ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΤΕ Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ, του Γιάννη Αντιόχου

By  |  1 Comment

Δεν ξέρω για σας, αλλά παρόλο που συμπληρώνω τα 45 μου έτη, ακόμα βλέπω όνειρα.

Όχι, το ξέρω πως δεν σας ενδιαφέρει διόλου αυτή η ασήμαντη πληροφορία κι αν όχι όλους τους αναγνώστες, ίσως τους περισσότερους από εσάς. Παρόλα αυτά δεν μπορώ να σταματήσω να επιχειρώ, αφού καλύτερα αυτοπροσδιορίζομαι ως ξυπόλητος επιχειρηματίας, από ότι ποιητής και πάνω στην προσπάθεια αυτής της επιχείρησης, θέλω να σας πω τόσα πολλά, που αισθάνομαι πως θα χρειαστώ τουλάχιστον  δέκα συνέχειες στη στήλη μου που υπερτιτλίζεται «Η θηριώδης μούσα».

Κι όπως πάντα έγραφα μεγάλα ποιήματα, έτσι μάλλον θα συνεχίζω να γράφω και μεγάλα κείμενα, διευκολύνοντας τη λογοκλοπή (plagiarism) στην επικράτεια του υπερκειμένου (hypertext) για όλους τους επίδοξους λογοκλόπους, τυποκλόπους (plagiarists) που την τελευταία δεκαετία υποδεικνύουν τόση πρωτότυπη γραφή και σκέψη με κύριο εκφραστικό μέσο τις υπερκειμενικές φόρμες του διαδικτύου.

Κι αν κάποιοι απορείτε γιατί ο Γιάννης Αντιόχου άρχισε να ξερνά τόση χολή, δεν είναι ένα είδος νεύρωσης που περνάω ως μεσήλικας, αλλά είναι καθήκον και χρέος μου, αφού έχω αυτή την αφελή τάση και το υπερβολικό πάθος για αθανασία, έτσι όπως λέγει και ο Μάνος Χατζιδάκις, στα Σχόλια του Τρίτου, να αντιπαρατεθώ και να μιλήσω, να εκφράσω την άποψή μου για τη ζωή που μας μοιράζει το σύστημα.

Κι αυτή η ζωή είναι κομμένη και ραμμένη μέσα στην τυμβωρυχία, να δείτε που όπως έλεγε και η Αχμάτοβα θα μου στήσουν κάποτε και άγαλμα, ένα άψυχο κεφάλι να ατενίζει προς τι άλλο, αν όχι στη θάλασσα. Το νερό άλλωστε ξεπλένει εύκολα τις ντροπές μας.

Ντρέπομαι πολύ, ντρέπομαι που δεν μπορώ να επιβάλλω αυτή τη γενναιότητα, του πως ο ένας μόνος, μπορεί να αλλάξει τη ζωή. Ο ένας μόνος μπορεί ίσως να εμπνεύσει άλλον έναν, άλλους δέκα, μετά πρέπει να ακολουθήσει μια ολόκληρη διαδικασία επαναστατική και ματωμένη, να τρέξει πολύ αίμα, όχι για να συγκλονιστεί τόσο η κοινωνία, αλλά για να προσφερθούν οι αρχετυπικές χοές και να ξυπνήσουν τα φαντάσματα των νεκρών.

Ποτέ δεν φανταζόμουν πως κάποτε θα προσέτρεχα εις τους νεκρούς, σχεδόν πλέον αντικρύζω τις σκιές τους στον μόρο του ύπνου μου κι έτσι όπως με ανατριχιάζει το γυμνό σώμα που στριφογυρίζει δίπλα μου, με ανατριχιάζει και η σκιά του νεκρού με το αιματοβριθές στόμα.  Κι αν είναι που ξεκίνησα να σας λέω πως ακόμα βλέπω όνειρα, είναι που ευτυχώς αυτός ο άλλος κόσμος, ο κόσμος των ονείρων, με ισορροπεί έτσι ώστε να μην έχω βουλιάξει περιφερόμενος αμνήμων στη δημιουργημένη εικονική πραγματικότητα.

