Οργασμοανασαίνω για ένα Κορίτσι, με τις «Εκπνοές» του Γιάννη Αντιόχου, της Ασημίνας Χασάνδρα

By  |  0 Comments

Μια κριτική δημιουργική μεταφορά 

Η απεικόνιση της ποιητικής Τέχνης σ’ έναν Κόσμο όπου διαβιούν λογής φαινόμενα σκιώδη με την κατ’ αναλογίαν απομάκρυνση-προσέγγιση των φθογγικών συνόλων στην πραγματικότητα του Ποιητή με μια διάρκεια και στην καθαρότητα και στην πεποίθηση. Προς τιμήν αυτής της αποκάλυψης, ο κάθε περιορισμός αναιρείται μονοσήμαντα στο σιωπηλό έργο του Ποιητή. Η σάρκα ορίζει μιαν απουσία στο κείμενο όταν καταγίνεται η κάθε καταγραφή της εικόνας, που αλίμονο όχι μόνον, είναι και λεκτέο φαινόμενο. Τα μυθικά σύμβολα του Γιάννη Αντιόχου μετατρέπουν τεκμηριώνοντας τον ρυθμό του σημαίνοντος κατά το «φαίνεσθαι» στην ικανότητα του αναγνώστη να μπει και να «πολιτευθεί» κυριολεκτικά στη διαλεκτική της Ποιήσεως. Ο μυστικός άξονας αποσπά δοξασίες του έρωτα, μετάσχοντας διακριτά μια μετουσίωση, ακριβώς έτσι. Αδέξιες τριβές, αφέλεια στις λέξεις ανασυντάσσονται στην εκκεντρικότητα της αναπνοής για να πάρει νόημα το κείμενο στο ευαγγελικό κοριτσίστικο πρόσωπο του τίτλου.

Η αποτύπωση προσεκτικά στην αρχετυπική μορφή ιχνογραφεί γύρω από αυτήν ένα νέο ήθος. Το ήθος στη λάβρα του μεσημεριού με μιαν  αμηχανία στον σπασμό του οργασμού. Υπόμνηση σημασιολογείται σε κάθε ποίημα στα παλαιά υδραγωγεία, στα ακατοίκητα ανάκλιντρα και σ’ ένα ανίκητο πείσμα του Γιάννη Αντιόχου με την πυρίκαυστη συγκίνηση στο δέλτα εκστρατείας του πάνω στο κρεβάτι.

Η μετεώριση στο βιβλίο «Εκπνοές» από την εκδοτική εταιρεία Ίκαρος, του Γιάννη Αντιόχου είναι ανάμεσα στον μυστικιστή και μεταφυσικό γραμμικό βηματισμό του, που αν μη τι άλλο φέρνει σ’ αυτή την χώρα, σ’ αυτό το ποιητικό γενόμενο μιαν προστακτική σε β’ πληθυντικό πρόσωπο. «Ας το σκίσουμε».

Η έμβια ταυτότητα της γενιάς του, που ο Γιάννης Αντιόχου αντιπροσωπεύει, πρωτοεμφανιζόμενος μετά από μια δεκάχρονη απουσία, έχει ήδη ποιητική οντότητα  χωρίς να μιμείται κανένα, προσδιορίζοντας την υπεράσπιση της δικής του τελεολογικής γοητείας στην αρμονία με μιαν συγκριτική ευταξία στις μυστικές του σελίδες πάνω στο γραφείο μου. Θέλω να πω, πως τον χρειάζομαι να διαβάζω την καλοσύνη στις ατελείς «Εισπνοές» – «Εκπνοές» και τα δύο βιβλία από τις εκδόσεις Ίκαρος κλείνοντας μια ενότητα, σε α’ ενικό με άγνωστο ρήμα.              

