ενδεχόμενο πόθο του Μάρκου για τη Λένα, υπερέβη τα όριά της και ράγισε το κομμάτι που τους έδενε. Βρόντηξε την πόρτα πίσω της, πέταξε τα κλειδιά στο σύνθετο και κάθισε στον καναπέ της. Διέκοψε τις σκέψεις της που έτρεχαν στις ερωτικές στιγμές με το Μάρκο και υποχρέωσε τον εαυτό της να ετοιμαστεί για ύπνο. Αρκετά είχε υποφέρει τις τελευταίες ημέρες.

 

*****

Ο Μάρκος, από την άλλη, είχε κεραυνοβοληθεί από την υποψία και μόνο της αγαπημένης του ότι ο ίδιος έβλεπε ερωτικά τη Λένα και γι’ αυτό το λόγο επεδίωκε να την αθωώσει. Είχε προσβάλει την τιμή και την ηθική του. Επέλεξε να πιει, παρόλο που βρισκόταν εντός γραφείου. Ένα ποτήρι ουίσκι θα του έκανε συντροφιά στις αναμνήσεις. Λίγο πριν τα χαράματα κατέβηκε τις σκάλες για τα κρατητήρια.

Η Λένα δεν κοιμόταν. Η ηρεμία αποχαιρετά τους κρατούμενους, ακόμα κι αν επικρατεί γύρω ησυχία. Καθισμένη σε ένα ράντζο άκουσε το Μάρκο να πλησιάζει. Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο ένιωθε την ανάγκη να της εξομολογηθεί τον έρωτά του για την Εύα και πόσο φοβόταν αυτό τον χωρισμό. Μετά τη δική της εξομολόγηση και το δραματικό περιστατικό στο παρελθόν είχε αναπτυχθεί εμπιστοσύνη ανάμεσά τους. Εκείνη του υποσχέθηκε πως μόλις αφεθεί ελεύθερη θα εξηγήσει στην Εύα όλη την αλήθεια. Κι έτσι όλα θα τελείωναν εδώ, δίχως χωρισμούς και απώλειες.

 

*****

Ο Χριστόφορος, καθισμένος σε ένα στασίδι, ακουμπούσε πίσω την πλάτη του και παρακολουθούσε άλλη μια θεια λειτουργία από τον προστατευόμενό του. Ένιωθε γερασμένος κι εξουθενωμένος. Έκανε απολογισμό της ζωής του υπό τις ψαλμωδίες της πιο καθαρής ψυχής που γνώριζε. Από μικρός επέλεξε το μοναχικό βίο, που ενστάλαξε μέσα του την αγάπη προς το Θεό. Κατέκτησε σιγά σιγά αξιώματα, με μοναδικό σκοπό την πνευματική καθοδήγηση των άνομων ψυχών. Και βρέθηκε στο επίκεντρο μιας οικογενειακής τραγωδίας, την ευθύνη της οποίας δεν είχε το θάρρος να σηκώσει στους ώμους του. Διάλεξε να αποστασιοποιηθεί κι άφησε τον ανιψιό του στην τύχη του. Φοβήθηκε την κατακραυγή του κόσμου τότε, όντας αρχιεπίσκοπος. Και σήμερα, ο διασυρμός που προξενούσε στο εκκλησιαστικό σώμα ο απόστολος Κυρίου τον καταρράκωνε. Από την άλλη, ήταν έτοιμος να πληρώσει το τραγικό του λάθος από το χέρι του ίδιου του ανιψιού του. Πόσο ζήλευε τελικά αυτόν τον νεαρό παράλυτο απέναντι του! Μπορεί να μην πραγματοποίησε τα όνειρά του, αλλά κατάφερε να παραμείνει αγνός και βρήκε τον ίδιο στο δρόμο του, να του χαρίσει μια κατ’ επίφαση έστω πραγματοποίηση του μεγαλύτερου ονείρου του. Σαν άγγελος λαλούσε τα ιερά κείμενα. Ίσως από τους ελάχιστους που τα πίστευαν τόσο βαθιά.

