Ο Τάσος Γουδέλης σε μια συνομιλία με την Τέσυ Μπάιλα στο Literature.gr

By  |  0 Comments

Ο Τάσος Γουδέλης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1982 συνεργάζεται με τον ποιητή Κώστα Μαυρουδή στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού “Το Δέντρο”. Έχει γράψει συλλογές διηγημάτων και έχει βραβευθεί  με το κρατικό βραβείο Διηγήματος & βραβείο Διηγήματος του περιοδικού “Διαβάζω”. Άρθρα του για τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, ειδικές εκδόσεις και εφημερίδες. Aπό το 1998 συνεργάζεται με το ένθετο “Βιβλιοθήκη” της εφημερίδας “Ελευθεροτυπία”, δημοσιεύοντας κυρίως, κριτικές ξένης λογοτεχνίας. Διδάσκει ιστορία του κινηματογράφου στην Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου, έχει διδάξει σενάριο σε διάφορες κινηματογραφικές σχολές και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης). 

Γνωρίσαμε τον κ. Τάσο Γουδέλη τη βραδιά της απονομής των Bραβείων του Literature gr. Ευγενικός και προσηνής μας μίλησε για την προσωπική του πορεία στα γράμματα και για την προσφορά του περιοδικού «Το Δέντρο», έργο ζωής για εκείνον τα τελευταία 35 χρόνια. Τον ευχαριστούμε θερμά.

Τέσυ Μπάιλα,  3 Δεκεμβρίου 2017 

  

 

Σε παλαιότερη συνέντευξή σας έχετε πει ότι «επιλέγετε τη μικρή φόρμα επειδή η ποιητική της έχει σχέση με τη διαδικασία παραγωγής του στίχου». Είναι η απόλυτη συμπύκνωση μια μορφή ελευθερίας με ποιητικές προεκτάσεις για τον διηγηματογράφο και τελικά αυτή η ποίηση που κρύβεται μέσα σε ένα διήγημα είναι ό,τι σας γοητεύει περισσότερο;

” Η κοντινότερη μορφή αφήγησης στον κινηματογράφο είναι το διήγημα, το οποίο απαιτεί τη λιτότητα και το απερίφραστο (δεν εννοώ κάτι αποστεωμένο, βέβαια) που χαρακτηρίζουν την κινούμενη εικόνα. ”

Με ενδιαφέρει το διήγημα με τη μορφή που αναφέρετε. Το αντιμετωπίζω ως μια γραφή που έχει ποιητικές απαιτήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιδιώκω οπωσδήποτε την ποιητική πρόζα. Απλώς προσπαθώ να σταθμίσω  κάθε λέξη και φράση πριν τη χρησιμοποιήσω, να εκμεταλλευτώ συνειρμούς, που θα βοηθήσουν την ανάπτυξη της «ιστορίας». Γιατί διαφορετικά θα μιλούσαμε για λεξιθηρία. Είμαι αντίθετος με πολλές τρέχουσες επιλογές γραφής και στη μικρή φόρμα, οι οποίες είναι απλώς εξυπηρετικές, από πλευράς γλώσσας, της αφήγησης. Από την πλευρά μου προσπαθώ να συνδυάσω τη «σωστή λέξη» με το περιεχόμενο της αφηγούμενης «ιστορίας».

 

Είναι γνωστή η αγάπη και η ενασχόλησή σας με τον κινηματογράφο. Η εκφραστική οικονομία που υπαγορεύει ένα κινηματογραφικό έργο είναι αντίστοιχη με εκείνη ενός διηγήματος;

Θα μου επιτρέψετε μια εισαγωγή: Η φωτογραφία και ο κινηματογράφος δημιούργησαν την ανάγκη της εκφραστικής οικονομίας. Και επειδή «σκεπτόμαστε με εικόνες» , όπως έχουν πει ο Σκλόφσκι, ο Καμί και πολλοί ακόμα, σήμερα είναι αδύνατο να μην μας επηρεάζουν οι παραστάσεις που έχουμε από τις εικονιστικές αυτές τέχνες. Είναι βέβαιο ότι  π.χ ο Ντοστογιέφσκι ή ο Σταντάλ θα έγραφαν διαφορετικά εάν είχαν δει κινηματογράφο. Φυσικά ο τελευταίος δανείσθηκε και από τη λογοτεχνία αφηγηματικές τεχνικές. Αλλά να το επαναλάβω (γιατί το έχω επισημάνει αρκετές φορές): η λογοτεχνική γραφή–ας μην θέλουν να το παραδεχθούν πολλοί- μεταφέρει στις αποσκευές της,  αναπόφευκτα, και την αφηγηματική λογική των κινούμενων εικόνων.

Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι η κοντινότερη μορφή αφήγησης στον κινηματογράφο είναι το διήγημα, το οποίο απαιτεί τη λιτότητα και το απερίφραστο (δεν εννοώ κάτι αποστεωμένο, βέβαια) που χαρακτηρίζουν την κινούμενη εικόνα.   

