Ο πολυαίμακτος ναός της Παλλάδας, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

Το χειρότερο με τις αποφάσεις είναι πως πρέπει να ληφθούν. Διότι, το ξέρουμε, είμαστε οι επιλογές μας.

Ωστόσο, αν επιμένουμε να διαβλέπουμε εννοιολογικές αποχρώσεις σε λέξεις κατ’ ουσίαν συνώνυμες, θα παρατηρούσαμε μια αδιόρατη διάσταση ανάμεσα στην επιλογή και την απόφαση. Η πρώτη υπαινίσσεται μια εθελούσια χειρονομία, ενώ η δεύτερη εμπεριέχει τον εξαναγκασμό. Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης δεν προσφέρει στον ήρωα του μυθιστορήματος το προνόμιο της επιλογής, αλλά τον υποχρεώνει να πάρει μια απόφαση αβάσταχτα επιτακτική, καθότι σύμφυτη με την αυτοσυνειδησία του. Μια απόφαση που τον καλεί να αναμετρηθεί με το βάσανο κάθε ψυχοσύστασης, το χάσμα μεταξύ επιθυμίας και αδυναμίας, μεταξύ ονείρου και αλήθειας. Ο ήρωάς του, ο Αργύρης Τρίκορφος, εγκλωβισμένος σε ένα πεδίο λειψών, στοιχειωδών επιλογών, από αυτές που ουδέποτε επιφέρουν εσώτατες αναμοχλεύσεις, έρχεται αίφνης αντιμέτωπος με μια απόφαση που εγείρεται καταπάνω του υπό τη μορφή ενός απηνούς διλήμματος.

Ο Αργύρης έχει μια αποκρυσταλλωμένη, στο μέτρο του δυνατού, πεποίθηση για το πώς οφείλει να είναι, δηλαδή γνωρίζει πώς οφείλει να πράττει. Η στάση του, απότοκη τόσο της πατρικής αγωγής όσο και μιας έμφυτης, αμιγώς ανδροπρεπούς ακεραιότητας, ορίζεται από το καθήκον. Συνεπώς βαθύτερη προσδοκία του είναι μέσα από την εμπλοκή του με τη ζωή να αποδειχθεί ένας χρήσιμος άνθρωπος. Η ενόρμησή του προς την ηθικότητα δείχνει ακατάβλητη, μολονότι η προάσπισή της εξαντλεί τις δυνάμεις και το κουράγιο του. Οι αθηναϊκές ημέρες, ούτως ή άλλως, πολεμούν ολοένα πιο βίαια ακόμα και τα τελευταία απομεινάρια εντιμότητας και ανεξικακίας. Προφανώς δεν μπορεί να είναι εύκολα τα πράγματα για έναν χρεωκοπημένο βιοτέχνη, πατέρα τριών παιδιών, που στα πενήντα του γίνεται οδηγός ταξί. Ο Αργύρης, μεσούσης της ελληνικής κρίσης, καταδικάζεται σε μια πολυμέτωπη απομόνωση. Χάνοντας την πατρογονική βιοτεχνία κουμπιών βρίσκεται αυτοστιγμεί αθηλύκωτος κοινωνικά, σπρωγμένος προς τα χαμηλότερα στρώματα, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να αισθάνεται μονίμως υπόλογος απέναντι στην οικογένειά του για την αδυναμία του να αντεπεξέλθει στο κεφαλαιώδες χρέος του, την προστασία της. Αυτή η διπλή απομόνωση τείνει να γεννήσει και μια τρίτη, την πλέον καταστροφική, στο βαθμό που απειλεί να εκριζώσει την εικόνα που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του.

