Όμβρια λύματα, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

 «Καταιγίδα·

που κατακρημνίζει, που ακρωτηριάζει, που καταστρέφει, που γκρεμίζει, που θρυμματίζει.

Αστρική, αρχαία, υπερβατική.

Κάθετη τομή που επιβάλλει απότομα η φύση».

separator

Νερό, ζείδωρο και καθαρτήριο, ευφραντικό και ερεθιστικό, αλλά και νερό δεινό, μνησίκακο, βαρύ, βίαιο, που καταπίπτει σε δικαίους και ενόχους σαν νέμεση, νερό παταγώδες, που ενσκήπτει μαινόμενο επί των μυθοπλαστικών κεφαλών. Ένα μεσημέρι στην Αθήνα του 2009 ο καιρός αίφνης ανταριάζει, αλλά οι κατοπινές λαίλαπες τότε ακόμη υπνώττουν.

Στην πλημμυρισμένη, γοερώς δακρυρροούσα, μυθοπλαστική σκηνή, ο Αλέξης Σταμάτης ενορχηστρώνει τον δύσκολο βηματισμό των δραματικών προσώπων, παρακολουθώντας τις πτώσεις, τις καταβυθίσεις, τα ναυάγια και τις αναδύσεις τους. Στεγνοί και βρεγμένοι μουσκεύουν από ενδότατα αιμάσσοντα τραύματα και πνιγμένους λυγμούς. Η τρικυμιώδης πραγματικότητα διαρρέει με βία τις ζωές τους, παρασύροντας τις ψευδαισθητικές τους αντηρίδες. Το νερό τούς ξεγυμνώνει από τα λεπτά ιμάτια, που είχαν συνυφάνει η λήθη και η σιωπή. Παγωμένοι και εμβρόντητοι παλεύουν να πάρουν ανάσα σε μια αλλόκοτα παραμορφωμένη πόλη, που κλείνει ολοένα πιο ασφυκτικά γύρω τους. Ξαφνικά όλα τα άφατα ουρλιάζουν σαν αστραπόβροντα. 

Μες στο νερό αφρίζουν οι ανθρώπινες ιστορίες. Μια καλειδοσκοπική εικόνα της πόλης, διαθλασμένη μέσα από μια πελώρια φυσαλίδα. «Μια εικόνα στην οποία μπορεί κανείς να βρει τα πάντα. Από νοσταλγία μέχρι πολιτική, από έρωτα μέχρι θάνατο, από ιστορία ως απώθηση, από πένθος ως μεταφυσική». «Κόλαση με μια περίτρανη νύξη Παραδείσου».

Η νεροποντή έχει τοξική επίδραση στα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Διασαλεύοντας τη ρυμοτομία των ιδιωτικών τους χώρων και κλονίζοντας τη στερεότητα άδηλων φραγμάτων, τα υποχρεώνει να εισδύσουν σε άγνωστες, απάτητες περιοχές του εαυτού τους. Όσοι βρίσκονται έξω, αισθάνονται εντελώς απροστάτευτοι, στο έλεος μιας ακατανόητης απειλής, και η επίγνωση της ανημπόριας τους διεγείρει άλλους, ανείπωτους φόβους. Έντρομοι από τη θεομηνία, χωρίς την παραμικρή επίφαση ασφάλειας, συνειδητοποιούν ότι ο μικρόκοσμός τους είναι ανοχύρωτος, ρηγματώδης. Στα θεμέλια σωρεύονται σε κατάσταση ηφαιστειώδη τα μπάζα εκείνα του χρόνου, από τα οποία νόμιζαν ότι είχαν απαλλαγεί. Η βροχή αναρριπίζει ξεχασμένες αγωνίες, άβολες μνήμες, απωθημένα πάθη. Μουλιάζει αθέατες ρωγμές για να εισχωρήσει, ιαματική και ιώδης, μέχρι τα έγκατα, τα σπλάχνα. Όσοι, πάλι, παρακολουθούν το νερό πίσω από τζάμια, θα νιώσουν ακόμα πιο περισφιγμένοι από τις οριοθετήσεις των ζωών τους, από τα πνιγηρά περιθώρια μέσα στα οποία, από φόβο και δειλία, επέλεξαν να αναπνέουν. Στεγνοί μέχρι το κόκαλο παρακολουθούν πίσω από παραπετάσματα τον έξω κόσμο να τους προσπερνά καταιγιστικός.

Πέρα από το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το θεατρικό στήσιμο του μυθιστορήματος, είναι επίσης αξιοπαρατήρητη η αρχιτεκτονική μέριμνα του Σταμάτη, ο οποίος σαν γεωμέτρης σχεδιάζει τους σκηνικούς χώρους για να μεθοδεύσει την αλληλεπίδρασή τους με τις παράλληλες, διασταυρούμενες και τέμνουσες πορείες των προσώπων μέσα σε αυτούς. Και εδώ αναφαίνεται μια εκπληκτική αντίστιξη. Το ροώδες σκηνικό έχει στηθεί με μαθηματική σχολαστικότητα. Κάτω από το νερό διαγράφονται αδιάβρωτα τα αποκυήματα της γεωμετρίας. Από την άλλη, ο Σταμάτης υπολογίζει με ακρίβεια τη διάρκεια της βροχόπτωσης σε τρεις ώρες και δεκατέσσερα λεπτά, υπαινισσόμενος ευφυώς την απειρία των ανθρώπινων πεπρωμένων κάτω από τον ουρανό, αλλά και την άδηλη λογοτεχνική διάσταση των αριθμών. Γιατί το 3,14, τα πρώτα ψηφία του άρρητου και υπερβατικού αριθμού π, μπορεί πράγματι να ιδωθεί σαν αλληγορία της διηνεκούς αναμέτρησης της διάνοιας με το ανυπολόγιστο. Αν και οι μυθιστορηματικοί τόποι τετραγωνίζονται επιτηδείως, προδιαγράφοντας τη σύνθλιψη των ηρώων στις τομές και ακμές τους, οι ψυχισμοί παραμένουν ρέοντες, παίρνοντας συνήθως το σχήμα του κύκλου ή της έλλειψης.  