Άκουσε το «Λάβετε φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα και το αίμα…» κι αναρρίγησε. Σηκώθηκε από τη θέση του και περπάτησε αργά επάνω στο κόκκινο χαλί. Άλλη μια φορά θα γινόταν δέκτης της θείας κοινωνίας από έναν παράνομο ιερέα. Αν τον γνώριζε αυτό η Σύνοδος, δεν θα τον ωθούσαν απλώς σε παραίτηση, αλλά θα τον αφόριζαν. Εκείνος όμως μέσα του ήξερε ότι διαπράττει την πιο ιερή πράξη της ζωής του. Γίνεται κοινωνός της αγάπης, αληθινός χριστιανός, για χάρη ενός άγιου ανθρώπου, ενός ανθρώπου τόσο ταπεινού, που είχε ήδη διασφαλίσει μια θέση στον παράδεισο. Αφού μετέλαβε για πολλοστή φορά, έκανε το σταυρό του και πλησίασε να προσκυνήσει τον Εσταυρωμένο. Γονάτισε και αμέσως δάκρυα μούσκεψαν το πρόσωπό του. Ένιωθε τις τύψεις να του κατακαίνε το κορμί. Ένιωθε το φόβο να τον κυκλώνει. Ήταν εγκλωβισμένος στα λάθη και στα πιστεύω του. Ήταν διχασμένος στα πρέπει και σε ό,τι επέβαλλε η καρδιά του.

Ο Θεόφιλος τον παρατηρούσε. Γνώριζε καλά από ανθρώπινο πόνο και τον άφησε να ξεσπάσει. Διαισθανόταν ότι έρχονταν άσχημες μέρες- πιο άσχημες από τις τωρινές. Ήθελε να είναι δίπλα του.

 

*****

Η μέρα είχε αρχίσει να χαράζει με ένα λυσσασμένο αέρα. Στα βόρεια προάστια η Μαρίνα καθόταν στο ανάκλιντρο του σαλονιού της, έπινε τον πρωινό καφέ της και παρατηρούσε τους κορμούς των δέντρων στον κήπο να τρεμοπαίζουν. Ήταν πάνω από εξήντα χρονών κι σταδιακά εγκατέλειπε την αγαπημένη της συνήθεια να διαβάζει. Αφιερωνόταν στην ησυχία του πρωινού, όχι αναπολώντας το παρελθόν -αυτό το είχε καταθάψει στον κήπο της ψυχής της- αλλά ονειρευόμενη τις στιγμές χλιδής και πολυτέλειας που θα της πρόσφερε η περιουσία της. Ο Διονύσης κατέβηκε τις σκάλες. Δε συνήθιζε να ξυπνά τέτοια ώρα. Και σήμερα η Μαρίνα καλημέριζε το γιο της υπερβολικά νωρίς.

«Παιδί μου, καλημέρα.»

«Καλημέρα μητέρα! Πολύ φοβάμαι όμως ότι έχουμε δυσάρεστα νέα για την οικογένεια.»

«Τι δυσοίωνα λόγια είναι αυτά Διονύση;»

Η Μαρίνα σηκώθηκε. Προτού καλά-καλά ξεκινήσει ο Διονύσης να της μιλά, την έπιασε ταραχή.

«Μαμά, πρέπει να σου μιλήσω για κάτι σοβαρό.»

«Αρκετά με τους προλόγους. Πες μου ό,τι είναι.»

«Νομίζω ότι χθες βράδυ συνέλαβαν την Άννα.»

Η Μαρίνα είχε χρόνια να ακούσει αυτό το όνομα. Στο άκουσμα του, το πρόσωπό της ζάρωσε, σχηματίζοντας ρυτίδες τρόμου.