Ο Τζαμιώτης δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο που διατρέχει ο ήρωάς του προκειμένου να ελέγξει τη στερεότητα και την αντοχή των αρχών του. Ο πιο δόλιος εχθρός του είναι η ίδια η πόλη, μια Αθήνα κλειστοφοβική, σακατεμένη και ζοφερή, θα πρόσθετε κανείς και ατιμασμένη, που στις πνιγμένες στοναχές των πιο ζωντανών από τους κατοίκους της αποκρίνεται με μια ανίσχυρη, αποκαρδιωτική σιωπή. Ο Αργύρης μοιάζει με παραφωνία εντός του αποδεκατισμένου κοινωνικού σώματος, όχι μόνο επειδή πιστεύει ακράδαντα πως αυτή η μιζέρια δεν αξίζει σε κανέναν, αλλά και επειδή, σε αντίθεση με τη βουβαμάρα και την κατατονία των πολλών, επιμένει να φωνάζει και να σαστίζει. Αν και τσακισμένος από μια πλημμυρίδα συμφορών, αντιλαμβάνεται πως η αποτυχία του δεν του ανήκει εξ ολοκλήρου και παρ’ όλα αυτά έχει το θάρρος της ανάληψης της ατομικής του ευθύνης. Ωστόσο, οι αντιστάσεις του δεν είναι από σίδερο, η συνεχής έκθεση στην αποχαλινωμένη απελπισία και τη συνακόλουθη αποβορβόρωση που επελαύνουν στους δρόμους της πόλης, κλονίζει τα ένδον στηρίγματά του και τον κάνει να αμφιβάλει για την ισχύ της θέλησής του. Υπέροχη η παράγραφος όπου ο Τζαμιώτης συναιρεί την αστική σκηνογραφία με την προσωπογραφία του Αργύρη.

«Απ’ το ξημέρωμα μέχρι αργά το απόγευμα οδήγησε αδιάκοπα και μάλλον άσκοπα πάνω από εκατό χιλιόμετρα σε μια πόλη εχθρική, ρυπαρή, στενόχωρη, γεμάτη φοβισμένους και επιθετικούς ανθρώπους, με την πεποίθηση πως τόσες ώρες έκθεσης σ’ εκείνη την αποψιλωμένη από ανοχή ζούγκλα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συνειδητοποιήσει μια και καλή ποια ήταν η θέση του σ’ αυτόν τον κόσμο· μια δίκαιη τιμωρία για κάποιον που όδευε στα πενήντα με μόνη αποσκευή μερικά αμφίβολα αποθέματα θέλησης, κάμποση πικρία, μια κατεστραμμένη υγεία και ένα παρελθόν τόσο διαφορετικό απ’ την τωρινή του κατάσταση, που φάνταζε επινοημένο».

Ο Αργύρης είχε από νωρίς επιλέξει για τον εαυτό του μια ζωή που θα ισοδυναμούσε με το άθροισμα πράξεων προσανατολισμένων στο σωστό και το δίκαιο. Όσο όμως πλησίαζε η ώρα του τελικού απολογισμού, τόσο δυσκολότερη έδειχνε η διατήρηση της πίστης του στην ανωτερότητα και πρωτίστως στην ωφέλεια μιας τέτοιας ζωής. Έχοντας ήδη να καταμετρήσει αρκετές σοβαρές απώλειες που θα δικαιολογούσαν, αν μη τι άλλο, τη φθορά της πίστης του στην υπεροχή του καλού, βρίσκει στο ταξί του ένα τσαντάκι με περίπου τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ και μαζί με αυτό την εκκρεμότητα μιας τελεσίδικης απόφασης για το ποιος πραγματικά είναι. Η ιδιοσυγκρασία του, εμβριθώς αποδοσμένη μέχρι εκείνο το σημείο, καθιστά την απόφασή του μονόδρομο και συνεκδοχικά ανυπόστατο το δίλημμα. Ένας έντιμος άνθρωπος ποτέ δεν θα ιδιοποιούνταν ξένη περιουσία. Όμως ο Τζαμιώτης, ένας δεξιοτέχνης ψυχογράφος, γνωρίζει πως καμία αρετή δεν διασφαλίζεται άκοπα, αλλιώς δεν θα διέφερε από τα εγγενή γνωρίσματα ενός προσώπου, λόγου χάριν, τα φυσιογνωμικά. Ο ήρωάς του αποκαλύπτει το ηθικό του έρμα μέσα από τις επάλληλες δοκιμασίες του. Δεν είναι ούτε μονοδιάστατος ούτε δογματικός για να απωθεί αβασάνιστα καθετί που τείνει να ανατρέψει την κοσμοαντίληψή του. Γι’ αυτό σκέφτεται σοβαρά να κρατήσει τα λεφτά. Η καλοήθειά του δεν τον καθιστά εκ των προτέρων αλεξίκακο. Η επιλογή του να είναι καλός του κοστίζει πολύ ακριβά, οδηγώντας τον συχνά μέχρι την ταπείνωση.