 

Και εδώ έχουμε την έμπνευση από αυτή την ανάγνωση της ποιητικής του Γιάννη Αντιόχου:

 

«το αδιάκοπο διαυγές μιας διαστολής»

 

Σαν ένα ψηφιδωτό οξύ και συγκεκριμένο σε μιαν αιτιότητα καμπύλης η αρχιτεκτονική γραμμή του «φαίνεσθαι» από την παραμικρότερη ατέλεια μιας λεπτομέρειας φαίνει ακράδαντα στα χαλινώματα της γειτονιάς και τις κίτρινες ψαρόβαρκες στην ακροθαλασσιά, αν μη τι άλλο. Όταν ένα απαλό αρχαίο γλυπτό σώμα σε καθαίρει ενίοτε στα σχήματα των εντυπώσεων υποβάλλεται έτσι ένα κινούμενο τοπίο σε μιαν άλλη κριτική ματιά σε κάθε βράχο που σε εμπεριέχει. Μοιάζουν όλα μυστικά μιας τέχνης αναδιατυπωμένης σ’ ένα σημείο που κινείται, πηγαινοέρχεται, διαβάζει μια διαστολή της μνήμης.

 

Αυξάνοντας τους παλμούς μυστηριωδώς και ιδιαιτέρως βρίσκοντας ένα ελληνικό φθογγικό αλφάβητο να ζει βαθιά στον ίσκιο ενός ονόματος σε διακριτή θέση φωνηέντων. Δεν μπορεί παρά να είναι ένα διαρκές «ποθήω και μάομαι» όπου σίγουρα μεταφέρεται ένα συμπαντικό διαυγές. Τα χείλη σμίγοντας σε μόνιμη διαστολή άρθρωσης μιας πρωταρχικής ιδέας από έρωτα σε φως και μεταφορικές παραστάσεις.

Ταυτόχρονα ένα λιγνόκορμο αιολικό κορμί κοριτσιού που άξαφνα μετατοπίζεται και αποκτά πτώσεις σε κόλπους με χάδια και τριξίματα φωσφόρου σ’ έναν μικρόκοσμο βλεμμάτων και απολιθωμάτων στη νότια πλευρά του κρεβατιού από μυστικά αινίγματα του παρελθόντος στον έρωτα. Κρυπτογραφικό κορμί στο φυσικό του χώρο ίσως για αυτόν το λόγο υπερήφανο και προνομιούχο  στη συνείδησή του ακάματο.

Σ’ ένα εστιατόριο κάποτε χωρίς να το πάρω είδηση ένα κρυστάλλινο ποτήρι έσπασε σε κομμάτια μ’ ένα απόλυτο μεταφυσικό Απίθανο καθώς το νερό της κανάτας καρφωνόταν στον πάτο και στα τοιχώματά του. Έτσι λοιπόν και τώρα χωρίς να το πάρω είδηση ως κάτοικος ενός μοναδικού συναισθήματος εγγράφω στην χειρονομία της αποκρυπτογράφησης έναν ελαιώνα που επρόκειτο να ερμηνευθεί με απλουστευτικά σχέδια φωνηέντων έμπροσθεν ενός νησιού που το αντιλαμβάνομαι σα κορμί ενός κοριτσιού σε ατμόσφαιρα κάποτε-κάποτε μιας νέας ανατροπής.

Η καταγωγή αυτής της ανατροπής μελετάται σε χειρόγραφα παιδικής ηλικίας ως τουλάχιστον η πλέον προσωπική ιδιοσυγκρασία στην Ποίηση με μιαν απόλυτη σχηματική ακολουθία στην ευρωπαϊκή σκέψη με αυστηρότητα, μέθοδο και έναν ιδιαίτερο τρόπο στο πεισματικό θάρρος για ένα επίμονο σύστημα αξιών στην έκφραση τόσο αμετάδοτο όσο συμπαγές είναι και το χέρι που αφήνεται στα αινίγματα εν δυνάμει και γι’ αυτό χρειάζεται μόνον πάθος και ενάργεια στη φύση.

