Ο Νείλος του Μοδινού, γράφει η Σοφία Αργυράκη [Ο Μεγάλος Αμπάι, Μιχάλης Μοδινός]

By  |  0 Comments

– Η γοητεία της ανάγνωσης ενός «άτακτου» ειδολογικά κειμένου-

 

 

 

Θεωρείται πια σχεδόν κλασσικό έργο Ο Μεγάλος Αμπάϊ του Μιχάλη Μοδινού, γνωστού περιβαλλοντολόγου, γεωγράφου και μηχανικού, που πρωτοκυκλοφόρησε  το 2007 από τις εκδόσεις «Καστανιώτη».

Πρόκειται για  ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, όπου ο αναγνώστης, εκτός από «την τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής και τη μεθοδική μυθιστορηματική αναπαράσταση της οικογεωγραφίας του μετέπειτα Τρίτου Κόσμου, εκτός από τις ιστορικές και  ιδεολογικές προεκτάσεις που συνεπάγεται η μυθολογία του βιβλίου,  μπορεί να εστιάσει διαβάζοντας αλλά και να απολαύσει προσλαμβάνοντας όλο το πλούσιο μάνα του βιβλίου που γενναιόδωρα και αβίαστα προσφέρει στον αναγνώστη του. Τουτέστιν το νόημα και την ουσία της ανθρώπινης περιπέτειας –η πορεία του Σκωτσέζου  εξερευνητή Τζέημς Μπρους και του Γραικού συνοδού του Στρατή Ταταράκη  εν έτει 1769 στα βάθη της Αφρικής προκειμένου να ανακαλύψουν τις πηγές του Νείλου-,  τη Φυσική Ιστορία –πληθώρα γεωγραφικών πληροφοριών, φυσικών περιγραφών και πραγματολογικών στοιχείων που περίτεχνα υφαίνει ο συγγραφέας με καμβά τη Μαύρη Ήπειρο και με παρεκβατικές αναγωγές στο περιβάλλον, στοιχεία που οπωσδήποτε προκύπτουν από το γνωστικό του οπλοστάσιο και τον θεωρητικό του εξοπλισμό [1]. Ακόμη, την ιδεολογική και ψυχική διαφοροποίηση των δύο ηρώων: τη διαφορετικότητα της οπτικής, της αξιολόγησης, και άρα της δεκτικότητας και της ανοχής απέναντι στον πολιτισμό της Αφρικής. Πρόκειται για  την  «άλλη ματιά» στην Ιστορία. Διαφορετικότητα αναγωγική σε δύο πολιτισμούς – πόλους όπου, σχηματικά ίσως και μόνο, ανήκουν οι ήρωες: ο Ευρωπαίος Μπρους, φορέας των ιδεών του Διαφωτισμού της εποχής του, οπαδός μιας αυστηρής επιστημολογίας και συγχρόνως φορέας μιας βεβαιότητας που αναπόφευκτα τον οδηγεί στην υπεροψία και στην επιστημονική πλάνη. Από την άλλη ο Έλληνας Στρατής, ο Γραικός υπόδουλος, ο στοχαστικός, φιλοσοφημένος ανατολίτης, ψυχικό θρέμμα της ατομικής και συλλογικής δυστυχίας, και γι’αυτό βαθιά ανθρώπινος.