Από το άλλο μέρος, η ορθοφροσύνη του Αργύρη δεν αποκτά ποτέ τη σκληρή και τραχιά υφή μιας αγιωτικής αγερωχίας, στο μέτρο που δείχνει περισσότερο αγωνία παρά κατάκτηση. Άλλωστε δεν βαυκαλίζεται με την αυταπάτη της αθωότητας, καθώς η ευσυνειδησία του τον υποχρεώνει να αναγνωρίζει τις παλιές του αμαρτίες. Δεν ξεχνά πως πριν την όψιμη, εκβιαστική μεταστροφή που του επέβαλε η χρεωκοπία, κοιτούσε και αυτός τον κόσμο με βλέμμα ναρκωμένο και κοντό, που απέφευγε προνοητικά να ξεμακρύνει από τις αυστηρά ιδιωτικές υποθέσεις του. «Η ενοχή είναι δάχτυλο σχολαστικό», μας λέει ο Τζαμιώτης βλέποντας τον ήρωά του να επωμίζεται αστοχίες και ανεπάρκειες που δεν του αναλογούσαν στο σύνολό τους. Η αλλοτινή τυφλότητα είχε δώσει τη θέση της σε ένα διαρκές δικαστήριο, όπου κατήγορος και κατηγορούμενος συνέκλιναν στο πρόσωπό του. Η σύνεση και η μακροθυμία, ξεχασμένες πολλάκις μες στην ευδαιμονία των παλιών ημερών, που όμως τώρα πια κυβερνούσαν τις πράξεις του, ήταν εν μέρει και έργο της ανάγκης. Ίσως γι’ αυτό δεν δυσκολεύεται να δει την κράτηση των χρημάτων από την πλευρά του χρέους, με τη διττή σημασία. Χάρη σε αυτό το ανέλπιστο εύρημα και θα εξοφλούσε τις οφειλές του στους τοκογλύφους και θα εκπλήρωνε το εφέστιο χρέος του. Αντιθέτως, η παράδοσή τους θα μπορούσε να εκληφθεί σαν αμέλεια του πιο σημαντικού καθήκοντος και για εκείνον η παραμικρή ολιγωρία απέναντι στους δικούς του ήταν ό,τι πιο ανήθικο μπορούσε να διανοηθεί.

«Κανένας δεν μπορούσε να είναι πιο πάνω απ’ αυτούς και η πρωτοκαθεδρία τους, έτσι απόλυτα αδιαπραγμάτευτη όπως κυκλοφορούσε στο κεφάλι του, έδειχνε ικανή, αφού τα πράγματα ήρθαν όπως ήρθαν, να τανύσει μέχρι εκεί που δεν παίρνει ως και τα ηθικά του όρια».

Ο Τζαμιώτης καταποντίζει τον ήρωα σε μια δίνη αντιμαχόμενων συλλογισμών, που ο καθένας τον έλκει με τη δική του πειθώ, κατορθώνοντας εντέχνως να απομακρύνει την υπόνοια της ιδιοτέλειας τόσο από την κατάφαση όσο και από την άρνηση μεταξύ των οποίων κλυδωνίζεται. Υπό μία έννοια, όποια και αν ήταν η απόφασή του δεν θα έπληττε την ηθικότητα των αρχών του. Όμως, από ένα σημείο και πέρα η οπτική του αρχίζει να διαγράφει μια κεντρομόλο τροχιά, αφήνοντας απέξω το δίκιο των άλλων (εκείνου που έχασε τα χρήματα, της οικογένειάς του) για να επιστρέψει στον ίδιο του τον εαυτό, έναντι του οποίου όφειλε πρώτα απ’ όλους να υπερασπιστεί την απόφασή του. «Ναι, αμφέβαλλε και αυτή η αμφιβολία του ήταν δύσκολο να καμφθεί, γιατί δεν τρεφόταν από εξωτερικά σημάδια παρά πήγαζε από τα σπλάγχνα του, απ’ όσα αναγνώριζε και υπερασπιζόταν ως δικά του».