«Σου έχω πει ότι αυτό το όνομα δε θέλω να μου το ξαναναφέρεις ποτέ. Δεν υπάρχει αυτή…»

«Αυτή ήταν η κόρη σου. Και τώρα μαμά, η κόρη σου, κατηγορείται για πέντε φόνους. Τη συνέλαβαν επειδή…»

Η ταραχή του Διονύση ήταν έκδηλη, παρόλο που προσπαθούσε να μιλά ήρεμα στη μητέρα του. Εκείνη όμως τον διέκοψε.

«Σου το είπα μία φόρα και με αναγκάζεις να στο ξαναπώ. Έκανα το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου. Γέννησα μία δολοφόνο, που δε δίστασε στην ηλικία των δεκαπέντε να σκοτώσει τον άντρα μου. Δε θα μου έκανε εντύπωση να έχει διαπράξει κι όλα αυτά τα εγκλήματα.»

«Κι αν δεν τα έχει κάνει αυτή όλα αυτά, πράγμα που είναι και το πιθανότερο;»

“Μην είσαι αφελής.»

«Τη γνώρισα. Τόσο καιρό στην Όαση, την έμαθα. Δε λέω, είναι κάπως απόμακρη κι επιφυλακτική αλλά σε καμία περίπτωση δε θυμίζει μια στυγερή δολοφόνο.»

«Ε, λοιπόν, εγώ φταίω. Με βρήκες σε μια στιγμή αδυναμίας και σου αποκάλυψα το μεγάλο μου μυστικό, ένα μυστικό για το οποίο δεν έχω μιλήσει ούτε στον πατέρα σου. Σου εξομολογήθηκα πως η ίδια μου η κόρη κι ετεροθαλής αδελφή σου σκότωσε τον δεύτερό μου άντρα. Κι εσύ από τότε βάλθηκες να ανακαλύψεις ποια είναι αυτή η χαμένη σου αδελφή. Αυτό το μίασμα της οικογένειας. Σε παρακαλώ, έλα. Ξέχασε τα όλα αυτά. Αν μαθευτούν θα ξεσπάσει τέτοιο σκάνδαλο, που θα μας κουτσομπολεύουν για μήνες όλες οι φυλλάδες!»

«Τώρα μιλάς σαν τον πατέρα μου! Εδώ σου λέω ότι μια κοπέλα, η ίδια σου η κόρη, κινδυνεύει να καταστρέψει τη ζωή της για δεύτερη φορά, κατηγορούμενη ως η μεγαλύτερη σίριαλ κίλερ του αιώνα κι εσύ σκέφτεσαι το σκάνδαλο; Αν είναι δυνατόν!»

«Και τι πρέπει να κάνω κατά τη γνώμη σου;»

«Δεν ξέρω. Κάνε κάτι. Χρησιμοποίησε τις γνωριμίες που έχεις. Δεν πρέπει να αφήσεις αυτή την κοπέλα να πάει άδικα στη φυλακή. Αλλιώς…»

«Αλλιώς τι, παιδί μου;»

«Αλλιώς θα πάω και θα ομολογήσω εγώ τους φόνους. Έτσι κι αλλιώς με θεωρούν ύποπτο.»

«Έλα, στάματα τις ανοησίες.»

«Θέλω να σου δείξω ότι είναι πολύ σημαντικό…»

«Για στάσου. Στάσου, στάσου. Τώρα εξηγείται…»

«Ποιο πράγμα;»

«Η κλοπή του σπαθιού. Μόνο αυτή μπορούσε να έχει πρόσβαση στο σπίτι. Μπήκε και το πήρε με σκοπό να ενοχοποιήσει κάποιον από εμάς! Για να με εκδικηθεί! Ναι, βέβαια, αυτό είναι. Είναι ένοχη. Κι εσύ πιστεύεις στην αθωότητά της! Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, παιδί μου. Γνώριζε τα κατατόπια του σπιτιού και έκλεψε αυτό το όπλο. Αυτή είναι η απόστολος Κυρίου κι αν θέλουμε να γλιτώσουμε από όλα αυτά, θα πρέπει να κρατηθούμε μακριά. Όσο πιο μακριά γίνεται.»