Από τα πιο δυνατά σημεία του βιβλίου είναι νομίζω ο τρόπος που πλέκει ο συγγραφέας στην αφήγηση τη φυσική με την ανθρώπινη Ιστορία, όχι ως δύο παράλληλες γραμμές που αναπόφευκτα θα τμηθούν, αλλά ως ενότητα. Η μία τροφοδοτεί διαρκώς την άλλη, γενόμενη σταδιακά αίτιο και αποτέλεσμα Αυτή η διαλεκτική είναι τόσο εγγενής που τα δώρα της –το στοχασμό, τη φιλοσοφία, την «ανακάλυψη»-, τα δέχεται απλόχερα ο αναγνώστης, εισπράττοντας σε όλη τη διαδρομή την ανταμοιβή του: την ανθρώπινη συγκίνηση, συγκίνηση αισθητική, καθαρτική. Σ’αυτή τη συγκίνηση θα ήθελα να σταθώ, που ξετυλίγεται σελίδα τη σελίδα, «πίσω από τις κουρτίνες», που αλώνει τον αναγνώστη ως αποτέλεσμα της αναγνωστικής του μέθεξης, σε εκείνα με άλλα λόγια τα στοιχεία που, κατά τη γνώμη μου, ενεργοποιούν τον αναγνώστη με αισθητικό και άρα συγκινησιακό τρόπο, τον διεγείρουν ψυχικά και πνευματικά, ωθώντας τον να γίνει «αναμεταδότης» του πνευματικού ταξιδιού που βίωσε. Πρόκειται για μία διαδικασία ιδιαίτερα σημαντική, είναι ο ομφάλιος λώρος που καταφέρνει ο συγγραφέας να δημιουργήσει με το κοινό του, και εν τέλει να πετύχει κάτι σημαντικό, να το φέρει κοντά στη διαδικασία της ανάγνωσης.

Από το προοίμιο κιόλας ο αναγνώστης μυείται σ’ ότι αναγνωστικά θα βιώσει. Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον εύρημα: το γεωγραφικό συμπόσιο που γίνεται στη γενέτειρα του ήρωα το 2013. Ο συγγραφέας παίζει με το χρόνο, ενώ η αληθοφάνεια υφέρπει. Στην ουσία πρόκειται για έναν επίσης μυθιστορηματικό πρόλογο: είναι αυτόγραφος, εμπεριέχει τη δράση – πλοκή εν τη γενέσει της, τα πρόσωπα, την αφήγηση-διάλογο, με δυο λόγια μία συνθετική δύναμη. Είναι σαν ο αναγνώστης να εκδύεται στον πρόναο πριν μπει στην κολυμπήθρα του ναού! Παρά την επιστημονική του επίφαση, το προοίμιο είναι στην ουσία οργανικό μέρος της Ιστορίας, προπομπός και ο καλύτερος «κράχτης» του.

Αξίζει νομίζω να επισημανθούν ακόμη μερικά στοιχεία που κατευθύνουν  και αισθητοποιούν την απόλαυση της ανάγνωσης και τα οποία δεν λειτουργούν ανεξάρτητα αλλά συμπληρωματικά, διαλεκτικά. Η περιπλάνηση του ήρωα στη φύση, η παρθενική (όχι χρονικά αλλά σημασιολογικά) επαφή μαζί της, η πρωτόγνωρη ματιά του, η δεκτικότητά του απέναντι στο καινούριο, ο θαυμασμός και η αποδοχή απέναντι στο πολιτισμικά αλλότριο, συμβαίνουν με ψυχική καθαρότητα, tabula rasa. Αυτό λοιπόν το δημιουργικό και αισθαντικό αγκάλιασμα με τη φύση όχι μόνο αγγίζει τον αναγνώστη καθώς αφυπνωτίζει την πλέον ανοίκεια σχέση του μαζί της, αλλά συγχρόνως δίνει παρορμήματα και ωθήσεις, ενεργοποιεί μία γνήσια, αρχέτυπη συγκίνηση που ο σύγχρονος άνθρωπος έχει σταματήσει να βιώνει λόγω της απομάκρυνσής  του από το φυσικό πολιτισμό. Καθώς λοιπόν ο ήρωας ανακαλύπτει με «Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της  ψυχής του» [2] τον γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο, ωθεί με την αθωότητα της ματιάς του και τον αναγνώστη να νοσταλγήσει κάτι από εκείνο το γνήσιο, αληθινό, προϋπάρχον, αρχέτυπο στοιχείο μέσα του που τον οδηγεί σε μία συγκίνηση βαθιά ανθρώπινη. Αναμφισβήτητα ο ήρωας μας ωθεί να δούμε με τα μάτια της ψυχής, να νιώσουμε, να αφουγκραστούμε, να αφεθούμε, να αγαπήσουμε με τρόπο ανθρώπινο.