Κι επειδή θέλω να σας εντάξω στο προσωπικό μου ιδεολόγημα, σας λέγω πως σύμφωνα με τον Baudrillard, «η εικόνα προηγείται». Ο φιλόσοφος κάνει έναν άμεσο συσχετισμό με τον μύθο του Borges, όπου κάποιοι χαρτογράφοι χαράσσουν έναν χάρτη με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε καταλήγει να σκεπάσει ακριβώς την πραγματική επικράτεια της αυτοκρατορίας. Ο χάρτης ξεφτίζει ακριβώς όπως παρακμάζει και η αυτοκρατορία. Η πραγματικότητα και η αφαίρεση της (ο χάρτης) παρακμάζουν μαζί. Η simulacra είναι η δημιουργία/κατασκευή του πραγματικού μέσω εννοιολογικών ή μυθολογικών μοντέλων, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Το μοντέλο γίνεται ο καθοριστικός παράγων της αντίληψης που αποκτούμε για το πραγματικό. Ο Baudrillard, υποστηρίζει πως κάποτε το αρχικό αντικείμενο όταν αναπαράγονταν με το χέρι ήταν αυθεντικό. Το αντικείμενο δηλαδή τίθεται ως πραγματικότητα και το αντίγραφο ως πλαστό. Βρισκόμαστε στην πρώτη φάση όπου υπάρχει μια πραγματικότητα στην όλη διαδικασία η οποία και προηγείται, αλλιώς δεν θα μπορούσε να οριστεί αντίγραφο χωρίς πρωτότυπο.

Στη δεύτερη φάση της simulacra υπάρχει η μαζική παραγωγή, όπου εικόνες και προϊόντα εντυπώνονται στο συνειδητό μας μέσα από την τηλεόραση, της ταινίες, τα ΜΜΕ. Το αυθεντικό αντικείμενο δεν υπάρχει ή μάλλον τείνει να ξεχαστεί. Το αυθεντικό δεν προηγείται πλέον του αντιγράφου. Το ένα αντίγραφο δεν είναι αυθεντικότερο ενός άλλου.

Υπάρχει όμως και μια simulacra τρίτου βαθμού. Είναι εκείνη των μοντέλων και των κωδίκων. Εδώ η εικόνα προηγείται αυτού που αναπαριστά και γίνεται έτσι κάτι παραπάνω από πραγματική ή υπερπραγματική. Είναι ωφέλιμο να σκεφτούμε όλες αυτές τις διαφημίσεις των προϊόντων οι οποίες μας δείχνουν το προϊόν μέσα από μια υπερπραγματικότητα.

Για να σκεφτούμε εμείς που ζήσαμε την διαφήμιση της βότκας στις τηλεοράσεις μας με το αποτέλεσμα το μπουκάλι της βότκας να αποκτά ιδιότητες κοίλου κατόπτρου φανερώνοντας έναν κόσμο που αντανακλάται και είναι ολωσδιόλου κάτι περισσότερο από τον πραγματικό.

Ο τρίτος βαθμός simulacra είναι ένας κόσμος μιας μεταμοντέρνας πραγματικότητας, μιας matrix πραγματικότητας, η οποία αν και απέχει πολύ από τη θεωρητική προσέγγιση με όρους της μεταφυσικής, εντούτοις από τη φύση της είναι η πιο μεταφυσική αντίληψη της ζωής στη διάνοια του ανθρώπου. Ένας κόσμος συλλογικού ονείρου, σαφώς ψεύτικος, ο οποίος μας κρατά δέσμιους μέσα στην πλατωνική σπηλιά.