Η διανόηση σ’ έναν αφανή δυνητικά πόλο της αντιστοιχίας στον μύθο και την μυθοπλασία γεννιέται από την πλαστικότητα μιας λογικής ισοδύναμης αγνότητας στη γλώσσα και την αίσθηση μιας εικονιστικής φόρτισης πάνω και από όλα σ’ ένα ποιητικό αντίγραφο που απομονώνει κομμάτια ιδεατού στο βίωμα και την ελληνική του ρίζα. Το ονειρικό μοτίβο ως εκ τούτου μεταφράζεται συλλαβικά ανακαλύπτοντας την υπακοή στη γοητεία μιας γυμνής φωνής σα να υπάρχει δικαιωματικά στο καθημερινό σου Αλφάβητο, έτσι είναι η μεταγραφή και η ανακάλυψη του έρωτα πάντα με ό,τι γίνεται και αναπτύσσεται απομονωμένο στην πρωταρχική πρόθεση καταγραφής του.

Η αναδημιουργία της ερμηνευτικής στο κάθετι του ανέμου με μιαν ανάκτηση άποψης στο κλαδάκι της πρώτης πειραματικής δοκιμής που αντιλαμβάνεται τον έξω κόσμο η έλξη της μορφής στα όσα γράφεις είναι χαρακτηριστικό ενός συλλογισμού που συγγενεύει με την διαπίστωση στο εμφανές γλωσσικό τρόπο της προσκόλλησης σου σ’ έναν λυρισμό αρχαίου ενδιαιτήματος συνδέοντας κάθε τόσο το συμπέρασμα που σε προτιμά και συνδέεσαι ώστε να μη διακοπεί ποτέ αυτή η σχέση που αναπνέεις.

Το ζήτημα σ’ αυτή την νοητή γραμμή «προσέγγισης-απομάκρυνσης» βαθμιδόν δεν αναπτύσσει καμία απώλεια και δεν ακυρώνεται από την επιθυμία στην ποιητική ενός προσώπου απέναντι σ’ ένα καθρέπτη με τραύματα ως τα πριν. Η λεπτομέρεια γεωμετρεί την συντριβή και τον μηχανισμό της με κάθε αποδόμηση  στο περιεχόμενο μιας ηθικοπλασίας. Η διακριτή σύσταση της παρατήρησης στην αφήγηση έχει ένα διαφορετικό κέντρο σε κάθε ήθος και σε κάθε δομή μιας αλήθειας ευρύτερα και εν γένει.

Με μιαν αγιότητα διασχίζουμε το κείμενο-κορμί διαβάζοντας τον ποιητή Γιάννη Αντιόχου στα συστατικά από τα οποία σκέφτεται και σε μεταβάλλει σε μια δεύτερη κατάσταση στο διαρκώς Απίθανο μιας έκπληξης που προσπαθεί και σε αποκτά σ’ αυτό. Και η λιτότητα – αγιότητα επίσης στην μετάφραση της ποίησης του Τέντ Χιούζ από τον Γιάννη Αντιόχου «Τα γράμματα γενεθλίων» από τις εκδόσεις Μελάνι, στην απόδοση του ρυθμού και όχι της μορφής στα κομψά προικισμένα ποιήματα μεταφράζει ο ποιητής χωρίς καμία προσαρμογή στην περίφραση της ποίησης που γι’ αυτό έχει υιοθετήσει την μουσικότητα στην λέξη και όχι την παραδοσιακή αντικατάσταση απλώς χάριν επιταγών.

 

«η παρασημαντική στην αναδόμηση του ερωτικού στοιχείου»

 

Όταν χρησιμοποιείς την ελληνική γλώσσα ταυτοποίησης αντικειμενικά, βρίσκονται τα στοιχεία του αλφαβήτου –φωνήεντα, σύμφωνα, πτυχώσεις του ακέραιου, προτάσεις, μισοσκότεινες εκφράσεις, τα λόγια που δε λες, οι πλίνθοι της σιωπής και όσα μάθαινες- έτοιμα, να εκπλαγούν έμπροσθεν ενός γυμνού κορμιού στην παντοτινή νεότητα, χωρίς  καμία βάση σε πρωτοκαινή δήγματα μιας ατελεύτητης παιδικής ηλικίας για να μπορείς, να αντέχεις, να ερωτεύεσαι, να δημιουργείς την ατμόσφαιρα της δικής σου αναπνοής στα σημαίνοντα, μιας έλξης για ένα κορίτσι ή ένα αγόρι.