Η Χαρά, φοιτήτρια Ιατρικής, έλκεται από την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, αλλά το δικό της το θέλει ανέγγιχτο, αχάρακτο. Ο Σταμάτης, που προφανώς ξέρει καλά μαθηματικά, τη σκέφτεται να κουβαλά μέσα της «ένα φανταστικό μέρος, μια “φανταστική μονάδα”, ένα “i”». «Αυτό το “γιοτ” είναι η προέκταση του σώματός της σ’ ένα χώρο πέρα από τα όριά του». Όμως, η Χαρά αδυνατεί να υψώσει το φανταστικό της «i» στο τετράγωνο ώστε να μετατραπεί στο πραγματικό «-1» (στη σ. 133 παρατίθεται αναλυτική εξήγηση). Με άλλα λόγια, δεν ριψοκινδυνεύει να διαρρήξει το φανταστικό της μέρος. Θα χρειαστεί να περάσουν τουλάχιστον εκατό σελίδες για να καταλάβει πως σε αυτό το ονειρικό κομμάτι της υπόστασής της, σε εκείνη «τη βουβή ακατέργαστη περιοχή, την εντελώς γυμνή και αληθινή γωνιά του εαυτού της», γνέθονται «μόνο όμορφα πράγματα για κείνη».

Ωστόσο, κάτω από τη βροχή αφήνεται εκστατική να μουσκέψει και αυτή η απρόσμενη προθυμία παράδοσης της θυμίζει πως όσο και αν φροντίζει να ξεχνά τη σάρκα, εκείνη και σπαρταρά και σπαράζει, προ πολλού παραπονεμένη. Η Χαρά διαθέτει ένα «εγγενές πλεόνασμα», ένα «περίσσευμα στοργής», και μολονότι λαχταρά να επιδώσει «αυτή τη συναισθηματική υπεραξία», το «καταραμένο σώμα» με τις «αναθεματισμένες ορμόνες» και τις διαβολεμένες ανάγκες περιπλέκει το δόσιμο. Όλεθρος το κορμί. «Όλεθρος για την ψυχή». Το νερό σαρώνει τις αναστολές και τα αναχώματα και το παλιό σώμα διαλύεται για να σαρκωθεί ένα νέο, πιο εύπλαστο, πιο διψασμένο. «Θέλει να λικνιστεί μες στο υδάτινο χάδι που κατέρχεται από ψηλά κι αφομοιώνεται στη γη. Κάτι συμβαίνει. Κάτι, έτοιμο από καιρό, εκβάλλει».

«Ξαφνικά, μαγικά, αφήνει πίσω της το υλικό της κουκούλι – αυτό το σώμα, αυτό τον συγκεκριμένο μετρήσιμο όγκο που την περιορίζει. Την εικόνα της την ακάθαρτη, έρχεται κάτι από ψηλά και την ξεπλένει απ’ ό,τι νοσηρό, ό,τι κακοποιό. Ολόκληρη η ύπαρξή της λαχταρά αυτό το ατόφιο, το καθαρό νερό που τη λούζει. Το υποδέχεται, το δεξιώνεται, το γιορτάζει».

Μες στο απολυτρωτικό της λίκνισμα η Χαρά στεγνώνει τους παλιούς λυγμούς και γιορτάζει τη χαρά τής σάρκας με ένα ηδονικό, κατακόρυφο ξέσπασμα, που χορογραφούν κυκλωτικά οι υετώδεις ακτίνες. Όταν πλησιάζει τον Τάσο, έναν άγνωστο νεαρό, εγκαταλελειμμένο στο ίδιο νερό, είναι τόσο υγρή, που τα φωνήεντα και τα σύμφωνα του ελάχιστου ψελλίσματός της ρέουν στη γλώσσα πριν γίνουν κάλεσμα. Θα γίνουν όμως.

Όταν τη συναντά, ο Τάσος είναι εξίσου μουσκεμένος με εκείνη και εξίσου βαθιά βουλιαγμένος στο σώμα του. Η βροχή τού στέρησε τη νικητήρια όψη, που από καιρό επιμελούνταν για τη συγκεκριμένη ημέρα, τσακίζοντας το προσωπείο του ναρκισσισμού. Ο εαυτός του ήταν το εργαλείο του, ένα εργαλείο αχρηστευμένο πια. Αντικρίζοντας το πρόσωπό του σε έναν καθρέφτη, αποκαρδιώνεται από την απερίγραπτη εικόνα. Έφερε τη μορφή του «σαν μια λαμπερή ασπίδα-καθρέφτη» και τώρα αυτή είχε γίνει σμπαράλια. Όλα πάνω του έδειχναν ρευστά, τετηγμένα. Μέσα στην υδαρή προσωπογραφία του έλιωνε η μάσκα. Άωρα φθαρμένος, αποκλεισμένος από τον θρίαμβο που φαντασιωνόταν, ο Τάσος διεκδικεί μια ύστατη, απελπισμένη νίκη, μακριά από βλέμματα, πεσμένος στον πάτο του εαυτού του, ασάλευτος και άφωνος, για πάντα έγκλειστος στο αμαυρωμένο του είδωλο, εν χρω κεκαρμένος, πενθώντας, θαρρείς, το άδοξο, θνησιγενές του κάλλος. Εκείνος, που είχε κάνει σημείο αναφοράς του το ρήμα «φαίνομαι», αδημονεί να αφανιστεί. «Αινιγματικός και ηγεμονικός. Νικητής, εντός του».