Στον τοίχο της πλατωνικής σπηλιάς ο δεσμώτης-ανθρωπότητα βιώνει την εικονική πραγματικότητα ενός συλλογικού ονείρου. Ποιοι είναι όμως εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι βρίσκονται σε κάποιο ανώτερο επίπεδο συνειδησιακά από τους δεσμώτες και οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι να μεταφέρουν τα κάθε είδους αντικείμενα, που προεξέχουν από το τοιχίο και όπως λέει και ο ίδιος ο Σωκράτης στον πλατωνικό διάλογο: «και, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που τα μεταφέρουν άλλοι μιλούν και άλλοι μένουν σιωπηλοί»;

Πώς μπορεί να υπάρχει ένα επίπεδο ανθρώπων «αφυπνισμένων», οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι να συντηρούν την εικονική πραγματικότητα της σπηλιάς, μια προσομοίωση. Ο Baudrillard υποστηρίζει πως η προσομοίωση είναι «ένα αντίγραφο χωρίς πρωτότυπο», «μια μίμηση από κάτι που δεν είναι αληθινό».

Βέβαια διόλου δεν έχω όρεξη να ασχοληθώ με τους πολιτειακά αφυπνισμένους αλλά τουλάχιστον αν μπορώ να πω κάτι, θα το πω για τους πολιτειακά αφυπνισμένους καλλιτέχνες, διανοούμενους που δεν τολμούν να αρθρώσουν λέξη υποδεικνύοντας την ανελευθερία τους, αλλά ωστόσο τολμούν να επιδεικνύουν πνευματικά επιτεύγματα δημιουργημένα μέσα στην ανελευθερία.

Θα συμφωνήσω σε πρώτη ανάγνωση με τον Στέφανο Μπεκατώρο, ο οποίος στην εισαγωγή – πρόλογο του για τα δοκίμια του Τ. Σ. Έλιοτ γράφει: «…η σημερινή ποίηση, όπως την έχουμε μάθει μέσα στα τελευταία τριάντα μεταμοντέρνα χρόνια του 20ου αιώνα –με εξαιρέσεις φυσικά-, γίνεται ολοένα και πιο μηδενιστική, πιο αντιπνευματική, πιο α-ηθική, πιο αθεϊστική, δηλαδή ολοένα και περισσότερα αποξενώνεται από τα μείζονα ζητήματα της ζωής και των ανθρώπων (όχι του ανθρώπου γενικώς και αορίστως). Είναι μια ποίηση χωρίς ομφάλιο λώρο… Μια ποίηση υλιστική, που δεν αποβλέπει πουθενά, παρά μόνο στην έκφραση της ποιητικής ενόχλησης του ποιητή από τα ενδόμυχα και τα ερωτικά του, καθώς και από το «περιβάλλον», που δεν τον διαβάζει, που δεν τον προσέχει, που δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν (μα για ποιους και για τι ενδιαφέρεται αυτός;) που δεν τον αφήνει να δοξασθεί! Ποίηση που αποβλέπει δηλαδή στον εαυτό της, «the love of art for its own sake», που δεν γράφεται από πνευματικούς ανθρώπους, αλλά από «καλλιτέχνες» και μήτε καν από διανοούμενους…, αλλά από αλλόκοτα υβρίδια «επαγγελματιών» και παρασίτων, οι οποίοι αφού η ποίηση δεν είναι ευπώλητη στρέφονται προς το πλέον ευπώλητο είδος (την πεζογραφία) και κατ’ εξοχήν προς τις δημόσιες σχέσεις και την διαπλοκή… με κάθε λογής εξουσίες (ο καθείς και τα «μέσα» του) και γίνονται ποιητές καθεστωτικοί, «εξουσιακοί» … ό,τι πιο αντιποιητικό και αντιπνευματικό δηλαδή. Η συμπεριφορά αυτή εξηγεί και την απόλυτη σιωπή τους… Αποφεύγουν να εκτίθενται οι άνθρωποι, προσέχουν με όλους να τα έχουν καλά, δεν έχουν ουσιαστικά καμία ιδεολογία, καμία πίστη, κανένα συλλογικό όραμα, μιαν έγνοια μόνο: βραβεία, μεταφράσεις, ταξίδια-συνέδρια, πωλήσεις, δημοσιότητα – όπως το σύνολο σχεδόν των «διανοουμένων» στον τόπο μας.».