Έχει σημασία να δούμε πως το «όχι» που αποφασίζει για τον εαυτό του ο Αργύρης δεν εκπηγάζει μόνο από το ψυχικό του αντίβαρο, αλλά και από τον φόβο, που, αντί να σκιάζει, λαμπρύνει περισσότερο κάθε αληθινό ηρωισμό. Με άλλα λόγια, φοβόταν πως αυτή η αμφίσημη δωρεά θα τον εμπόδιζε να ζήσει τη ζωή που προόριζε για τον ίδιο και την οικογένειά του. «Το τίμημα έμοιαζε να υπερβαίνει το δικαίωμά του στο όνειρο». Οι συνέπειες, τα τοξικά απόνερα κάθε απόφασης, έρχονται να επιβεβαιώσουν τους δριμύτερους δισταγμούς του, καθώς καμία δικαίωση δεν ανταμείβει τελικά την τόσο επίμοχθη χειρονομία του. Η μόνη ανάσα που καταδέχεται να παραχωρήσει στον ήρωά του ο Τζαμιώτης είναι η φευγαλέα ανακούφιση από το γεγονός πως έστω για μια στιγμή αποδείχθηκαν αληθινά όλα όσα πίστευε για τον εαυτό του. Μια επιβράβευση εσωτερική, εξαιρετικά εύθραυστη και επισφαλής, ιδίως όταν συγκρούεται με την αδυσώπητη πραγματικότητα των άλλων. Ό,τι ακολουθεί την παράδοση των χρημάτων μοιάζει να λοιδορεί την υψηλοφροσύνη των αμφιταλαντεύσεων του Αργύρη και μαζί την πίστη του σε αξίες μέχρι πρότινος απαραγνώριστες. Η ακατανοησία της πράξης του στρέφει τον κοινωνικό του περίγυρο εναντίον του, ενώ ο ίδιος αντικρίζει έκπληκτος στον κλοιό των περιφρονητικών βλεμμάτων το παραμορφωμένο, φαιδρό και ανυπόληπτο είδωλό του, αποστραγγισμένο από τις ζωτικές αντιστάσεις που συνείχαν την υπόστασή του.

Η πόλη ανακαλύπτει στο πρόσωπό του έναν δολιοφθορέα, ο οποίος αθόρυβα και ανύποπτα, όντας απλώς αυτός που είναι, είχε βαλθεί να ανασκάψει τις ασχήμιες της. Προτάσσοντας την ακεραιότητά του ο Αργύρης προσωποποιεί ένα σκάνδαλο, που απειλεί να ξηλώσει ολοσχερώς τον ήδη κουρελιασμένο αστικό ιστό. Το μίσος που αποσπά είναι ο μεταμφιεσμένος φόβος των πολλών για τη διασάλευση του εφησυχασμού τους. Όσο φαύλοι και πωρωμένοι και αν είναι, μπορούν να καταλάβουν πως στην αντιπαραβολή με αυτή την ακατανόητη μονάδα δείχνουν χειρότεροι και αυτό δεν του το συγχωρούν. Ενδεχομένως ο καταιγισμός πυρών που εξαπολύει καταπάνω στον ήρωά του ο Τζαμιώτης, μπορεί να ιδωθεί σαν αντεστραμμένη διάκριση, σαν πειστήριο της αδιάνυτης απόστασης που τον διαχωρίζει από τους διώκτες και τους χλευαστές του. Και αυτή η κρίσιμη απόσταση που επιτήδεια διατηρεί αδιατάρακτη ο συγγραφέας, συνιστά για τον Αργύρη το μείζον εχέγγυο της σωτηρίας του.

Όμως στο μυθιστόρημα η σκέψη δεν ανήκει στον ήρωα αλλά στον συγγραφέα. Ο Αργύρης δεν επισκοπεί την περίπτωσή του με εγκεφαλική νηφαλιότητα ούτε αποδύεται σε ενδελεχή κοινωνιολογική εποπτεία, καθώς είναι υποχρεωμένος να δρα και να υφίσταται. Το μεγεθυσμένο από παραδηλώσεις πορτρέτο του αναφύεται μέσα από τους στοχασμούς του συγγραφέα. Ο ίδιος ξέρει πως είναι ένας πολύ ζορισμένος άνθρωπος, που κλήθηκε να πάρει μια απόφαση που τον υπερέβαινε. Η σύγχυσή του και η ακαταλάγιαστη απορία του για τον κόσμο προβάλλουν με ένταση μέσα από την τριτοπρόσωπη αφήγηση, διασφαλίζοντας την αληθοφάνεια της ιδιοσυστασίας του. Παραδείγματος χάριν, μολονότι ο Τζαμιώτης απεργάζεται μεθοδικά τη δοκιμασία του προκειμένου να την επεκτείνει σε ένα σχόλιο για τη σημερινή Ελλάδα, ο Αργύρης, όταν έρχεται η στιγμή να ξεστομίσει την αλήθεια που ήταν σάρκα από τη σάρκα του, την αλήθεια που στάθηκε η θρυαλλίδα της απόφασής του, συνειδητοποιεί πως αδυνατούσε να βρει τις λέξεις που θα διατράνωναν το δίκιο του. Ξαφνικά ένιωθε «ανίκανος να υπερασπιστεί τα πιο δικά του πράγματα». «[…] είχε φτάσει στο αξιοθρήνητο σημείο να μην μπορεί να ψελλίσει δυο πραγματικές κουβέντες, που θα καθρεφτίζουν όσα τον συνιστούσαν».