Ο Τάσος στέκεται ακίνητος και άλαλος σε ένα νοητό σημείο της ύπαρξής του, σε αναμονή, αναμονή σκέτη ματαιοπονία. «Σε διαρκή αναμονή. Σ’ έναν νεκρό χρόνο όπου τίποτα δεν καλλιεργείται, τίποτα δεν εκκολάπτεται». Και όμως, εκκολάπτονταν φαντασιοκοπήματα, όπου η προσμονή παρέμενε ακτινοβόλα, οδεύοντας, τυφλή στην αλήθεια, προς τη δοξαστική της εκπλήρωση. Ωστόσο, όσο περίμενε, περισσότερο φοβόταν παρά ονειρευόταν. Φοβόταν πως ένα ζωτικό του κομμάτι είχε διαφοροποιηθεί οριστικά, είχε μετατοπιστεί μέσα του, ο όγκος που καταλάμβανε είχε μεταβληθεί, και αυτή η αλλαγή εγκυμονούσε ένα καινούργιο, ανύποπτο πρόσωπο.

Το προσφερόμενο σώμα της Χαράς τον περισπά από τις ματαιώσεις του δικού του και όταν βρίσκονται μαζί στο δωμάτιό του το μόνο που θέλουν είναι να διαφύγει ο ένας στη σάρκα του άλλου. Όμως, η Χαρά αισθάνεται ξάφνου το σώμα της, που το γιόρταζε στη βροχή, βρομισμένο από «λιμνάζοντα νερά, πηγάδια, έλη». Δεν άντεχε τη γυμνότητά της. Και ο Τάσος, που δεν γνώριζε πόσοι κόμποι την έδεναν, αδυνατούσε να λύσει το αίνιγμα του εκμηδενισμένου, ακυρωμένου, εξουδετερωμένου σώματος απέναντί του.

Ο πιο δραματικά ναυαγισμένος ήρωας του βιβλίου είναι ο Νίκος, νικημένος από τη σκοτεινιά των ματιών του, που απέτρεπε κάθε πλησίασμα, τη στιγμή που ο ίδιος δεν ποθούσε τίποτα περισσότερο από το να ακουμπήσει πάνω σε ένα άλλο βλέμμα. Λύκος μόνος, που περίμενε το θαύμα. Ήθελε να βγει μια για πάντα από τα υποφωτισμένα δωμάτια στη Φυλής, να απαγκιστρωθεί από τα μισερά, μίζερα αγκαλιάσματα νοικιασμένων σωμάτων και τα αποστηθισμένα αγκομαχητά τους και να σταθεί δίπλα σε μια γυναίκα, που δεν θα φοβόταν τα μάτια του και θα τον κοιτούσε με ολόθερμη κατάφαση. Ήθελε να ζήσει μια «ζωή με καρδιά». Η αλγεινότερη συμφορά του εγκατοικεί στο πίσω δωμάτιο του διαμερίσματός του και έχει τη μορφή του μοναδικού θηλυκού, που επιμένει να τον διαφεντεύει, της μητέρας του. Το πάσχον σώμα της κατισχύει κάθε άλλου, ακόμη και του δικού του. Την τυραννική τους συνύπαρξη στεγάζει ένα μαυσωλείο, όπου σήπονται οι ηδονές, οι ενοχές, τα μυστικά, οι ονειροφαντασίες και οι φόβοι του Νίκου· εν ολίγοις εκεί μέσα ταριχεύεται αργά και οδυνηρά η ζωή του. Το μέσα δωμάτιο, το στρατηγείο της μητέρας, είναι «[…] το σημείο μηδέν της ζωής του, που ρουφάει κι εξαντλεί την ύπαρξή του. Από αυτό το δωμάτιο αρχίζουν και σ’ αυτό τελειώνουν όλα, από κει ακτινοβολούν, από εκεί ενεργούν, από εκεί ραδιενεργούν τα πάντα».

«Έχει μείνει τόσο καιρό στο ίδιο σάπιο μέρος, που η μπόχα του τόπου τον έχει καταβάλει. Είναι καιρός να διώξει αυτή την οσμή συνήθειας, αυτή την οσμή τέλους από τον κόσμο του. Αλλά μπορεί; Μπορεί;»

«Χάλια είναι. Βουρλισμένος από τη μέρα, απ’ τη βροχή, απ’ όλα». Η ίδια του η οργή τού προκαλεί πανικό. Στον καθρέφτη το αναψοκοκκινισμένο του είδωλο συσπάται από κρίσεις δύσπνοιας. Ανάβει ολόκληρος. Ο θυμός πυρπολεί το βλέμμα του. Ωστόσο, ο θυμός, μεγαλύτερος από οτιδήποτε άλλο τον ορίζει, δεν τον γλιτώνει από το ξεγέλασμα. Το βλέμμα μιας άγνωστης γυναίκας ανασταίνει την επιθυμία της αγάπης, την ανάγκη να πλαντάξει για εκείνη που θα τον αγαπήσει. «Να ανυψωθεί κι αυτός, να σπαράξει». Τα μάτια του αγριεύουν, φλογίζονται από το ενδεχόμενο. «Μήπως, επιτέλους, του ’τυχε η μοίρα;»