Κι αν ο Μπεκατώρος με τη γραφή του με βοήθησε, ο ίδιος ο γράφων ήτανε υπέρμαχος του υπερκειμένου και της ελευθερίας του ιστού, τουλάχιστον δεκαπέντε έτη πριν, όταν διαφαινότανε πως ο ιστός βάθαινε και η πληροφορία για να σε οδηγήσει ως όχημα στον βαθύτερο ιστό, έπρεπε να γίνει δομημένη γνώση. Κι έκτοτε συνέβη το εξαιρετικό γεγονός των social media. Ο χάρτης της κοινωνικής συμβίωσης, με τους πιο επιδέξιους χαρτογράφους άρχισε να χαράσσεται με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε κατέληξε να σκεπάσει την πραγματική επικράτεια της κοινωνικής συμβίωσης. Τα γέλια, τα δάκρυα, τα αισθήματα, τα συναισθήματα και οι δράσεις αντικαταστάθηκαν από emoticons.

Ως emoticons η Wikipedia ορίζει την μετά επικοινωνιακή εικονογραφική αναπαράσταση έκφραση ενός προσώπου, η οποία ελλείψει της γλώσσας του σώματος και της προσωδίας χρησιμεύει για να επιστήσει την προσοχή του παραλήπτη στο νόημα ή την ιδιοσυγκρασία της λεκτικής επικοινωνίας του αποστολέα, αλλάζοντας και βελτιώνοντας την ερμηνεία της.

Και δυστυχώς όταν ξεφτίζει ο χάρτης τώρα που άρχισε να παρακμάζει η αυτοκρατορία η δημιουργημένη simulacra δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Αυτή η δημιουργημένη υπερπραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από τις αντανακλάσεις των σχημάτων στον τοίχο της πλατωνικής σπηλιάς. Είναι πλάνη, δεν είναι αλήθεια και δυστυχώς καθορίζεται από τους εξουσιακούς «καλλιτέχνες», οι οποίοι έχουν στραγγαλίσει την τέχνη.

Κι αν συλλήβδην τους ονομάζω καλλιτέχνες είναι όχι αυτοί οι λίγοι, οι εκλεκτοί που αρχίζουν να υποπτεύονται την παγίδα και τη λήθη, αλλά όλοι όσοι ξέρουν γραφή κι ανάγνωση πέραν του μετρίου και μπορούν να συναγελάζονται με ευκολία, κατά πως τους βολεύει, κατά πως οι δημόσιες σχέσεις τους οδηγούν, κατά πως θα γίνουν μια μικρή επιφυλλίδα στον εύκολο πια παγκόσμιο ιστό, αναρτημένοι σε όλα αυτά τα σκουπίδια και τα προσωπικά ημερολόγια, που δεν ενδιαφέρουν κανέναν.

Το 1995 ο επιμελητής του πρώτου μου ποιητικού βιβλίου με μύησε στον όρο ελάσσονες ποιητές. Τότε δεν καταλάβαινα τι μπορεί να σήμαινε η κατάταξη εκείνη. Σήμερα όμως κατανοώ πολύ καλά τον όρο και γινόμενος λογοκλόπος, τυποκλόπος αντιγράφω τον Μάνο Χατζιδάκι: «Γιατί μαθαίνουμε την Τέχνη όχι απ’ τους αληθινούς και μεγάλους καλλιτέχνες – απ’ αυτούς, που αν και άρρωστοι και δούλοι, έχουνε χρίσμα μαγικό και το σημάδι του Κάιν στο μέτωπο. Δεν μας αφήνουν σε μια προσωπική μας περιπέτεια μέσα τους, στα έργα τους κι εντός μας. Μεσολαβούν μόνο οι ασήμαντοι, οι συμπλεγματικοί, οι δημοσιογράφοι κριτικοί, που όλα τα κόβουνε στα μέτρα τους για να υπάρξουνε, – όλοι όσοι δεν έχουν ελπίδα να υπάρξουν διαφορετικά, παρά σαν επιφυλλίδες στα κιτρινισμένα αρχεία των εφημερίδων και σαν κακή ανάμνηση στην μνήμη των επιζώντων».