Ο Τζαμιώτης χειρίζεται πολύ προσεκτικά και συγκρατημένα τη μετάπλαση του ήρωα σε πρότυπο, φροντίζοντας να ξεγυμνώνει τις πιο ανοχύρωτες πτυχές του, υπενθυμίζοντας έτσι πως δεν είναι παρά ένας άνθρωπος που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με όσο περισσότερη αξιοπρέπεια αντέχει να διεκδικήσει. Η έκθυμη συμπάθειά του για τον Αργύρη, όμως, δεν τον εμποδίζει να του στερήσει ακόμα και το πιο μετριοπαθές αίσθημα περηφάνιας. Σε αντίθεση με όσα σκέφτεται ο συγγραφέας για εκείνον, ο ήρωας οδεύοντας διαλυμένος προς το τέλος του μυθιστορήματος, οικτίρει τον εαυτό του για όσα υποχρεώθηκε να αποδείξει. «Μακάρι να μην είχε συμβεί τίποτα απ’ όλα αυτά, μακάρι να μην είχε βρει ποτέ εκείνο το δερμάτινο τσαντάκι και να μη χρειαζόταν ν’ αποφασίσει ό,τι αποφάσισε». Μακάρι να μην «είχε μπει ποτέ σ’ ένα τέτοιο τρομερό δίλημμα, που λίγο έλειψε να ξεριζώσει από μέσα του όλα όσα πίστευε».

Οι τρεις πρώτες λέξεις του μυθιστορήματος, «Πάντα κάτι λείπει», συνοψίζουν τη δυστυχία όχι μόνο του Αργύρη, αλλά αναμφίβολα πολλών περισσότερων. Στην αμέσως επόμενη φράση ο Τζαμιώτης αίρει τον συμβολικό απόηχο των λέξεων υποδεικνύοντας πως αναφέρονται απλώς στο σάντουιτς που μασουλάει ο ήρωας στην εναρκτήρια σκηνή· ένα κολατσιό που λόγω παράλειψης κάποιου υλικού βγήκε άνοστο. Παιγνιώδης η υπόδειξη, καθώς η κυριολεξία που επικαλείται δεν είναι παρά πλασματική. Θα υπάρξουν αρκετές φορές ακόμη που ο Αργύρης θα δυσφορήσει από τη στυφή επίγευση της πόλης. Η αίσθηση της «ανοστιάς» επικάθεται στον ουρανίσκο σαν υπόμνηση των δυσκολοχώνευτων ημερών του. Αξίζει να προσεχθεί πόσες σοκολάτες τρώει στις σελίδες. Μια γλύκα παροδική, που δεν αρκεί για να αρτύνει τον κόσμο. Σε στιγμές που ενδίδει στην απογοήτευση, ο Αργύρης αισθάνεται να τον κυριεύει μια άρνηση για όλα, «μια ανορεξία», «λες και ο κόσμος έχασε ξάφνου τη νοστιμάδα του και από δω κι εμπρός δεν θα είχαν γούστο μήτε τα παλιά μήτε τα καινούργια». Σε κάθε του αναμέτρηση με την πραγματικότητα, «πάλι η ίδια ανοστιά τού ανακάτευε το στομάχι. Το έβρισκε άδικο να κυκλώνεται κανείς από τόση έλλειψη όρεξης, όταν είναι αναγκασμένος να πράττει και να λογίζεται ασταμάτητα». Μόνο όταν βγαίνει από το αστυνομικό τμήμα έχοντας μόλις παραδώσει τα χρήματα, νιώθει ευχαριστημένος, καθώς «μετά από μια παρατεταμένη περίοδο αφόρητης ανοστιάς γευόταν ξανά τη γλύκα μιας κάποιας δικαίωσης».