Η ερωτική τους συνάντηση ποντίζεται στη γελοιότητα και την ταπείνωση, που φουσκώνουν τον ναρκωμένο θυμό. Ο Νίκος αισθάνεται ότι το ανήμερο σώμα της γυναίκας, που τρίβεται, χαϊδεύεται και πάλλεται με μανία πάνω του, ένα σώμα διαφορετικά χαλασμένο από το δικό του, περιγελά την επιθυμία του, την ευτελίζει. «[…] κάτω από αυτή τη γυναίκα που δονείται και στάζει ολόκληρη από πάνω του και τον καταβρέχει λες κι είναι ακόμη έξω, στη νεροποντή», τον συνταράζει η τρομερή διαπίστωση πως δεν είναι ένας άντρας αντάξιος των επιθυμιών του. Είναι παροπλισμένος. Κατατροπωμένος. Λίγος. Ένας λυγμός τον ρημάζει σύγκορμο κόβοντάς του την ανάσα. Στο μυαλό του χαίνει μια τρύπα, όπου χάνονται όλα όσα τον συνιστούν. Το μόνο που μένει να κάνει με αυτά τα σώματα, το δικό του και το δικό της, που παρωδούν με την απεγνωσμένη τους παραφορά οτιδήποτε σχετικό με έρωτα ή αγάπη, είναι να τα εκμηδενίσει. Τελικά το βακχείο πρόσωπο της γυναίκας αντικρίζεται άπνοο με τα λουλουδάκια της ταπετσαρίας, ενώ στο δικό του δεσπόζει δαιμονικό και διάπλατο το αδειασμένο από αίμα βλέμμα.

Προς έναν άγνωστο αόρατο εραστή, διαρκώς άφαντο, πορεύεται η Μυρτώ, η έφηβη του μυθιστορήματος, η οποία ζει κάτω από τη βροχή ένα στιγμιαίο ειδύλλιο, που ανταποκρίνεται στην κλίση της για δράματα, ρέποντας συνάμα προς τη φάρσα. Παραζαλισμένη από τη φρεναπάτη της ηλικίας, από ποθοπλάνταχτους στίχους, καθώς και από ιδιόχειρα ορνιθοσκαλίσματα, που δραματοποιούν την, ούτως ή άλλως, δακρύβρεχτη ζωή της, η Μυρτώ ενσαρκώνει τον εαυτό της, επινοώντας τον επιμελώς. Μισοκρυμμένη πίσω από τη φράντζα των μαλλιών της, μια δονκιχωτική πανοπλία, αντικρίζει τον κόσμο από το υπερώο της θλίψης της, προσδοκώντας την αποθέωση, με την ψυχή στα γόνατα. Η μελαγχολία της, παιγμένη άλλοτε με έξαρση και άλλοτε κατατονικά, είναι ο καλύτερος ρόλος της. Μελαγχολώντας μεγαλουργεί. «Έτσι εκφράζει το θεατρικό μες στην ψυχή της». Και όσο και αν αποζητά πάθος, σκιρτήματα και σπινθήρες στα σπλάχνα, φοβάται τη «ζωική δύναμη» που νικά τη λύπη. Φοβάται μήπως χάσει «τη θλίψη, το μαύρο φέγγος». «Μη φύγει το σκοτεινό φεγγάρι που την προστατεύει, που την κρύβει». Η Μυρτώ διστάζει να μπει στην ιστορία της, έτσι περιφρουρεί την προϊστορία της, «κι η προϊστορία της Μυρτώς είναι μια προϊστορία φόβου».

Μια ιστορία φόβου με ευφρόσυνη κατακλείδα βιώνει λόγω βροχής η μητέρα της, η Ελένη, όταν βρίσκει καταφύγιο σε έναν άλλο κόσμο, «εγκιβωτισμένο στον δικό της». Είναι ένα άθλιο μέρος, ένα στέκι μεταναστών. Όμως, η κατεξοχήν ξένη εκεί μέσα είναι η Ελένη. «Όλα στο χώρο ταλαντεύονται, έως ότου οι αντίρροπες δυνάμεις επανασυντονιστούν και λάβουν θέση η μια απέναντι στην άλλη, ώστε να επέλθει κάποιου είδους ισορροπία, κάποιου είδους συμφωνία. Ενεργειακά το βάρος είναι στη νεοφερμένη. Το σώμα της σφυροκοπά από μέσα. Ανάγκη να φύγει, να γυρίσει σ’ εκείνο που ξέρει».

Κρασί, μουσική, σάρκα λυμένη, αλογόκριτη, που δονεί τον χώρο με την έξαψή της, ιδρώτας, στίλβουσα γύμνια, χέρια ορχηστρικά, σώματα ορχούμενα. Τα πάντα στη διαπασών. Ένας διονυσιακός στροβιλισμός. Η Ελένη ξεχνά την Ελένη. Ξεχνά το κορμί της. «Ένα κορμί που άπλωσε, άνοιξε, τρύπησε, δίπλωσε, χαλάρωσε. Ένα κορμί που υπέστη». Το κορμί της ξυπνά. Η αδόκητη μετοικεσία σε αυτό τον άλλο κόσμο μαυλίζει το σώμα της, το ξετρελαίνει. Η Ελένη παραδίδεται στη μυσταγωγία και γίνεται μια άλλη γυναίκα. Η ζύμωση γίνεται μέθεξη. Η στιγμή τη διαπερνά κατάσαρκα, ξεγδέρνει το παρελθόν. Στην εκπνοή του γλεντιού δυσκολεύεται «να επανέλθει σ’ εκείνο που ήταν πριν». Το χρέος και τη χαρά της αγάπης, απόσταγμα της μέθης της, αυτά παίρνει μαζί της για να επιστρέψει σ’ εκείνο που ξέρει.