Δεν είναι μόνο η ρέουσα, ερωτική γραφή του συγγραφέα που κατευθύνει την ανάγνωση σ’αυτό το κανάλι. Είναι ένας πνευματικός και ψυχικός έρωτας που αναδύεται για όλα: ένας ύμνος για τη γυναίκα, για την ίδια τη φύση όπως εκφράζεται στην εκστατική παράδοση στην αγκαλιά της, ενώ ταξιδεύεις με μία φελούκα στα νερά του Μεγάλου Αμπάϊ, για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του, όπως αναδύεται στην πρώτη κάθε φορά επαφή με τους ιθαγενείς που κρύβει κι αυτή τον πόθο της ανθρώπινης προσέγγισης και τον έρωτα της Ανακάλυψης  του διαφορετικού, μιας άλλης σοφίας. Ίσως όμως ο πιο μεγάλος  πόθος να βρίσκεται στο λόγο του ήρωα: «το πάθος κινεί τον κόσμο». Γιατί τι πιο εγγενώς «ερωτικό» και άρα δυσεξήγητο πολλές φορές, από την εσωτερική ανάγκη  που κινητοποιεί τον ήρωα να εξερευνά τα μυστήρια της Γεωγραφίας, τις αντιφάσεις των πολιτισμών, τα εμπόδια της φύσης, την κρυμμένη μαγεία;

Τέλος ένα στοιχείο που θεωρώ ότι συνδράμει στη γοητεία του μυθιστορήματος αυτού είναι  και ο τρόπος που ο συγγραφέας «υφαίνει» τα λογοτεχνικά είδη μεταξύ τους. Αναμφισβήτητα ο Μύθος, η σκηνική δράση, η ιστορία των προσώπων που ξετυλίγεται με τρόπο ψυχογραφικό αλλά και η πλούσια, ρέουσα λογοτεχνική γραφή, το καθιστούν ένα απολαυστικό μυθιστόρημα. Θα μπορούσε κανείς ειδικότερα να το εντάξει σε πρώτο πλάνο στην ταξιδιωτική λογοτεχνία. λόγω της περιδιάβασης στους τόπους και του χρονικού της περιπλάνησης. Αν δεχτούμε όμως την άποψη του συγγραφέα Ρόμπερτ Κάπλαν ότι «…ένα βιβλίο για να είναι ταξιδιωτικό θα πρέπει να εμφανίζει τις ιδέες του συγγραφέα για τον κόσμο ως προϊόντα προσωπικών εμπειριών» [3], τότε o Μεγάλος Αμπάϊ δικαιώνει το χαρακτηρισμό του ως ταξιδιωτικού μυθιστορήματος, καθώς αποτελεί, όπως προανέφερα, καταστάλαγμα αυτοψίας και εμπειρίας, απόσταγμα ψυχικής και πνευματικής ζωής.

Το λογοτεχνικό ωστόσο είδος με το οποίο φλερτάρει περισσότερο το βιβλίο είναι το δοκίμιο. Ο ενίοτε πληροφοριακός του  χαρακτήρας –ο αναγνώστης  έρχεται σε επαφή με πλήθος γεωγραφικά και φυσιογνωστικά στοιχεία-, οι ελεύθεροι στοχασμοί του ήρωα και η αναγωγική τους δύναμη,  η έντονα δηλαδή φιλοσοφική διάθεση -στοιχείο αναπόσπαστο του δοκιμιακού λόγου-, ο εξομολογητικός, συχνά μονοφωνικός,  χαρακτήρας της αφήγησης με  την αμεσότητα που προσφέρει, ο παρεκβατικός λόγος, ο ημερολογιακός του χαρακτήρας, όλα αυτά καθώς ξετυλίγονται μέσα σε άψογες λογοτεχνικά σελίδες, το οδηγούν να πατήσει επιτυχώς τα σύνορα ενός ούτως ή άλλως ασταθούς και φευγαλέου χώρου, όπως το δοκίμιο. Η πολυμέρεια λοιπόν προς την οποία αμφιρρέπει το συγκεκριμένο μυθιστόρημα –φιλοσοφία, ημερολόγιο, εσωτερικός μονόλογος– το οδηγούν σε «πνευματική αλητεία», δηλαδή σε ένα λόγο αφετηριακό, που καταφέρνει «.. να τραβήξει την κουρτίνα που μας κλείνει μέσα, κι όχι έξω…» [4].