Πέρα από τη μετωνυμική λειτουργία της «ανοστιάς», στο μυθιστόρημα συναντάμε στιγμιότυπα με αλληγορική βαρύτητα, που εγκατασπείρονται σε διάφορες σκηνές για να πλατύνουν τη σημασία τους και να φωτίσουν το βάθος τους. Η περιγραφή, για παράδειγμα, μιας λεμονιάς στην αρχή του βιβλίου παραπέμπει ευθέως στον ψυχισμό του ήρωα, διότι, όπως εκείνος, ήταν και αυτή «μια μοναχική παρουσία» που «ρίζωνε ακατάβλητη» στο πεζοδρόμιο και «έτσι γεμάτη από ζωή και ομορφάδα όπως έδειχνε, περιγελούσε την ασχήμια που τη στρίμωχνε και μαζί όσους την περιφρονούσαν ή πάσχιζαν να την αφανίσουν». Εξαιρετική είναι επίσης η πολυεπίπεδη σκηνοθεσία ενός επεισοδίου στον δρόμο, όπου αποτυπώνεται η μάταιη μάχη ανάμεσα σε έναν λιπόσαρκο αλλοδαπό και ένα θηριώδες ψυγείο, ένα «πολύτιμο σκουπίδι», που κάγχαζε τον επίδοξο, επείσακτο άρπαγα για τη λαχτάρα του να αποκτήσει «αυτή την πεταμένη υπερβολή, που συμβόλιζε την αφθονία των άλλων και υπενθύμιζε με τον πιο προκλητικό, τον πιο αμείλικτο τρόπο» την έλλειψη του δικού του επιούσιου άρτου.

Παράλληλα, ο Τζαμιώτης ενθέτει στην αφήγηση υπαινιγμούς για την προσωπική του θεώρηση πάνω στη συγγραφή. Ένα πρόδηλο αυτοαναφορικό σχόλιο υποκρύπτεται, λόγου χάριν, στη συγκίνηση του ήρωα για την Αυλή των θαυμάτων του Καμπανέλλη, που είχε δει κάποτε στο θέατρο. Στον θαυμασμό του για το πώς το έργο παρουσιάζοντας τις ζωές ανθρώπων που του έμοιαζαν, τον είχε βοηθήσει να καταλάβει ποιος είναι, διαφαίνεται η πλάγια υπόδειξη του συγγραφέα για τη στόχευση του παρόντος βιβλίου του· ένας νυγμός που προεκτείνεται σε άλλη σκηνή μέσα από τον διάλογο του Αργύρη με έναν νεαρό ποιητή που έφευγε στο Βερολίνο. Οι παραινέσεις του προς τον νεαρό να μείνει στην πατρίδα του, να δει και να ακούσει τα πράγματα που της συμβαίνουν, έτσι ώστε η ποίησή του να ενθυλακώνει τον τόπο του, έρχονται να συμπληρώσουν τη θέση του συγγραφέα για τον «ηθικό» ρόλο της τέχνης και την ευθύνη του δημιουργού.

Η Αθήνα, εκπληκτικά εξεικονισμένη, προβάλλει στις σελίδες σαν αντηχείο της φαυλότητας, της εξαχρείωσης και της παραίτησης των κατοίκων της. Η πόλη αποδίδεται με έναν σκληρό ρεαλισμό, που αντιγράφει λεπτομερώς τις πιο αποτρόπαιες όψεις της, διηθώντας ταυτόχρονα τη βαναυσότητα του ψυχικού τους αντίκτυπου με την ευθυβολία που μόνο μια εύρωστη γραφή συνδιαλέγεται με τη ζωή. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι αναμφίβολα συνταρακτική η σελίδα που εκχωρείται στους νεκροζώντανους της Ομόνοιας, οι οποίοι με τη θλιβερή τους συνάθροιση στον ομφαλό του αστικού κορμού μαρτυρούν μια αμφίδρομη αποτυχία, τη δική τους και της πόλης· «ένα θέατρο χαροκαμένων είχε στήσει τούτη η λυπηρή και άθλια μάζωξη, που σαν ορδή φαντασμάτων φρόντισε, λες και αποζητούσε εκδίκηση για τον προδικασμένο αφανισμό της, να καταλάβει το πιο συμβολικό απ’ τα κεντρικά σημεία της πόλης, στήνοντας εδώ, μπροστά στα μάτια όσων λογίζονταν κανονικοί ή δήλωναν αμέτοχοι στα βάσανά τους, ένα πανηγύρι αργόσυρτου θανάτου».