Η Ιόλη, μια ηλικιωμένη ηθοποιός, που θυμίζει την ηρωίδα στα Μελίσσια, μοιάζει να κατοπτεύει διά της φαντασίας τις ζωές των υπόλοιπων προσώπων. Φράσεις, που μαγνητοφωνεί αφηγούμενη στον εαυτό της ιστορίες, που ποτέ δεν θα βιώσει ή θα υποδυθεί, παρεισφρέουν μυστηριωδώς στο μυαλό εκείνων που βρέχονται απέξω. Εκείνη πάντοτε μέσα, περιτειχισμένη, ζει νοερώς. «Αγρυπνά η Ιόλη, φαροφύλακας της πόλης, σε μια μοναχική φρουρά, μάχεται έναν αγώνα άγριο, πάνοπλη, προσπαθώντας να καθαρίσει την ψυχή της. Σαν να έχουν όλα συντελεστεί και να εξακολουθούν σ’ ένα αλλιώτικο, απαραβίαστο σχήμα».

Μοναδικός της σύνδεσμος με τον κόσμο ο Θέμης, θυρωρός και θαυμαστής, ο οποίος στην τελευταία τους συνάντηση αποθέτει στο σπίτι της ένα διόλου αμελητέο κομμάτι πραγματικότητας, έναν καθρέφτη. Μαζί με τον καθρέφτη εφορμά και η βροχή από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Η Ιόλη έχει εκπορθηθεί. Πράγματα ζωντανά, τρέχοντα έρχονται να μπλεχτούν με τα περασμένα, τα χαμένα, τα ξεχασμένα. Η αδιαφορία της φύσης και η αδιαφορία των πραγμάτων, αντιλήψεις ριζωμένες μέσα της, σαν να άρθηκαν. Ο επισκέπτης της διέρρηξε ανεπίγνωστα τόσο την αδιαφορία όσο και την ανυπαρξία. Διότι η ανυπαρξία δεν μπορεί να είναι ρόλος. Τα αντικείμενα, που απάρτιζαν την καθημερινότητά της, παραμελημένα, άψυχα, χωρίς νόημα, πέραν της αυτονόητης χρήσης τους, αποκτούσαν ξανά τη σημασία τους στον ιδιωτικό της διάκοσμο, ενώ επίσης λόγο ύπαρξης διεκδικούσε τώρα και το είδωλο που πλαισίωνε ο καθρέφτης. Δεν ήταν πια τα μαύρα γυαλιά της που διηθούσαν τον κόσμο, αλλά ένα κοίλο κάτοπτρο που αντανακλούσε τους τέσσερις τοίχους της εθελούσιας κάθειρξής της, παραμορφώνοντας το οικείο, πλαταίνοντας το στενόχωρο.

Μπροστά στον καθρέφτη η Ιόλη, «ανεπαρκής για τη ζωή», αντιμετριέται με ένα δυσήλατο θραύσμα πραγματικότητας. «Πάει να σκύψει από πάνω του. Σταματάει. Σαν να ’ναι κρεμασμένη από τα κάγκελα μιας γέφυρας. Και το νερό από κάτω να την καλεί να πέσει».

Όμως, το γυαλί τη σκοτώνει αλλιώς. Δεν είναι νερό να τη βυθίσει. Είναι σκληρό, άτεγκτο, την περικλείει, την ερμηνεύει, την καταδικάζει, με μια αμείλικτη ετυμηγορία. «Είναι στ’ αλήθεια εκείνη αυτό που βλέπει; Αυτό το πρόσωπο; Αυτά τα μάτια, αυτή η μύτη, αυτό το στόμα; Αυτή η διάλυση; Αυτή;»

«Εκείνη που κυοφορούσε όλα τα ενδεχόμενα· που της έφτανε αυτό το οδυσσειακό τού να μην είσαι κανείς, να είσαι όλα τα πιθανά, να μην καταλήγεις, που της έφτανε αυτή η πλαστικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, της οποίας η αποθέωση είναι η υποκριτική»· εκείνη ήταν συνοψισμένη στην όψη απέναντί της, τη μόνη όψη.

Μολονότι το βλέμμα μπορεί επίσης να κόβει, είναι ευγενέστερο από το γυαλί και ο Θέμης την έβλεπε πέρα από την απομίμηση της αντανάκλασής της. Όταν την κοιτούσε είχε στραμμένα τα μάτια και σε εκείνη που υπήρχε μπροστά του, αλλά και σε εκείνη που είχε υπάρξει μακριά του. Και τα αποχαιρετιστήρια λόγια του της μετάγγισαν ψυχή, την ψυχή που της έλειπε για να ζήσει. Ο λόγος του, «ψυχή μεταγγισμένη στο στόμα». Μόνη ξανά η Ιόλη, θα βραχεί και εκείνη, όταν η βροχή κοπάσει, από ένα δάκρυ. «Ένα μονάχα δάκρυ, που εμπεριέχει όλα τα δάκρυα, αλλά και όλες τις φρέσκες σταγόνες, που της έχουν πλύνει και ξεπλύνει το πρόσωπο, όλες τις δροσοσταλίδες που της έχουν φρεσκάρει το βλέμμα. Και μέσα στο νερό, μες στη σταγόνα, υπάρχει αιχμαλωτισμένο φως. Φως που απλώνεται, καθαρίζει, χαϊδεύει, ξεκαθαρίζει τα πράγματα».

Όταν οι ήρωές του φτάνουν στο θρηνητικό απόγειο της, άφατης, ικεσίας για αγάπη, ο Αλέξης Σταμάτης τους ελεεί με λέξεις. Με μια νοτερή λέξη η Χαρά μπήκε στο δωμάτιο του Τάσου, με σπασμένες λέξεις αποχαιρέτησε ο Θέμης την Ιόλη, με ένα παιχνίδι λέξεων η Μυρτώ και η Ελένη συλλαβίζουν την αγάπη, με ασύνδετες, εμποδισμένες από αποσιωπητικά, παύσεις και παραλείψεις, λέξεις η Αθηνά και ο Άρης βάζουν τελεία στο μέλλον τους, ενόσω οι πιο βαθιές συλλαβές της άλεκτης, αμφίπλευρης ομολογίας εποστρακίζονται μέσα τους, «μαύρα, ανυπόφορα βέλη στην ψυχή τους».