Η σκέψη ότι: όλα μπορεί να φαίνονται τόσο ανεξέλεγκτα μέσα στην καθαρότητα του λευκού, το πηδάλιο ενός αυτοκινήτου που σε έχει διαβάσει μέρα μεσημέρι με το «δυνατόν» και «με κίνδυνο», τα κτίρια γύρω που δεν έχουν καμία γραμμική καμπυλότητα, ο χαρταετός που ανεμίζει, τα δάχτυλα του ποιητή Γιάννη Αντιόχου, η αναπνοή της, τα σεντόνια που αναπτύσσονται και ο ιδρώτας που δοκιμάζεται, όταν εμφανίζεται στα εγγενή σώματα στην ήβη από κάθε άποψη.

Ναι, έχουμε καθιερώσει λεπτομέρειες, πυκνά σχήματα δεντρολίβανου, τα χείλη να σκιρτούν σε αγωνίες που δεν παρέχουν παρά πληροφορίες για την απώλεια, μια συνέχεια στα αριθμητικά σύνολα, τις παρενθέσεις και αυτά που τονίζεις πάντα, μα πάντα για το πρώτο σχεδιάγραμμα, για την πρώτη φορά της αναδόμησης και το πρώτο καλοκαίρι του «τουλάχιστον, δεν ονόμασα» της μορφικής επεξεργασίας στα φαινόμενα, όταν έχει λιακάδα και ψιλοβρέχει στο δρόμο για ένα κείμενο ανεμπόδιστο. Του λεγόμενου συνθετικού θυμού, η ενδοχώρα λοιπόν μεταποιεί μια βάρκα, τη διάσπαση και τη συγκέντρωση στο λυρικό στοιχείο της γέννησης, η κάθε αρχή, το σκιώδες, το λεκτικό σύμπαν της ψυχής.

Καταφέρνεις στην μητρική σου γλώσσα να πεις αλλιώς την τρυφερότητα και συνάμα να σημαίνει κι αγάπη αριστοτελική μ’ έναν τρόπο που σε γνώριζε από παλιά. Απαγορεύεται πάντοτε η είσοδος κοντολογής στην ανεπάρκεια της διακριτικότητας στο υπερβατικό με κάθε δυσανάλογο θαυμασμό, ο οποίος παρερμηνευμένος εξαιτίας μιας βαπτίσεως σε σχεδιασμένο κήπο μοναστηριού, σε σώζει με προσευχές γονέων από κωματώδη τρικυμία έναν Αύγουστο στα περισσότερα σταθερά ενός σπιτιού, μιας εφιαλτικής σιωπής χωρίς καμία τηλεφωνική συσκευή για πάντα, απουσιάζοντας στην παιδική ηλικία με γοτθικές λεπτομέρειες του εδώθε. Ο ρυθμός λειτουργεί κι η μνήμη ασθμαίνει πάνω σ’ ένα κορμί αισιοδοξώντας για τις διαθλάσεις της τριγωνομετρίας παραλίας που βρίσκεστε κάθε Σεπτέμβρη κι οι δύω χωριστά στα διαλείμματα του νυχτερινού σχολείου από αυτό που ονειρεύτηκες ότι γλύτωσες και κάθε λογής –τι περίεργο.

Είχα γίνει για μια στιγμή «αιρετική του μπλε» στα χάδια που σε πάσχιζαν κι έψαχνα στα μπιστρώ της Ευρώπης μια καθολική αναλογία ταξιδιού μαζί σου. Τα χειρόγραφα με το αισθητήριο στα ολίγα και ακριβή ανάτυπα της καλοσύνης έμοιαζε όπως η τακτοποίηση στη σχολική τσάντα των ονείρων της κάθε Ι σ τ ο ρ ί α ς. Επειδή δε θέλω και τα «δεν μπορώ» να φύγω πια. Αν υπάρχει ακόμη ένας Κήπος που σκέφτεται τον ιδιωτικό προσανατολισμό κάθε φορά, στ’ αλήθεια ο λυρισμός των κινήσεων του αγέρα στ’ ανεπαίσθητα φύλα ανθρώπων με τα χρόνια να μεταβάλλουν στο αναπάντεχο το χαμόγελο και την ευγένεια, για μια στιγμή εφάνη αυτό που λάτρευα –σ’ ένα λουσμένο κορίτσι μόλις.