Παραγράψτε λοιπόν το σημείο στα κιτρινισμένα αρχεία των εφημερίδων κι αντικαταστήστε με τις ιλουστρασιόν σελίδες των social media στους φυλλομετρητές του παγκόσμιου ιστού, γιατί έφθασε ο καιρός να ξεβρομίσουμε και να ξυπνήσουμε.

Ο Ορατικός

Όταν ο κόσμος θα βαστάει την αναπνοή του

Προβοσκίδες ενεργού άνθρακα

Θα συρίζουν την ύπαρξη

Τα έκπληκτα μάτια των ανθρώπων θα αντικρίζουν

Μέσα από εστίες φακών

Αλλά δεν θα δακρύζουν

Κι από τους δείκτες των δαχτύλων

Δέκα μικρόλιτρα αίματος

Θα διακριβώνουν την ταυτότητά τους

Κι όμως

Ακόμα και σήμερα σκέφτομαι πώς να σας διδάξω

Την παραβατικότητα

Να σας μιλήσω για μια ακτή

Που θα μπορείτε να γδύνεστε σιωπηλοί

Να τρίβεστε με την άμμο και τα χαλίκια

Απολεπίζοντας τα ίχνη του πειράματος

Και να βουτάτε ασφαλείς

Στα becquerel του ωκεανού

Αρκεί να είστε δυνατοί

Να τολμάτε να ζητάτε όνειρα από τον ύπνο σας

Μην αφήνοντας ποτέ να καταρρεύσει

Αυτός ο άλλος κόσμος

Ο παράλληλος κόσμος

Κι αφού θα γίνει αφόρητα πληκτικό το τέλειο

Μαλάσσοντας κάθε βράδυ με τις παλάμές του

Τους καρωτιδικούς σας κόλπους

Μαρμαρυγώντάς σας μέχρι αναισθησίας

Θυσιάστε

Ρουφώντας το αίμα του διπλανού σας

Μασώντας τις περιοχές των αδένων του

Για να γεμίσει και πάλι ο ουρανός με άστρα

Τότε θα έχει φτάσει η ώρα

Να κατευθυνθείτε στα ψηλότερα μέρη της γης

Να γυρέψτε ανάμεσα στους αχαμνούς θάμνους

Στα ξεραμένα οροπέδια

Και στα ραδιενεργά ποτάμια

Την πέτρινη μνήμη

Που είχατε απολέσει

Ψάξτε μέρες πολλές

Κι όταν αποκάμετε

Βάλτε την επιθυμία να παραφυλάγει τον ύπνο σας

Και πλαγιάστε

Ύστερα πάντα συμβαίνει ο κατακλυσμός

Γιατί μπορεί το πεπρωμένο σας να ήταν τα άστρα

Αλλά οι πρόγονοί σας

Τα λιθάρια του Δευκαλίωνα και της Πύρρας

 

 

278,263 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

1 τα σχολιά σας..

  1. Φρόσω Χατζάκη

    June 10, 2014 at 9:57 pm

    Σε έχασα για λίγο Γιάννη Αντιόχου στο μεγάλο σου, αλλά πολύ καλό, κείμενο,σε ξαναβρήκα όμως στον υπέροχο Ορατικό σου! Πάντως ο Χατζιδάκις δεν νομίζω ότι εννοεί τους ελάσσονες ποιητές στην παράθεση που βάζεις, αλλά τους αιώνιους …διαμεσολαβητές της Τέχνης που είναι δημοσιογράφοι, κριτικοί κ.ά. Εκτός αν δεν σε κατάλαβα καλά. Κι αυτό μπορεί να συμβαίνει. Τους ελάσσονες ποιητές δεν πρέπει να τους υποτιμάμε. Πολλοί απ΄αυτούς έχουν γράψει στίχους που μπορεί να σε δονήσουν, να σε συγκλονίσουν, όπως και μείζονες ποιητές έχουν γράψει αδιάφορους, κακούς ή, ακόμη χειρότερα, αυτάρεσκους στίχους.

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
D-DAY 70, του Γιώργου Γλυκοφρύδη

Για ένα μικρό χρέος σε όλους εκείνους που θυσιάστηκαν 70 χρόνια πριν. Επειδή η μνήμη των λαών της Ευρώπης δείχνει...

Close