Αναρωτιέμαι τέλος αν έχει κανείς μιλήσει για τον ερωτισμό του Μεγάλου Αμπάι. Θαρρώ πως είναι μία λίαν ενδιαφέρουσα διάσταση του βιβλίου (όπως και των άλλων βιβλίων του συγγραφέα). Συμπορεύεται ήρεμα με την ιδεολογική, φιλοσοφική, ιστορική, γεωγραφική διάσταση, καταφέρνοντας ωστόσο κάτι μοναδικό: να πρωταγωνιστεί σε κάθε σχεδόν σελίδα, «μπρος και πίσω από τις κουρτίνες». Τον ερωτισμό αυτόν δεν τον νιώθεις μόνο στα σημεία που είναι άμεσα αισθητός, όπως οι σκηνές των ερωτικών συνευρέσεων με την Οζόρο  που συνιστούν τον Αρχέτυπο Ερωτισμό, την ταύτιση της επιθυμίας με την πραγματικότητα, δηλαδή την ύψιστη Ευτυχία, «τη στιγμή που συμπυκνώνει όλες τις άλλες στιγμές, απορρίπτοντας το περιττό και το ανούσιο». Είναι και η γλώσσα που οδηγεί στη βίωση εκ μέρους του αναγνώστη ενός φαντασιακού ερωτισμού: μία γλώσσα ρευστή, γλώσσα δηλαδή του σώματος, εύκαμπτη, υγρή, που αξιοποιεί τα ευεργετικά δώρα της παρομοίωσης, της συνεκδοχής, της επανάληψης, της εικόνας ως μέσου ερωτικής συνυποδήλωσης, και ακόμη την αφήγηση ως όχημα ερωτικής κατάθεσης και άνευ όρων παράδοσης. Με δυο λόγια: μία γλώσσα που στα πιο πολλά σημεία αισθητοποιεί η ίδια ως μορφή το περιεχόμενό της: τον ερωτισμό.

Επανέρχομαι. Αν ο ερωτισμός βιώνεται ως μία φυσικοδιανοητική κατάσταση που είναι σε θέση ν’ απελευθερώσει απίστευτες εσωτερικές δυνάμεις, πολλές φορές λανθάνουσες μέσα μας,  ν’ ανοίξει τα μάτια της ψυχής και τους πόρους του σώματος για να δεχτούν τα θεία δώρα,  τότε και η ίδια η φύση, ακόμη και τα πιο ταπεινά πράγματα, γίνονται αντικείμενό του. Κι αυτό είναι το μεγαλείο του, ότι γίνεται δηλαδή πανδότης: Στην εκστατική παράδοση στην αγκαλιά της φύσης ενώ ταξιδεύεις με μία φελούκα στα νερά του Μεγάλου Αμπάϊ,, στην πρώτη κάθε φορά επαφή με τους ιθαγενείς που κρύβει κι αυτή τον πόθο της ανθρώπινης προσέγγισης και τον έρωτα της ανακάλυψης, τον έρωτα του ανθρώπινου σώματος όπως ενδεικτικά στο απόσπασμα: «…την αγαπούσα – αυτή ήταν η λέξη που μου’ ρχόταν στο νου …[…]… πριν αφεθώ στην αγκαλιά της, πρόφτασα να συλλογιστώ ότι σε καμιά από τις τοπικές γλώσσες δεν είχα συναντήσει τη λέξη «αμαρτία» ». Ακόμη και ο χορός είναι έρωτας (τι αλήθεια πράγματι): «..Ρυθμοί που αναδεικνύουν τη σωματικότητα -θηλυκή και αρσενική-, τον εγκόσμιο αισθησιασμό, τη μεγαλόπρεπη και απλόχερη μορφή της σεξουαλικότητας, την εκστατική, θεϊκή εκδοχή του ερωτισμού. Το σώμα είναι έκφραση της ψυχής, σκέφτηκα».