 

*****

Η Λένα παρουσιάστηκε στο Μάρκο χωρίς χειροπέδες.

«Το τηλεφώνημα για το οποίο μας μίλησες ταχτοποιήθηκε. Θεωρητικά είσαι ξανά ελεύθερη.»

«Τι σημαίνει αυτό, αστυνόμε;»

«Προσωπικά, δεν πιστεύω πως είσαι ένοχη. Αλλά για την αστυνομία παραμένεις ύποπτη μέχρι να καταφέρουμε να εντοπίσουμε και τη συνομιλία σου με τον απόστολο Κυρίου.»

«Μάλιστα! Πάντως σε ευχαριστώ.»

«Δε θέλω να με ευχαριστείς. Τι θα κάνεις τώρα;»

«Αυτό που σου υποσχέθηκα. Θα πάω να βρω την Εύα και θα της μιλήσω.»

 

*****

Ο Θεόφιλος έφτασε στην αρχιεπισκοπή. Λίγες ώρες μετά και η συγκίνηση του Χριστόφορου είχε καταλαγιάσει. Τον κάλεσε γιατί ήθελε από εκείνον μία χάρη. Του ζήτησε να μετακομίσει στο σπίτι του. Ήθελε έναν άνθρωπο κοντά του να αντέξει όλα όσα επρόκειτο να συμβούν. Πίστευε ότι ο Θεόφιλος ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο, αφού με την αγνότητα και την γαλήνη που ενέπνεε στους άλλους, θα στεκόταν στο πλάι του ακλόνητος και σταθερός. Ένιωθε το τέλος να τον πλησιάζει. Ακόμα κι όταν τοποθέτησαν τη βόμβα στο σπίτι του δεν ένιωθε τόσο τρόμο. Ο Θεόφιλος δεν είχε λόγο να αρνηθεί. Σήμερα κιόλας θα μάζευε τα πράγματά του και θα ερχόταν να μείνει με τον ευεργέτη του.

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ

 

Η Λένα πέρασε την έξοδο της ΓΑΔΑ κι ανέπνευσε τον αέρα της ελευθερίας. Λίγες ώρες στο κρατητήριο ήταν αρκετές για να νιώσει τι σημαίνει φυλακή. Έστριψε να κατέβει τις σκάλες του σταθμού. Περίμενε δύο λεπτά κι επιβιβάστηκε στο μετρό. Σαράντα λεπτά αργότερα βρισκόταν κάτω από το ντους του σπιτιού της, να ξεπλένει την ιδέα της βρώμικης φυλακής από πάνω της. Σκεφτόταν όλα αυτά που είχε ζήσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Την απόφασή της να φορτωθεί πέντε φόνους με μοναδικό στόχο να πραγματοποιήσει -έστω για ένα βράδυ- το όνειρό της: είχε ανάγκη να νιώσει την αγάπη που είχε στερηθεί με τον πιο επονείδιστο τρόπο, τη σύλληψή της και την παραμονή της στο κρατητήριο- τελικά ήταν πολύ σκληρό το τίμημα. Αναγνώριζε τώρα ότι δε ζούσε πραγματικά. Τα παιδικά της χρόνια αιχμαλωτίστηκαν στις βρωμερές και διεστραμμένες φαντασιώσεις του πατριού της και των φίλων του. Ύστερα, η εφηβεία και η νιότη της στιγματίστηκαν από έναν φόνο και την εγκατάλειψη από την ίδια της τη μητέρα. Και τώρα, τι ήταν έτοιμη να κάνει; Αυτό που είχε μάθει πάντα. Για να κερδίσει μια ευτυχισμένη στιγμή θα θυσίαζε ολόκληρη την υπόλοιπη τη ζωή της. Το κακό ήταν ότι η αποψινή νύχτα την έκανε να αμφιβάλλει για το πόσο άξιζε. Βγήκε από το μπάνιο κι αποφάσισε ότι προτού επισκεφθεί την Εύα, έπρεπε να κοιμηθεί λίγο.