Από την άλλη, σε αυτή την ευρωπαϊκή πρωτεύουσα οι «νεόπτωχοι», οι πιο ευάλωτοι από τους «κανονικούς», οι ασθενέστεροι κρίκοι «μιας αλυσίδας που σάπιζε από χρόνια», ανακάλυπταν, καθώς εισέρχονταν σε μια καινοφανή, «απογυμνωμένη από προνόμια και ευκολίες κατάσταση», πως «υπήρχε τρόπος να πεθάνεις από ασιτία». Μετά το μεγάλο φαγοπότι των Ολυμπιακών Αγώνων, υπήρχαν ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι που σχημάτιζαν ουρές στα συσσίτια των δήμων και των ενοριών, ενώ δίπλα τους, σε εκπεσούσες γειτονιές και αφύλακτες παρόδους καιροφυλακτούσαν, σε επισφαλή απόσταση ασφαλείας, συμμορίες λαθρομεταναστών και νεοναζί, έτοιμες να λεηλατήσουν τα ύστατα υπολείμματα ανθρωπιάς ακόμα και από όσους αποστρέφονταν τους ανοιχτούς λογαριασμούς τους. Ατενίζοντας από τους λόφους της πόλης το πανοραμικό της ανάπτυγμα, ο Αργύρης συλλογίζεται πως «αυτό που αντίκριζε δεν άξιζε σε κανέναν». Ένα τερατώδες, υπερτροφικό μωσαϊκό, όπου η βαρβαρότητα συναγωνιζόταν την κακογουστιά, μέσα στο οποίο ο καθένας δοκιμαζόταν στον δικό του αγώνα, «χωρίς καμιά εγγύηση επιτυχίας». Εδώ και πολύ καιρό η πόλη απομυζούσε και ευτέλιζε ό,τι όμορφο επιζούσε στους εξουθενωμένους ενοίκους της, εκδικούμενη με ψυχική κακοποίηση τις κακώσεις που της προκαλούσαν η αδιαφορία, η σκαιότητα και ο καιροσκοπισμός τους.

Μέσα σε αυτό το ρημαγμένο τοπίο, το αρχιτεκτόνημα της αποκτήνωσης, ο Τζαμιώτης καθυστερεί σε ορισμένες φιγούρες που φέρουν τα πιο εμφανή τραύματα από την επιδημική αποθηρίωση. Ξεχωρίζω δύο από αυτές, καθώς στα αδρά σκιαγραφήματά τους εγκιβωτίζεται όλη εκείνη η αδυσώπητη βία, που ορίζει ακόμα και την πιο επουσιώδη δοσοληψία με την καθημερινότητα. Η πρώτη φιγούρα ανήκει σε μια νεαρή γυναίκα που με την «πληθωρική, αντικοινωνική εξωστρέφειά της» σπρώχνει άγαρμπα τον Αργύρη στην προσπάθειά της να χωθεί στο ασανσέρ από το οποίο βγαίνει εκείνος. «Στα ελάχιστα δευτερόλεπτα μέχρι να κλείσει η πόρτα του ανελκυστήρα», ο Τζαμιώτης προλαβαίνει να ξύσει την επιφάνεια της ξιπασμένης όψης της για να φανερώσει τις πρόχειρα επικαλυμμένες οξειδώσεις, σφραγίζοντας την αποκαθήλωσή της με μια δηλητηριώδη ερώτηση: «Σε τι κοσμογονικές αλλαγές μπορούσε κανείς να ελπίζει, ώστε αυτό το θηλυκό να ξεπεράσει τις ματαιώσεις του και να αναθρέψει άνθρωπο αντί για τέρας;»

Στο δεύτερο πορτρέτο απεικονίζεται ένας νεαρός κουκουλοφόρος, ο οποίος έχοντας κατατροπώσει τον Αργύρη σε μια εξαρχής ανώφελη σύγκρουση, κυριεύεται από έναν παροξυσμό επιθετικότητας, που μοιάζει εξωφρενική ακριβώς επειδή κανένα ερέθισμα δεν την αναδαυλίζει. Οι κατ’ επίφαση διαλλακτικές σκέψεις του συγγραφέα όχι μόνο δεν απαλύνουν τη φρίκη της μορφής του, αλλά τονίζουν τον τρομακτικό παραλογισμό της μανίας του. «Χωρίς αμφιβολία κάτι δραματικό ταλάνιζε το παιδί εκείνες τις στιγμές, κάτι ακραίο που υπερέβαινε τις αντοχές του και τον έκανε να παραλογίζεται με τέτοιο τρόπο. Ίσως αυτή η απρόβλεπτη αντιπαράθεση, παρά την ευνοϊκή για τον ίδιο κατάληξη, έθεσε σε δοκιμασία όσα μέχρι πριν από λίγο έμοιαζαν στέρεα και ξεκαθαρισμένα για το ποιος ήταν ο ρόλος του σ’ αυτό τον κόσμο. […] Μπορεί πάλι να μην ήταν έτσι. Να επρόκειτο απλώς για έναν τσαντισμένο βάνδαλο που ’χε μάθει να περνάει πάντα το δικό του, οι αβέβαιες εποχές εκκολάπτουν κάθε είδους παράσιτα».