Ίσως όμως ο πιο μεγάλος  ερωτισμός να βρίσκεται στο λόγο του ήρωα: «το πάθος κινεί τον κόσμο». Γιατί τι πιο βαθιά ερωτικό, πιο «μεγάλο» από τον έρωτα που κινητοποιεί τον ήρωα να εξερευνά τα μυστήρια της Γεωγραφίας, τις αντιφάσεις των πολιτισμών, τα εμπόδια της φύσης, την κρυμμένη μαγεία; Τίποτε, γιατί πίσω από όλα αυτά κρύβεται κάτι το εγγενώς δυσεξήγητο, ανερμήνευτο, απροσπέλαστο και από πολλούς παρανοϊκό, δηλαδή εντέλει κάτι το ερωτικό. Άφησα τελευταία αυτή την πτυχή. Κυρίως το ότι το ερωτικό στοιχείο δεν είναι εγωκεντρικό: αυτοπληροίται, όμως είναι και βαθιά ανθρώπινο και κατ’ επέκταση συλλογικό.

Σαν ένας άλλος Νείλος Ο Μεγάλος Αμπάϊ [5] του Μιχάλη Μοδινού καταφέρνει να μας ταξιδέψει. Και στο ταξίδι αυτό, της ανάγνωσης, ο αποδέκτης αισθάνεται ότι συχνά πλέει όχι με σύμμαχο, αλλά κόντρα στο ρεύμα του ποταμού. Η ανταμοιβή του; Να γυμνάσει με τρόπο μοναδικό το στοχασμό και τη  συγκίνησή του. 

 

[1] Όλο αυτό το υλικό καταγράφεται με απίστευτη ενάργεια όχι μόνο επειδή ο συγγραφέας υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του πολιτισμού της Αφρικής, αλλά και επειδή η επιστημονική του ιδιότητα και το συγγραφικό του έργο του  επιτρέπουν την αναπαράσταση αυτού του κόσμου με εργαλείο τη γνώση.

[2] Ο στίχος από τον «Πόρφυρα» του Σολωμού. Συνειρμικά η ψυχική ευδαιμονία  του Στρατή (Μεγάλος Αμπάϊ) όταν βρίσκεται στην αγκαλιά της φύσης ανάγει τη φαντασία μας στον ήρωα του Σολωμού που χαίρεται με όλες τις αισθήσεις του την ομορφιά και τη γαλήνη της φύσης πριν αυτή  του δείξει την εχθρική της όψη.

[3] Ρόμπερτ Κάπλαν, «Τα άκρα του κόσμου: ένα ταξίδι στην αυγή του 21ου αιώνα», πρόλογος. Για την ταξιδιωτική Λογοτεχνία ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο του Αναστάση  Βιστωνίτη, δημοσιεύτηκε στο Βήμα  της 30/8/1998.

[4] Βιρτζίνια Γουλφ, «Το σύγχρονο αγγλικό δοκίμιο» , Διαβάζω 117(24-4-1985),  σσ. 42,43.

[5] Μεγάλος Αμπάϊ είναι η ονομασία του Νείλου στην τοπική γλώσσα των Αμχάρα Αιθιόπων. Για την ακρίβεια, όπως τελικά ανακαλύφτηκε πολύ αργότερα, πρόκειται για  τον μεγαλύτερο παραπόταμό του μιας και ο κύριος ρους είναι ο Λευκός Νείλος που περιγράφεται στην μεταγενέστερη σπουδαία  Εκουατόρια (Καστανιώτης 2016)

 

Η Σοφία Αργυράκη είναι φιλόλογος και καθηγήτρια. Έχει συνεργασθεί σε ποικίλα ευρωπαϊκά  προγράμματα. Στα ειδικά  ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνεται η δοκιμιακή πεζογραφία.

 

16,084 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η Εμπεδόκλεια ενεργοποίηση, γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς [Άπαντα τα ευρισκόμενα, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντινός]

Στοχαστής της αναμεικτικής διαφορικότητας και του στοιχειακού περιορισμού, ο Εμπεδοκλής, είναι παρών, ως πηγή εμπλουτισμού της σύγχρονης ελληνικής παιδείας και...

Close