 

Σε ποιο βαθμό το έργο σας έχει στον πυρήνα του το προσωπικό σας βιωματικό φορτίο;

Όλες τις αφηγήσεις τις διαπερνά το βίωμα. Φυσικά με διαφοροποιήσεις έντασης, πυκνότητας και ποσότητας. Στην περίπτωσή μου θα συναντήσει ο αναγνώστης σαφείς αλλά και καλυμμένες αναφορές σε εμπειρίες ζωής. Ανάλογα με τα θέματά μου και πάντα εν σχέσει με το παιχνίδι της απόκρυψης, της αλήθειας και του ψέματος, στο οποίο ο συγγραφέας μοιραία συμμετέχει, θα συμβάλει το βίωμα στο λογοτεχνικό αποτέλεσμα.

 

Με τον ποιητή Κώστα Μαυρουδή συνεργαζόσαστε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Το Δέντρο», ένα περιοδικό που από το 1978 έως σήμερα, και στις δύο περιόδους κυκλοφορίας του, παρέμεινε ένας πολιτιστικός φάρος στα ελληνικά γράμματα και συνεχίζει αδιάλειπτα να προάγει την ελληνική και ξένη λογοτεχνία. Μιλήστε μας λίγο για τη σχέση σας με το περιοδικό, τις δυσκολίες που αντιμετωπίσατε στην έκδοσή του και για τον ρόλο που έχει διαδραματίσει όλα αυτά τα χρόνια στο πολιτισμικό γίγνεσθαι αυτής της χώρας.

Με το περιοδικό άρχισα να συνεργάζομαι το 1982. Αυτά τα 35 χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα, ειλικρινά δεν τα έχω συνειδητοποιήσει. Με τον Κώστα Μαυρουδή, που εξακολουθεί να είναι ο βασικός άξονας της δημιουργίας του ΔΕΝΤΡΟΥ, έχουμε συμπλεύσει κάτι παραπάνω από αρμονικά, παρά τις διαφορές μας σε κάποια αισθητικά θέματα (φυσικά σε μη θεμελιώδη). Οι οικονομικές δυσκολίες ήσαν πολλές, διότι η κρατική αρωγή ήταν από μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Μέσω κάποιων ελάχιστων διαφημιστικών χορηγιών και των πωλήσεων κατορθώσαμε να επιβιώσουμε. Σήμερα με την οικονομική κρίση τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. Προσπαθούμε, όμως, ακόμα λόγω ενός-πείτε το έτσι- πνευματικού πείσματος.

Τώρα όσον αφορά την προσφορά του περιοδικού στα γράμματα, αυτή ας την κρίνουν άλλοι. Εμείς είμαστε ικανοποιημένοι γιατί το ΔΕΝΤΡΟ διατήρησε μια ταυτότητα. Δεν νομίζω ότι κάναμε παραχωρήσεις στο θέμα των αισθητικών μας πεποιθήσεων.

 

«Το Δέντρο» είναι αναμφίβολα ένα έργο ζωής για εσάς αλλά και για όλους τους συνεργάτες σας όλα αυτά τα χρόνια. Ποιες συνεργασίες θυμάστε με περισσότερη αγάπη;

Από το γραφείο του περιοδικού έχουν περάσει αμέτρητοι συγγραφείς. Η επαφή και μόνο με αυτούς σε προσωπικό επίπεδο συνιστά μια «άλλη» αφήγηση. Δεν θα ξεχάσω, επίσης και τις συνεντεύξεις με συγγραφείς, διάφορους καλλιτέχνες και διανοούμενους, πολλοί από τους οποίους έχουν εκδημήσει. Βλέπω τις φωτογραφίες από τις συζητήσεις μας και μελαγχολώ.Των νέων συγγραφέων που έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση από τις σελίδες του περιοδικού. Και δεν ήσαν λίγες. Αυτές κυρίως. Αλλά δεν ήταν μικρή και η απόλαυση όταν ερχόσουν σε επαφή με διάφορα αξιανάγνωστα κείμενα ελλήνων και ξένων συγγραφέων.

 

Τι σκέφτεστε ότι πιθανώς θα έπρεπε να είχατε κάνει στο περιοδικό και οι συνθήκες δεν σας άφησαν και πώς βλέπετε να διαγράφεται το μέλλον του τα επόμενα χρόνια;

” Η μαζική κουλτούρα, μια «δημοκρατική» αντίληψη για τη λογοτεχνία, που την στηρίζει η ηλεκτρονική επικοινωνία και η κρατική αδιαφορία για την παιδεία και την κουλτούρα γενικότερα, καταργεί τις θεμελιωμένες απόψεις και δίνει το βήμα στον οποιονδήποτε ανειδοποίητο… ” 

Πολλά θα μπορούσαν να έχουν γίνει, περισσότερα πιθανόν από αυτά που έγιναν. Αλλά ας μην είμαστε απαιτητικοί και ανικανοποίητοι. Νομίζω, γενικά, ότι καθένας εξαντλεί τις δυνατότητες του, ασχέτως του εάν πάντα θα βρίσκει ως άλλοθι για την μη επίτευξη κάποιου στόχου τις ευθύνες των άλλων. Το μέλλον γαρ αόρατον. Προσωπικά πιστεύω στην ανάγκη και του έντυπου περιοδικού.