 

*****

Ο Σπύρος εισέβαλε κυριολεκτικά στο γραφείο του Μάρκου.

«Δε θα το πιστέψεις. Εντοπίσαμε από πού τηλεφώνησε στη Λένα ο απόστολος Κυρίου»

Ο Μάρκος σηκώθηκε από την καρέκλα του και πέρασε μπροστά από το γραφείο.

«Από πού;»

«Από το σπίτι του ίδιου του μητροπολίτη Ζακύνθου!»

«Τι πράγμα;»

«Φαίνεται ότι ο απόστολος Κυρίου παραβίασε το σπίτι και τηλεφώνησε από εκεί.»

«Μα για ποιο λόγο; Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο;»

«Αυτό δεν το γνωρίζουμε ακόμα, αλλά σίγουρα υπάρχει κάποιος λόγος και μάλιστα πολύ ιδιαίτερος. Αυτή την ώρα άντρες του αστυνομικού τμήματος Ζακύνθου σπεύδουν στην οικία του μητροπολίτη. Από στιγμή σε στιγμή περιμένω να μας ειδοποιήσουν.»

Ο Μάρκος ένιωθε ότι αυτή η ιστορία γινόταν όλο και πιο πολύπλοκη.

 

*****

Την ίδια ώρα που οι δύο αστυνομικοί  ανέμεναν την αναφορά από τη Ζάκυνθο, στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης εξυφαινόταν μια συνομωσία. Ο Αριστοτέλης κατέφθασε στο γραφείο του υπουργού και φίλου του αναστατωμένος, ύστερα από την ελευθέρωση της Λένας. Κατηγορούσε τον Μάρκο για συγκάλυψη.

«Βάσο,» στις ιδιωτικές τους συναντήσεις τον αποκαλούσε με το μικρό του όνομα, « λυπάμαι που θα στο πω, αλλά πιστεύω ότι αυτός ο Μάρκος Στρατάκης, που έχει οριστεί από τον αρχηγό της ΕΛΛΑΣ να διαλευκάνει αυτήν την υπόθεση, κάτι κρύβει.»

Ο Βάσος, χρόνια πολιτικός και πρόσφατα διορισμένος υπουργός, κατανοούσε την αλαζονεία του Αριστοτέλη που πήγαζε από την απόκτηση τόσου πλούτου. Κι ο ίδιος όμως κατευθυνόταν από την εξουσία που του έδινε ο λαός και δεν ανεχόταν αυτό που έμελλε να συμβεί. Ο Αριστοτέλης ήταν ολοφάνερο ότι για να προστατεύσει το γιο του, επιθυμούσε να παρέμβει στο έργο της αστυνομίας.

«Τι θέλεις να πεις, Αριστοτέλη;»

«Θέλω να πω κάτι που δεν το έχει σκεφτεί κανείς σας, γιατί μάλλον αυτός στρέφει όλες τις υποψίες αλλού, σε λάθος κατεύθυνση.»

«Μίλα ξεκάθαρα.»

«Αυτό έχω σκοπό να κάνω. Γι’ αυτό ήρθα. Λοιπόν, ύποπτοι είναι όλα τα μέλη της Όασης, έτσι δεν είναι;»

Ο υπουργός κατένευσε.

«Αλλά αυτός ο αστυνόμος πολύ εντέχνως εξ αρχής έχει αποκλείσει από τις έρευνες την αρραβωνιαστικιά του, την Εύα, δηλαδή την αρχηγό αυτή της ομάδας. Δεν νομίζεις κι εσύ ότι είναι λίγο περίεργο αυτό;»

Ο Βάσος κατάπιε τη γλώσσα του.