Το φινάλε του μυθιστορήματος τοποθετείται προσφυώς στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία Συντάγματος, το διάστημα που τελούσε υπό την ομηρία των αγανακτισμένων. Ιδανικό το σκηνικό για τη σύνοψη μιας κοχλάζουσας, αιμάσσουσας ανθρωπογεωγραφίας. Εδώ ο Αργύρης αποκτά με τον πιο άγριο τρόπο πλήρη επίγνωση της μοναξιάς του, ενόσω η κοινωνία, σαρωμένη από τη συμπόνια και την αλληλεγγύη, αποκαλύπτει τα όριά της. «Σε ακτίνα μερικών εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων η πραγματικότητα εξαντλούσε την αυστηρότητά της χωρίς διακρίσεις, δημιουργώντας ένα σκηνικό αλληλοεξόντωσης». Έρμαιο της συλλογικής λύσσας, εγκλωβισμένος σε μια αλλόκοτη, εμφύλια σύρραξη, ποδοπατημένος, ταπεινωμένος, με τα πνευμόνια του πυρπολημένα από τα δακρυγόνα, ο Αργύρης κινδυνεύει να στερηθεί το μόνο που του απομένει, τη ζωή του. Μια ζωή που μολονότι είχε όλο και λιγότερους λόγους να την υπερασπίζεται, ήξερε πως δεν είχε δικαίωμα να τη χάσει. Ο «θάνατος είναι κι απόφαση». Και ο συγγραφέας δεν επιτρέπει στιγμή στον ήρωά του, του οποίου όλη η μυθοπλαστική ύπαρξη συγκλονίζεται από ένα υπαρξιακό δίλημμα, να πάρει μια τόσο τελεσίδικη και, στην περίπτωσή του, ανήθικη απόφαση. Ήταν «από επιλογή ισόβιος φίλος και προστάτης» της οικογένειάς του, συνεπώς η αυτοκτονία θα επικύρωνε μια ανανδρία που ουδέποτε θέλησε για τον εαυτό του.

Βέβαια, ο Τζαμιώτης δεν τον βοηθά ιδιαίτερα να μείνει αφοσιωμένος σε αυτή την ισόβια επιλογή. Κάθε άλλο. Από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα τον υποβάλλει σε κάθε λογής μαρτύρια, υποχρεώνοντάς τον μάλιστα να τα υποδέχεται με αλλόκοσμη καρτερία και προκλητική αισιοδοξία, επικολλώντας ειρωνικά στη χειμαζόμενη μορφή του το ίχνος ενός σαρδόνιου χαμόγελου. Οι πανωλεθρίες του Αργύρη αποκτούν μέσα από την επιτάχυνση του ρυθμού τους και την επιδείνωση των συνεπειών τους έναν ιλαρό χαρακτήρα, που έρχεται να υπονομεύσει τη δραματικότητα των συμβάντων. Αυτός ο υφέρπων σαρκασμός που διαχέεται σε όλες τις σελίδες, παροξύνεται στην καταληκτική σκηνή, η οποία καταιονίζεται από μια αιφνίδια, δυνατή βροχή, που σε άλλο βιβλίο θα συμβολοποιούσε την υπεσχημένη κάθαρση, μόνο που τώρα δεν ξεπλένει τίποτα, αντιθέτως λερώνει την πόλη και τον ήρωα με ένα λασπωμένο νερό, «στο χρώμα του πεθαμένου αίματος». Τα πράγματα παραείναι χάλια, αλλά όχι και ανεπανόρθωτα, μοιάζει να λέει με τα χέρια ανοιχτά ο Αργύρης, σε μια στάση όχι τόσο παραίτησης αλλά περισσότερο υποδοχής, καθώς αφήνεται να μουσκέψει από τη «ματωμένη εκείνη βροχή», μέχρι να τον στεγνώσει κάποια επικείμενη ευδία.

«Τέτοιος παλιόκοσμος ήταν ανέκαθεν ο κόσμος».

 

Tsa

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η πόλη και η σιωπή, Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Εκδόσεις Καστανιώτη

 

2,939 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
H Φωτεινή Τσαλίκογλου απαντά στο ερωτηματολόγιο του L

Περιγράψτε μας την εικόνα του εφηβικού δωματίου σας και βάλτε μας και το σχετικό soundtrack. Ακαταστασία, βιβλία παντού,  στον τοίχο...

Close