 

Στις μέρες μας υπάρχουν πολλά, ομολογουμένως αξιόλογα, διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά. Ποια είναι η γνώμη σας γι’ αυτή τη νέα εποχή στον χώρο;

Σας πρόλαβα λέγοντας ότι πιστεύω και στην ανάγκη ύπαρξης και εντύπων περιοδικών. Έχω την ίδια άποψη και όσον αφορά την ανάγκη ύπαρξης του έντυπου βιβλίου. Ο Ουμπέρτο Έκο έχει αναλύσει πειστικά και με εκτενή τρόπο το  σύγχρονο τοπίο της ηλεκτρονικής και έντυπης πραγματικότητας. Κλίνει, βέβαια, προς την πλευρά του εντύπου λόγου, κάνοντας σύγκριση των δύο μορφών έκφρασης, αλλά δεν αρνείται και την αναγκαιότητα του ηλεκτρονικού λόγου. Δεν θέλω να αντιμετωπίζω την ηλεκτρονική πρόταση ως «αναγκαίο κακό», γιατί  αυτή εξυπηρετεί σύγχρονες βαθιές ανάγκες ανάγνωσης και επικοινωνίας. Η εναλλακτική της παρουσία καλό κάνει, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την σημερινή εποχή των εικόνων.

 

Στο τελευταίο σας έργο με τίτλο: «Απόσταση αναπνοής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, είναι εμφανής μια μεταμοντέρνα αφηγηματική αφαιρετικών πλάνων που νοηματοδοτούν το όλον του αφηγήματος. Ταυτόχρονα η αφήγηση χαρακτηρίζεται από μια λεπταίσθητη μουσικότητα που διαπερνά τα διηγήματα. Η αρμονική σύνθεση του αποτελέσματος σχετίζεται με μια γλωσσική αγωγή που ισορροπεί το κείμενο, τη διακειμενικότητα που το διαπερνά, από το υφολογικό ύφος που επιλέξατε ή από όλα αυτά μαζί σε μια αγαστή ισορροπία;

Η συλλογή αυτή διηγημάτων κατ’ αρχάς διακρίνεται από την θεματική και μορφική, αν θέλετε, ποικιλία. Το διήγημα, μοντέρνο ή μεταμοντέρνο, στρέφεται και αυτό εναντίον των ειδών. Οπότε εν προκειμένω βλέπετε να συνυπάρχουν διάφορες μορφές διηγηματικής έκφρασης (ημερολόγια, προσχέδια αφηγήσεων, θεατρικοί μονόλογοι κλπ). Κατά τα άλλα υπάρχει η μέριμνα που προσπάθησα να περιγράψω σε προηγούμενη ερώτησή σας σχετικά με τη διηγηματική γλώσσα. Να προσθέσω ότι τα θέματά μου με παρώθησαν στην επιλογή του ύφους που πίστεψα ότι τους ταίριαζε.

 

Έχετε πει παλαιότερα ότι υπάρχει πολύ συνωστισμός στον χώρο της λογοτεχνίας. Σας τρομάζει αυτός ο συνωστισμός για το μέλλον της;

Θα έλεγα ότι είναι προβληματικός όχι ακριβώς ο μεγάλος αριθμός ενασχολουμένων με τη λογοτεχνία (αυτό είναι κάτι εξ ορισμού θετικό) αλλά η έλλειψη κριτηρίων. Η μαζική κουλτούρα, μια «δημοκρατική» αντίληψη για τη λογοτεχνία, που την στηρίζει η ηλεκτρονική επικοινωνία και η κρατική αδιαφορία για την παιδεία και την κουλτούρα γενικότερα, καταργεί τις θεμελιωμένες απόψεις και δίνει το βήμα στον οποιονδήποτε ανειδοποίητο… 

 

Πιστεύετε ότι θα παραμείνει ένα πολιτισμικό αντιστύλι για όλους μας μέσα σε όλη αυτή την κρίση που βιώνουμε σήμερα ή κινδυνεύει να σβήσει μέσα στη χαοτική πληροφορία που μας περιβάλλει;

Δεν θέλω να απαισιοδοξώ. Μέσα σε αυτή την χαοτική εποχή όπου δοκιμάζονται πολλές αξίες, υπάρχουν φωνές τις οποίες μπορεί κανείς να εμπιστεύεται. Ας πω μόνον αυτό.

 

Tessy Baila – Editor in Chief

7,257 total views, 174 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
O Γκιουργκέντς Κορκμαζέλ συνομίλησε με τον Κώστα Στοφόρο για το Literature.gr

Ένας Τουρκοκύπριος ποιητής στην Αθήνα: Συνάντηση με τον Γκιουργκέντς Κορκμαζέλ στο βιβλιοπωλείο ΒΑΚΧΙΚΟΝ        Διαγουμίσαμε τα μαγαζιά τους....

Close