 

*****

Η Στεφανία καταπολεμούσε από το πρωί ένα περίεργο προαίσθημα. Ήξερε ότι πάντοτε τα προαισθήματά της έβγαιναν αληθινά αλλά επίσης πάντοτε προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι όλα αυτά είναι μεταφυσικές ανοησίες. Κι όμως, ένιωθε μια απειλή γύρω από την αδελφή της, την Εύα. Ανίκανη να συγκεντρωθεί στη δουλειά της, αναγκάστηκε και το εκμυστηρεύτηκε στον Αντρέα. Εκείνος, όπως ήταν φυσικό, δοκίμασε να την καθησυχάσει και την προέτρεψε να συνεχίσουν τη δουλειά τους σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

 

*****

Το τηλέφωνο στο γραφείο του Μάρκου έφερε τα νέα από τη Ζάκυνθο. Ο απόστολος Κυρίου παραβίασε την οικεία του μητροπολίτη μπαίνοντας από μία ξεχασμένη ανοιχτή μπαλκονόπορτα στο πίσω μέρος του σπιτιού. Ο πραγματικός σκοπός του όμως, δεν ήταν να τηλεφωνήσει στη Λένα.

«Τι σου είπαν Μάρκο;», ρώτησε ο Σπύρος.

«Βρέθηκε στο μπάνιο, απέναντι από τον καθρέφτη, το γνωστό σημείωμα αυτού του ψυχοπαθή.»

«Μετανοείτε, λοιπόν.»

«Αυτό δένει όλη την ιστορία.»

«Τι εννοείς;»

«Ο απόστολος Κυρίου τηλεφώνησε στη Λένα με σκοπό να μας παραπλανήσει. Πίστευε πως εκείνη θα μας ειδοποιούσε, εμείς θα τρέχαμε στο σημείο συνάντησης…»

«Κι έτσι ανενόχλητος θα έκανε τη δουλειά του. Θα άφηνε τη σφραγίδα του για ακόμη μία φορά.»

«Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι για έναν ψυχικά διαταραγμένο νου να διατηρεί ακέραιο το τελετουργικό του σε τέτοιες περιπτώσεις.»

«Αλλά η Λένα δε μας ειδοποίησε. Αυτό γιατί όμως; Την ανέκρινα και πάλι αλλά δε θέλησε να μου απαντήσει.»

«Άφησέ το αυτό τώρα. Το θέμα είναι ότι αυτό το ανθρωπόμορφο κτήνος μας εμπαίζει διαρκώς. Πρέπει επιτέλους να τον πιάσουμε στα χέρια μας και τότε σου το ορκίζομαι, θα τον σκοτώσω εγώ ο ίδιος! Αρκεί να βρεθεί μπροστά μου, Σπύρο, και θα τον κάνω να μετανιώσει εκείνος!»

Ο Μάρκος άρχιζε να χάνει τον έλεγχο κι άφηνε να τον καταλάβει ένα κύμα θυμού.

 

*****

Ο Χριστόφορος κουβάλησε τη βαλίτσα του Θεόφιλου στο σπίτι του. Δεν μπορούσε να τον υποδεχθεί με χαρά, αφού η αγωνία για τον Χάρη τον κατέκλυζε. Μέσα σε μια νύχτα είχε γεράσει. Ένιωθε το τέλος να πλησιάζει κι είχε ανάγκη από έναν δικό του άνθρωπο κοντά του. Ο Θεόφιλος το κατανοούσε αυτό κι έμελλε να παίξει τον πιο σημαντικό ρόλο στη ζωή του.

 

*****

Η υπηρέτρια έστρωσε το τραπέζι. Η Μαρίνα απόρησε με την απουσία του γιου της κι έτσι ανέβηκε να τον αναζητήσει. Περπάτησε ήρεμα τον διάδρομο και άνοιξε την πόρτα του δωματίου του. Τον αντίκρισε να διπλώνει τα ρούχα του σε μία βαλίτσα.