Μια σημασία είναι ο έρωτας κάθε θρησκείας και το χαμηλό ίδιον ενός βλέμματος σε τρικυμίζει βαθιά σα να μην υπάρχει άλλο κανένα σχήμα ηδονής παρά αυτό. Διαρκείς λιγότερο. Εύκολο φαίνει από μιαν ησυχία δύο σώματα να γνωρίζονται σε όλα τα μεγέθη ενός βιβλίου με τα περιεχόμενα ιδιόκτητα. Άλλωστε η φαντασιακή ιδέα του «πότε;» και «πόσο αλλιώς;» ε, δε γίνεται διαφορετικά στα όσα σημαίνοντα –απαντάς, ποτέ ξανά! Η αγάπη προσδιορίζει αυτό που την πιστεύει σ’ ένα θέρος Τύχη. Η μεταφυσική τής κάθε εντύπωσης σε κάθε απαίτηση. Για ένα φεγγάρι σου στα πρόθυρα «αυτοκτονίας» κάθε βράδυ στα σεντόνια σου.

Ο λόγος των εντυπώσεων βέβαια μοιάζει να προσπαθεί να έχει την μετρική έννοια ενός άγνωστου θεού, μιας από μηχανής θεωρίας ώστε σε ψαύει στο παρελθόν για μια κωμωδία ή ένα δράμα του αρχαίου ποιητή του Σοφοκλή που είχε στην πόρτα ένα σημείωμα μ’ ένα μικρό χαρτάκι ούτως ή άλλως να μη βρίσκεσαι. Εκεί και η τόλμη στην άγνοια της τροπής της ποίησης σ’ ένα κρυμμένο πρόσωπο κοιτώντας την αγριάδα της νύχτας, που δεν είναι εύκολο παρά να φεύγεις κάθε φορά  τα ίδια και τα ίδια.

Τη στιγμή εκείνη έγραφες κάθε τι που είχε σχέση με την υλική υπόσταση των κυττάρων σου σε βιβλία που ανακάλυπταν λέξεις με κινδύνους μιας καταφατικής γνώσης στο απ’ αρχής νοηματικό Τέλος και πάλι. Στο μικρό ορθογώνιο γραφείο της παιδικής ηλικίας δεκαετίες κομμάτια μετά στο σπίτι χωρίς τα δάχτυλα, τα αποτυπώματα στα συρτάρια πια, δύο γραφομηχανές κατακυμάτων ήταν η μόνη μαρτυρία. Με τα γεγονότα μιας επαφής μαζί της πεταμένη. Που βέβαια θα της προσάψουν κάθε τι αρνητικό για την σχισμένη στα σκουπίδια ερωτική επιστολογραφία, εάν καταγινόταν η Ιστορία της λογοτεχνικής γραφής με απαντήσεις στα μεταμεσονύχτια πάρτυ με πολυσέλιδες κωματώδεις χειρόγραφες αναπνοές μέχρι να αφεθούν το πρωϊνό έξω από το σπίτι της. Δεν έχει μείνει τίποτα. Μια ζωή από τα πριν στο ίδιο κοσμοπολίτικο παιχνίδι με την ποιητική μετρική χωρίς καν καμία φωτοτυπία. Τι πρωτοτυπία!