Οι πιο βαθιές συλλαβές της καλπάζουν σαν άγριο άλογο στην καρδιά της «κι επιστρέφουν, μαύρα, ανυπόφορα βέλη στην κοιλιά της». Στο δωμάτιο ενός μαιευτηρίου η ανώνυμη γυναίκα του βιβλίου σκέφτεται εκείνον που είχε «φύγει με πάταγο» αφήνοντάς της ένα παιδί που και εκείνη θα το άφηνε. Ο «έφυγε-αφήνοντας» και το μωρό, ήδη μακριά της, αναδεύονται μες στο πένθιμο μυαλό της, που παλεύει με τη διπλή απώλεια, την ερήμωση των σπλάχνων, τον ακρωτηριασμό. Στον καθρέφτη διακρίνει «ένα παιδί σαν νεκρό και ζωντανό μαζί» και στη μορφή του αναγνωρίζει το «είδωλο της μελλοντικής απουσίας του». Το πιο ζωντανό και παλλόμενο στοιχείο αυτής της νεκρής φύσης δωματίου είναι οι ευκάλυπτοι, που διασείονται έξω από το παράθυρο στο ρυθμό της βροχής και του ανέμου. Η γυναίκα ζηλεύει την ευθυτενή τους φύση, τη φυσικότητα της ανταπόκρισής τους στον καιρό, στη βία του. «[…] όρθια θέλει να δει τα δέντρα, να νιώσει παράλληλη στον κορμό τους και να αισθανθεί την αγαλλίαση της υγρής τους επιδερμίδας, να νιώσει πως με μια έννοια παρευρίσκεται κι εκείνη σ’ αυτή τη νεροποντή, υπάρχει μες στο νερό και στον αέρα, υφίσταται και είναι ζωντανή και ποθητή ξανά κάπου μέσα στον κόσμο».

Ο Άρης και η Αθηνά είναι δύο άνθρωποι χωρίς. «Ο χωρίς. Αυτός είναι. Ο χωρίς οξυγόνο, ο χωρίς αέρα, ο χωρίς δάκρυ, ο χωρίς γέλιο. Ο χωρίς». «Η αόρατη. Η απούσα, η αθέατη, η μη εποπτεύσιμη. Η υπολανθάνουσα, η έρπουσα. Η χωρίς». Ο καθένας μόνος του συνιστά κάτι. «Κι αυτό το κάτι είναι κάτι μοναχικό, κάτι κλειστό, κάτι που φοβάται να αναπτυχθεί». Μαζί ίσον μηδέν. Οι δυο τους δεν είναι παραπληρωματικοί, είναι ασύμπτωτοι. Ένας τρίτος ανάμεσά τους, ένα μωρό λόγου χάριν, θα έπεφτε στο κενό. Με θρυμματισμένες λέξεις επιστρέφουν σε μια ζωή στον ενικό. Και το μωρό της ανώνυμης γυναίκας μένει άστεγο από τα πρώτα λεπτά της ύπαρξης.

Ο Άρης ατενίζει την καταιγίδα πίσω από το τζάμι ενός γυάλινου πύργου με γραφεία. Η χωροταξία του στιγμιότυπου ταιριάζει στον ψυχισμό του, που τον δομεί αυστηρή γεωμετρία. Εμπλοκή με τον κόσμο από ψηλά, πίσω από γυαλί. Πλάνα, στόχοι, τομείς, υπολογισμένες συγκρούσεις, αξιολόγηση στάτους, events, μέγιστες αποδόσεις. Το οικοδόμημα της ζωής του είναι φτιαγμένο από αριθμούς. Καμία κακοτεχνία, καμία απόκλιση, κανένα λάθος στατικής, κανένας στραβός άξονας. Ωστόσο, μια διακοπή ρεύματος βυθίζει στο σκοτάδι την κατασκευή του. Ξαφνικά, ο Άρης βρίσκεται σε έναν σκοτεινό χώρο, όπου τα περιγράμματα εκλείπουν. Ο χώρος του γίνεται χάος, χαμός. «Θα ’θελε να μπορούσε να ανάψει όλα τα φώτα να φύγει το μαύρο. Να πεταχτεί έξω στον αέρα, να διαλυθεί στη βροχή. Όμως εκείνη τη στιγμή είναι κι εκείνος ένα μέρος του, σκιά της σκιάς, μαύρο στο μαύρο».

Σε κλειστό χώρο βρίσκει η βροχή και τη γυναίκα του, την Αθηνά, την οποία σε γνωστό μπαρ του κέντρου καταιονίζει με την περισπούδαστη ερωτοτροπία του εκλεκτός συγγραφέας. Όπως τον Άρη, τη διαστίζουν και εκείνη μυστικά νέφη και σκιές και όσο υποβάλλεται στις πνευματώδεις κρούσεις του Βασιλείου, έχει την αίσθηση πως τα λόγια του δεν στοχεύουν τόσο στην κατάκτησή της όσο στην απογύμνωσή της. «Πώς τα καταφέρνει με μια φράση-περισκόπιο να κοιτάζει ως τα βάθη της ψυχής της και να την αναγκάζει, να την υποχρεώνει να αμυνθεί;»

Η άμυνά της μια εκ του προχείρου περηφάνια. «Η περηφάνια του ανθρώπου που αντιλαμβάνεται πως εκείνο που οφείλει να υπερασπιστεί είναι πλέον ολόκληρο το είναι του. Και να ξαφνικά που της φαίνεται τόσο φτωχό». Είναι για πάντα «η χωρίς».