«Διονύση, τι κάνεις εκεί;»

«Δεν έχω θέση πια μέσα σε αυτό το σπίτι, μητέρα.»

«Τι είναι αυτά που λες;»

«Σήμερα το πρωί αδιαφόρησες για την τύχη της κόρης σου…»

«Πάψε πια με αυτή την ιστορία. Από ό,τι άκουσα πριν λίγο στις ειδήσεις αυτό το κορίτσι αφέθηκε ελεύθερο.»

«Αυτό το κορίτσι είναι αδελφή μου, μια κοπέλα διωγμένη από το ίδιο της το σπίτι…»

«Μόνη της όρισε τη μοίρα της. Κι επιτέλους, τι θέλεις, για να καταλάβω; Να πάω να μιλήσω στον πατέρα σου και να με χωρίσει; Να με χωρίσει για το χατίρι μιας δολοφόνου;»

«Αλήθεια, ποτέ δε μου είπες… Γιατί τον σκότωσε τον πατριό της;»

«Δε σου είπα γιατί δεν υπήρχε κάποιος λόγος.»

«Έτσι λες εσύ.»

«Σταμάτα να με βασανίζεις. Τελείωσε αυτή η ιστορία. Αφέθηκε ελεύθερη. Δε θα αντέξω να χάσω κι εσένα.»

Η Μαρίνα έβαλε τα κλάματα κι ο Διονύσης έκατσε στο κρεβάτι σκύβοντας το κεφάλι.

«Έχεις δίκιο. Τελείωσε αυτή η ιστορία. Κι όλοι μας θα συνεχίσουμε τη ζωή μας σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Εσύ σαν να μην έχεις κόρη κι εγώ σαν να μην άκουσα τίποτα ποτέ. Θα συνεχίσω να συμβιβάζομαι στην κενή ζωή μου για χάρη μιας ανώφελης διατήρησης της οικογενειακής τιμής και μιας φαινομενικής ηθικής. Εντάξει, θα μείνω σε αυτό το σπίτι να ψάχνω έναν πατέρα όταν χρειάζομαι χρήματα και μια μητέρα όταν επιθυμώ να πνίξω ενοχές…»

 

*****

Η Λένα επέλεξε να μην πάει στο σημερινό μάθημα και περίμενε να τελειώσει. Καθόταν σε ένα μικρό αυτοκίνητο που είχε αγοράσει πρόσφατα, έξω από την Όαση. Δεν ήξερε πού θα έβρισκε το θάρρος να μιλήσει στην αντίζηλό της, στη γυναίκα που θα ήθελε να είναι στη θέση της. Δεν ήξερε πώς θα κατάφερνε να ξαναενώσει αυτό το ζευγάρι. Της ερχόταν να σηκωθεί και να φύγει. Η ώρα περνούσε με αυτές τις βασανιστικές σκέψεις και τα μέλη της Όασης αποχώρησαν το ένα μετά το άλλο. Ένα τέταρτο αργότερα είδε και την Εύα να κατεβαίνει. Μόλις  έκανε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου της, είδε κάτι αναπάντεχο.

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη  
 

Για την εξέλιξη και την πορεία του βιβλίου μπορείτε να ενημερώνεστε άμεσα κάνοντας like και στη σελίδα μας στο facebook:

https://facebook.com/profile.php?id=658844804230067

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

7,558 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Για κάποιους ο Ουρανός βρίσκεται κάτω, της Δώρας Κασκάλη

Πρώτα έγραψε για Χαμένα κορμιά (Τετράγωνο, 2011). Στη λυρική νουβέλα του Τελευταία πόλη (Γαβριηλίδης, 2012) μίλησε για τον πόλεμο στη...

Close