Μια εξαιρετική ευχέρεια θαρρείς στη γλώσσα, να συλλαμβάνεις τις λεπτομέρειες του ύπνου σε ακρότητες κορμιών π’ αγαπάς. Η εφεύρεση της ποίησης και ο κώδικάς της έχει την ίδια γοητεία αφέλειας μεσάνυχτα καθώς γυρνάς πλευρό κι αγγίζεις την διάθλαση του ονείρου δηλαδή με μια μόνον κίνηση. Έτσι μισή στ’ ακρογωνιαία μισή στη λιακάδα της θάλασσας αποδίδεις συνεχώς στίχους και θραύσματα σπασμένων λέξεων, κατανοείς μεγέθη της κάθε δικής σου σύνθεσης σ’ αυτό που λέμε προφορική ομιλία ενός ερωτευμένου ποιητή, ούτε απλώς ένας βηματισμός σ’ ένα νυχτερινό σώμα της κλίμακας που αναγνωρίζεται.

Κατάλληλα όλα. Χιλιάδες χρόνια πριν στ’ ακρογυάλια της Μικράς Ασίας σχεδόν μηδαμινά πετραδάκια στα «επιτέλους» που έφτιαχναν μιαν πολιτεία στην άκρα Ανατολή σχεδόν μυστική με διάρκεια στο Βυζάντιο και μέχρι σήμερα –αυτή και η αρχαιότητά μας στη Δύση. Το όφελος δεν είναι στην αμμουδιά αλλά στο καταγάλανο γονίδιο που προσεκτικά έφθασε τον φθόγγο του, για να υπάρχει και μετά. Εκεί στο ερωτικό στοιχείο μιας αναδόμησης.             

 

«τα σχέδια μιας μαθηματικής ευκρίνειας στη γλώσσα του»

 

Η ματαιοδοξία πάλι του φαντασιακού ατελεύτητου μιαν εποχή όπου όλα βαίνουν πολύ περισσότερο στο υγιές κυανό σώμα με τη βοήθεια ενός ελάχιστου τοπίου συνέπεια τής πραγματικότητας που είναι το μοναδικό σημαίνον, ένα μινωϊκό κορμί Κοριτσιού. Με μπλε διαφάνεια που δεν μοιάζει να πηγαίνει αλλού το φως παρά εκεί που βαδίζει με αυτοπεποίθηση πάνω σου σε μια τραυματισμένη τριβή πάνω σου. Κάποτε τα μικρά βλέμματα στο θαύμα αποτελειώνει σβήνοντας τα αδιάλλακτα με αποκορύφωμα στην ηδονή του χαμόγελου σου, που ποτέ δε χάνεται ακόμη και όταν πενθείς.

Χωριστά έχω, κατέχω το κορμί μου στο ύπαιθρο της χλόης με βέρες. Η αναγέννηση που ανατράφηκε στις σιωπές του ατλαζένιου σεντονιού με λαγνείες Σαββάτου. Τέτοιοι και οι φανατικοί των αδιαχώρητων θρησκειών στα κάθε μέτρα του εξαίρετου, που δεν παρερμηνεύεται πλέον. Η σημασία των χαδιών –διαφορετικά- τα σύμφωνα ευδαιμονίας, η καλοσύνη, το «γιατί» κι η μυστική σκληρότητα, βόγκοι –για να έχει, παντού. Η παιδική σκληρότητα της δικής σου αδιάλλακτης νοημοσύνης που δεν ήρθε σε επαφή για χάριν κανενός, απουσιάζοντας αλαζονικά.

Το βαθύ κενό ανάμεσα στο αίτιο και το αποτέλεσμα, η Λογική που σε μαζεύει τις νύχτες, όλα μοιάζουν –σα να το ξέραμε- καθαρότητα νικηφόρα μιας απομόνωσης με αισθητήρια σύγκρισης μόνον στο κρεβάτι σου. Ένα πρωϊνό ξυπνάς και οδηγείς τις λέξεις με έξεις πάνω της παράφορα και σφόδρα.

Μόνη εμπιστεύομαι τα κομμάτια της τρυφερότητας δίπλα απ’ το παράθυρο για δύο, που κυριολεκτούν στα διάστιχα του καθρέπτη, στα δάχτυλα, στη μουσκεμένη μουσική εκείθε στο κανένα «πάντοτε» στις σιωπές, τους τριγμούς για την ακαριαία στιγμή της «+θλίψης» μαζί της. Δε χρειάζεται καμία θεωρητική ευκρίνεια του εάν. Αρκεί το βλέμμα.