Ο Βασιλείου, «ένας κινούμενος πομποδέκτης λόγου, ένας οργανισμός κατάφορτος από λέξεις, εγκατεσπαρμένες στα πιο κρυφά σημεία μιας ιλιγγιώδους συνείδησης», όταν παραιτείται από το φλερτ, αρχίζει να της μιλάει για το τελευταίο του βιβλίο. «Ο γραπτός λόγος, είδωλο του ζωντανού, ανάπλαση του κόσμου στη σιωπή». Ο Βασιλείου τα γνωρίζει αυτά. Τώρα όμως μιλάει. Οι λέξεις του εκβάλλουν αφρούρητες από τη χωροταξία του χαρτιού. Υπάρχει λόγος. Διότι εκείνη τη στιγμή αφηγείται τη σπουδαιότερη ιστορία της ζωής του. Μια ιστορία που στοιχειώνει το αποδεκατισμένο μυαλό τού Ηλία, ο οποίος παρά το εγκεφαλικό δεν λυτρώθηκε από τα κρίματά του. Όλα τα ξέχασε, εκτός από την ενοχή του. «Ξέθαψε η βροχή. Τα θαμμένα». «Βροχή, βροχή ευεργετική, επιστρέφεις τα χαμένα. Τέλεια συγκυρία των ανευρεθέντων. Άψογο ακόρντο της μνήμης».

Χαμένος σε μια πόλη που δεν θυμάται, ο Ηλίας περιμένει να ανευρεθεί. Το μυαλό βουλιαγμένο σε μια τρελή δίνη, το βλέμμα εντατικό, «διατρυπά, εξορύσσει, εισχωρεί», «όλα μέσα του αναδεύονται, στριφογυρίζουν, συγκρούονται». «Η ζωή του μια συνεχής περιδίνηση, μια διαρκής διελκυστίνδα με τη μνήμη». Η μνήμη ενεδρεύει στη φωτογραφία. Στην παλιά φωτογραφία ένας άντρας κάνει ποδήλατο μες στην ομίχλη σε έναν επαρχιακό δρόμο. Η εικόνα δεν είναι απολεσθείσα. Η ύλη της αδιάψευστη. Τον θυμάται, τον μνημονεύει. Χαμένος στην Αθήνα, ο Ηλίας ξαναμπαίνει στο ομιχλώδες τοπίο. Όλο και πιο βαθιά, σαν σε όνειρο με αιμάτινες ανταύγειες εφιάλτη. Τον ξέρει τον άντρα με το ποδήλατο, ξέρει τι έχει κάνει. Σε αυτό το θολό πλάνο τον παραμονεύει η αλήθεια του. Ακολουθώντας τον άντρα παρεισφρέει στον περασμένο χρόνο, στον δικό του χρόνο, ξεκλειδώνει ζοφερά δωμάτια. Σακατεμένα κορμιά, τσακισμένα κόκαλα, κλομπ και σάρκα, κραυγές, σιδερογροθιές, παραγγέλματα, ουρλιαχτά, η φασαρία του δαρμού, η παραφωνία της βίας, πόνος στεντόρειος. «Μια φρικαλέα αίσθηση οικειότητας». Η καταιγίδα λυσσομανά και ο Ηλίας ποδηλατεί στην ομίχλη «βρεγμένος ως το μεδούλι».

Όταν επιστρέφεται στο σπίτι, η ομίχλη επικρέμαται ακόμη. Όπως και η ιστορία. Το βλέμμα του Ηλία παραμένει καρφωμένο στον άντρα, που μένει βασανιστικά εκτός λήθης, παρών. «Υπάρχει ένα πλάσμα αέρινο που κυκλοφορεί στο δωμάτιο. Αέρινη σάρκα, αέρινα οστά. Λίγο λίγο ένα μεταξωτό, θαμπό κάλυμμα απλώνεται πάνω του. Κι είναι εκείνος που το ’χει υφάνει, κλωστή την κλωστή».

Από το άλλο άκρο της ιστορίας, ο Βασιλείου θυμάται και τον θύτη και τη δική του θητεία στα χέρια του. Έχει βρεθεί στα ίδια δωμάτια. Γράφοντας το βιβλίο του ξαναθυμήθηκε την παλιά του επιθυμία να αλλάξει τον κόσμο. Αναβιώνοντας με πικρία τα χιμαιρικά του όνειρα κατανοούσε, ώς έναν βαθμό, το πείσμα του τιμωρού του, όχι περισσότερο δογματικού από ό,τι οι αυταπάτες του.

«Ήθελε έναν άλλο κόσμο. Κατάλαβε πως ό,τι κι αν έκανε, θα συντελούσε στην καλύτερη περίπτωση σε μια μικρή μετακίνηση στην έμφαση της καταπίεσης. Η ρίζα της είναι στην ανθρώπινη φύση, στο τερατώδες απωθημένο. Είναι στην άγρια μαγιά της ύπαρξης που σε φέρνει στον κόσμο μ’ ένα κλάμα και σε διώχνει μ’ ένα ρόγχο. Μεγαλώνοντας καταλάβαινε πως η αλλαγή θα ’πρεπε να ’χει στόχο αυτό το ριζικά απάνθρωπο που κουβαλάμε, μεταγγισμένο από γεννησιμιού».

Ο Νταράν και η Ερντέμ, και οι δύο ξεριζωμένοι, έχουν κάτι το ριζικά τραγικό. Εκείνοι δεν χρειάζονται λέξεις για να αγκαλιαστούν ή να αποχωριστούν, για να συγχωρήσουν ή να ικετεύσουν. Η ψυχή τε και σώματι εγγύτητά τους, ο συγχρονισμένος αναπαλμός της καρδιάς, τους έμαθαν να αποκρυπτογραφούν ακόμα και το πιο αδιόρατο, το πιο διστακτικό νεύμα, είτε πλησιάσματος είτε διωγμού. Και το χέρι, που τείνει η Ερντέμ στον Νταράν στην καταληκτική σκηνή τους στο μυθιστόρημα, δεν είναι παρά μεστή έκφραση αγάπης. «Τα χέρια τους ενωμένα, μια ηλιαχτίδα ανάμεσα».