Μεσάνυχτα πρόσω ηρέμα, οι ζωές, το «διακύβευμα» και η πρώτη αλήθεια σου στο συρτάρι, «το γράμμα» και τα ιδρωμένα χέρια μας με τις ερωτήσεις φαίνεται ώρες-ώρες να ειπώνονται κατά λάθος τα κύματα και να ταξιδεύεις αιώνες πάνω στη Γη για να βρίσκουν τον ίδιο τρόπο στις σαγήνες. Απανωτά στ’ άλλο μισό εξαιτίας μου πλευρό που φράζει τις ίδιες αχτές, την παρόρμηση στο βυθό, το σκίσιμο του χαρτιού που δεν σε ικανοποιεί με τα κοράλλια και τις συναρτήσεις και τα χρόνια στα δύο κομμάτια. Για να αναζητάς στον καθρέπτη με τα οξειδωμένα δάκρυά της δάχτυλα τερματίζεις στο φιλί και το πρόσωπο πάνω γοερά ξημερώνοντας, ανεβαίνεις και σταγόνες γέλιου στα «κανείς δεν» έψαχνα να βρω παρά μονάχα εσένα να μου ομιλείς απέναντι σ’ ένα ερωτευμένο κορμί στο ξενύχτι που λιώνω μισοσβησμένη και λιγωμένη στα βιβλία σου μέσα στο στόμα. Το σχέδιο εικόνα με μελάνη ταξιδεύοντας σ’ ένα δωμάτιο άδειο λιμάνι με χιλιάδες χαραγμένα ψηφία αλφάβητα, που δεν θα είναι τα ίδια δεύτερη φορά, ποτέ ξανά φαρμάκι. Η ζωή συνεχίζεται με μήκη ραδιοφώνου που συντονίζεις τις λεπτομέρειες του «Μεγάλου Ερωτικού» του Μάνου Χατζιδάκι αναστενάζοντας με κάθε πένθιμη συστολή.

Η συγκίνηση θαρρώ κάποτε γίνεται σηματωρός της ποίησης στα θαμπά τζάμια ενός βροχερού φθινοπώρου στον προορισμό σου, πελάγη συγκίνησης αλλιώς που δεν είναι. Ασχολείσαι πάντοτε με τις λέξεις και την έννοια της παραλίας στα ιδιόκτητα σου χάδια. Κάβος που σε αποκοιμίζει μακράν κάθε αντιπαραβολής και σιωπές.

Η αγαπημένη μου Άνοιξη που έρχεται με το κλειδί σου μέσα να περιμένει. Στο στήθος η ιδιοτυπία της γραφής αναπνέει με μαθηματική ακρίβεια και ευθεία σκέψη στα χωρία των ιδιόκτητων μαρμαρυγών ηθελημένα ακριβώς στο αισθητό ανάλογο ενός δεσμού με κάθε σταματημένο φωνήεν στην περιοχή που ταιριάζουν οι φθόγγοι στο ματς που λυγίζεις με τις απαγορευτικές ταμπελίτσες. Στο σταματημένο αυτοκίνητο στη γωνία αφαιρείς ήχο τον ιδιαίτερο.

Αγαπώ ό,τι ήξερες και έχεις. Το τονίζω: τα σχέδια συναντήσεις με επικό στίχο από τη μια στιγμή στην άλλη που μετανιώνεις να κρύψεις πια από την χρόνια κατασκοπεία. Οι διαθλάσεις μυστικά της ζωής στις σπασμένες κλειδώσεις, σαστίζουν. Ξεπερνάς κάθε λυρική διάθεση ενός εξωλογικού παράλληλου μέσα σε ένα λυρικό έπος. Αλλού ορίζεις το αισθητήριο της ζωής σου σα να λιγοστεύεις, όσο ποτέ. Το ύφος ενός δοκιμίου  αλαζονικού στην ελληνική γλώσσα πρέπει να έχει αρμονική εικονοπλασία για να το σέβεσαι από παντού.