Η μαρτυρική πορεία του Κούρδου μετανάστη, του Νταράν, υπό τον αθηναϊκό κατακλυσμό είναι με απόσταση το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου. Κάτω από έναν αφηνιασμένο ουρανό, περιπλανώμενος σε απειλητικά στενά και χειμαρρώδεις δρόμους, μέσα σε μια «μέρα που ’ναι όλη σκοτάδια», αγωνίζεται να φτάσει σε έναν αδήριτο προορισμό, στην καταδική του Εδέμ, στο σπίτι όπου τον περιμένει η Ερντέμ με τον γιο τους. Όταν, όμως, φτάνει στο κατώφλι της, αρνείται να της προτείνει να δεχτεί για άντρα της αυτό το κουρέλι, που είχε καταντήσει ο εαυτός του. Η βροχή τον είχε σωριάσει. Ήταν ένας γελοίος, εξευτελισμένος, ηττημένος άνθρωπος. Κάθε λέξη που θα ήθελε να της απευθύνει, άνοιγε «μια μικρή πληγή», «λίγο σκοτάδι». Το ελάχιστο που αντέχει να αντιτάξει στον ουρανόπεμπτο ορυμαγδό είναι μια «άηχη κραυγή προς τα πάνω». Και αμέσως ο λυγμός βουλιάζει στο στόμα. Το νερό περιγελά τον καημό.

Εκείνο, όμως, που καταβρέχει σαν οξύ τον Νταράν δεν είναι η βροχή, αλλά το αλκοόλ. Ένα μπουκάλι ούζο αραιωμένο με βρόχινο νερό συνιστά το πειστήριο της προδοσίας του, της αθέτησης της υπόσχεσης να μην ξαναπιεί. Είχε προδώσει την Ερντέμ και τα κατακόκκινα, καμένα από το ποτό μάτια του δεν μπορούσαν να χωρέσουν τη μεταμέλεια που της χρωστούσε. Η ενοχή τον μαστίγωνε αγριότερα από τη βροχή. Μαζί με την πόλη, που τον καταδίωκε σαν φάντασμα, επιμένοντας να τον κάνει θύμα της, τον κυνηγούσε και ένα άλλο φάντασμα, ο παλιός του εαυτός, νεκραναστημένος από το αλκοόλ στις φλέβες του. Ήταν «ένας άνθρωπος σε υγρή μορφή». Τη στιγμή που άδραξε το μπουκάλι, τα ρολόγια σταμάτησαν για τον Νταράν. Ο χρόνος έσβησε στο μυαλό του. «Έχει μπει σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή. Η πρώτη γουλιά είναι όλες οι γουλιές. Με τη μία – κι αμέσως προδότης. Πάτησε τον όρκο του».

Από εκεί και πέρα η επιστροφή του στην Ερντέμ μετατρεπόταν σε κάτι μεγαλύτερο και δυσκολότερο από την απόσταση που έπρεπε να περπατήσει μέχρι το σπίτι της. Και όταν κάποτε φτάνει εκεί, δεν έχει πια το κουράγιο να τη φτάσει. Ήταν ένας πεσμένος άνθρωπος. Είναι ωραίο που ο Σταμάτης, πάντα θεατρικά σκεπτόμενος, βαφτίζει το εν λόγω μονόπρακτο «Η Πτώση». «Η Πτώση από το ύψος της αγάπης».

«Η βροχή κοπάζει και με την ίδια ταχύτητα που εμφανίστηκε σε λίγη ώρα αποσύρεται. Μαζί αποσύρεται κι ο ήχος της πτώσης της, ο μελωδικός καταρράκτης της κυριαρχίας της. Η κουρτίνα ανοίγει και, ύστερα από τρεις ώρες και μερικά λεπτά, η πόλη εμφανίζεται ξανά, φωτεινή κι αλληγορική, μαγική και μυστική, διαβολική κι εξαγνισμένη».

Ο Αλέξης Σταμάτης εισορμά στην αιωνίως μαινόμενη θύελλα των ανθρώπινων παθών και αιχμαλωτίζει τους ήρωές του σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο, τη στιγμή της παραδοχής· της παραδοχής της ήττας, της ενοχής, της απώλειας, της αγάπης. Άλλες γεωμετρικά οριοθετημένες, άλλες κομμάτια, άλλες ερμητικές, άλλες διάτρητες, άλλες ερειπωμένες, άλλες κάθυγρες και άλλες αδρόσιστες, οι μυθοπλαστικές ζωές κυλούν στις σελίδες σαν στάλες ενός κοινού, οικουμενικού δράματος, της ζωής. «Γαμημένη ζωή. Όμορφη». Εν ολίγοις, ένα πολύ συγκινητικό βιβλίο για εσώτατα ψιχαλίσματα που γίνονται αντάρα, για τους κρουνούς που ανοίγουν βαθιά μέσα μας, όταν μυαλό και καρδιά μένουν αφύλακτα. 

to-vivlio-ths-vroxhs-alexhs-stamaths-kastaniotis

Αλέξης Σταμάτης, Το βιβλίο της βροχής, Εκδόσεις Καστανιώτη

50,741 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο του IAN RANKIN «ΦΑΚΕΛΟΣ ΡΕΜΠΟΥΣ ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ»

Οι τυχεροί είναι: Μουστεράκης Στέλιος, Δημήτρης Σκουρλής και Χρυσούλα Αποστολίδου. Ευχαριστούμε θερμά όλους όσοι συμμετείχαν. Κερδίστε 3 αντίτυπα από το...

Close