Παιδεύεται στην ποίηση του ο Γιάννης Αντιόχου και πάλλεται ενοχλητικά και αναιδώς μπροστά στο αναγνωστικό κοινό, για αυτό και λατρεύεται αναιδώς. Φαίνεται αυτό που αναζητώ στο στήθος της όταν ανακοινώνω ότι άργησα να σε πάρω χωριστά. Το έχει η λεπτόγραμμη διαύγεια ενός κατόπτρου να σε βοηθάει τα πρωϊνά να ξεχνιέσαι στα κάθε δικά σου. Η πεζογραφία σε βοηθάει το ίδιο με την ποιητική εικονογραφία στα λάθη. Και κάνεις ένα βήμα πίσω. Για να γυρίσεις στο γραφείο κατάκοπος. Τα άδεια χέρια καταφύγιο για ένα καταληπτό «γέγραπται» της υπόλοιπης ζωής. Και εάν εσύ θέλεις, μένεις απέναντι από το σπίτι που φοβάσαι να μπεις στην αλήθεια του με γομολάστιχα για να σε σβήσει στα σύνολα μιας άλγεβρας Πέμπτης Λυκείου. Το απουσιολόγιο που κρατάς σ’ ένα κρυμμένο τετράδιο-ημερολόγιο γεμάτο διορθώσεις και φυτά χρώματα. Που εσύ  δεν απουσιάζεις ποτέ στα σταθερά σχήματα.

Συλλογίζεσαι τώρα σ’ ένα λεπτό τον κίνδυνο να ξεχάσεις ό,τι δεν σου έχω πει ποτέ. Τις λέξεις στο σπίτι που έχω φυλαγμένες για ένα πρώτο πλήρες καθολικό ορθόδοξο περίγραμμα στα χείλη, χλωμό ακίνδυνο κυκλαδίτικο τοπίο που σε κατοικεί στην θάλασσα των ανέμων. Που ποτέ δεν τολμάς να μπεις στο σκαλοπάτι αντίκρυ.

Τα φαινόμενα βιαστικά απαιτούν την τρικυμία που σε αναλογεί απαλλαγμένη από σεντόνια, ολόγυμνος και μόνος με οπτική καλοσύνη γενναία μιας αριθμητικής που σε πολλαπλασιάζει αφενός στη μουσική και αφετέρου σε μια πρώτη φυσική Ιστορία. Ενώ θα λέγαμε καταγράφει η βιολογική-πολιτισμική γεωγραφία το σώμα που δεν το ξέρεις, πώς αναπνέει μετά, πώς λιγώνεται, πώς γίνεται συντρίμι στα χάδια. Κυλάς πάνω μου. Θα κυλάς για αιώνες!

Περικλείω στο δρόμο της ανατολής ενός καινούριου ονείρου που θα με βρεις και αλλού στο ίδιο διακριτό χαμόγελο που διατυπώνεται σκίρτημα τυχαίο πάνω σου σημάδι εξίσου τολμηρό εκεί που είναι η θέση του. Ανήκει στην καθαρότητα των χεριών που είναι στέρεα ακόμη από το πρώτο ιδρωμένο άγγιγμα. Δαιμονική λιποθυμία και αφήνεσαι!

 

Αυτός, ο ποιητής Γιάννης Αντιόχου …και ανέτειλεν σκιόφως! 

 

  covertest 1..1

 

 

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Contact: chasandra@gmx.us

 

Πίνακας : The Temptation and Fall of Eve

 

 

21,313 total views, 2 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Εγκαίνια του νέου καταστήματος των εκδόσεων Ψυχογιός στην Εμμ. Μπενάκη 13-15, στο κέντρο της Αθήνας !

Οι Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ την Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου εγκαινίασαν το νέο τους κατάστημα στην Εμμ. Μπενάκη 13-15, στο κέντρο της Αθήνας,...

Close