Όταν τα βλέφαρα γίνονται αυλαίες, της Έλενας Μαρούτσου

By  |  0 Comments

Κοίταζα τις προάλλες την κόρη μου να παίρνει ένα πλαστικό ζωάκι και να το βάζει να φιλάει ένα άλλο.

Τα ζώα που είχε στη διάθεσή της ήταν σε ζευγάρια – για κάποιο παιχνίδι επρόκειτο με την κιβωτό του Νώε – κι εκείνη ποτέ δεν έβαζε μια ζέβρα να φιλήσει έναν ελέφαντα. Μια κότα έναν ρινόκερο. Έβαζε τη ζέβρα να φιλάει τη ζέβρα. Υποκλινόμενη στη σοφία της ηλικίας της, θα βάλω κι εγώ σήμερα ένα βιβλίο να φιλήσει ένα άλλο. Όπως κι εκείνη, θα βασιστώ στην ομοιότητά τους κι όχι στα αναπόφευκτα και πολλά ομολογουμένως σημεία που τα χωρίζουν.

Τα προς συνοικέσιο βιβλία είναι Η ταπείνωση, του Φίλιπ Ροθ (εκδ. Πόλις) και Το ελάχιστο ίχνος, του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη (εκδ. Το Ροδακιό). Οι πρωταγωνιστές και των δύο βιβλίων είναι ηθοποιοί. «Και θα στηρίξεις ολόκληρο προξενιό, σε αυτή την αρκετά κοινή σύμπτωση;», θα με ρωτήσετε. Όχι. Πολλοί ήρωες μυθιστορημάτων είναι πράγματι ηθοποιοί. Επίσης, πολλοί ήρωες θεατρικών έργων είναι συγγραφείς. Πολλά βιβλία συνομιλούν με το θέατρο με ποικίλους τρόπους και το θέατρο έχει εκμεταλλευτεί κι αυτό με τη σειρά του τη λογοτεχνία αρκούντως. Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα ισχυριστεί πως η λογοτεχνία, όταν κάποια άλλη τέχνη πάει να κάτσει πλάι της, τραβιέται ενοχλημένη πιο κει. Το παίρνω πίσω. Έπρεπε να εξαιρέσω το θέατρο. Όταν το θέατρο πάει και κάθεται δίπλα στη λογοτεχνία, τα αίματα ανάβουν και το πράγμα εύκολα μπορεί να καταλήξει είτε σε σφαλιάρες είτε σε φιλιά.

Άντε, ας πιαστώ απ’ τα φιλιά για να ξαναγυρίσω πίσω. Τι έλεγα; Έλεγα για τους ήρωες των δυο βιβλίων. Στην Ταπείνωση του Ροθ, πρωταγωνιστής είναι ένας μεγάλος ηθοποιός. Μεγάλος και ως προς την ηλικία – εξηνταπεντάρης για την ακρίβεια – αλλά και ως προς το θεατρικό του εκτόπισμα. Το όνομά του, Σάιμον Άξλερ. Το μυθιστόρημα ξεκινάει στο σημείο της κρίσης. Ο Άξλερ ανακαλύπτει πως έχει χάσει το ταλέντο του.

Ο ήρωας του Χατζηγιαννίδη, ο Αυγουστίνος Ψυχός, ηθοποιός κι αυτός, δεν είχε ταλέντο ποτέ. Την έλλειψη ταλέντου, τη βασανιστική του μετριότητα, την έχει συνειδητοποιήσει αρκετά νωρίς, απ’ τα χρόνια κιόλας της σχολής όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με το εξαιρετικό ταλέντο που το ενσαρκώνει ο συμφοιτητής του, ο Σέργιος. Ο Αυγουστίνος, αν και η ζωή του μοιάζει πολύ με θεατρικό δράμα, ίσως μάλιστα μελόδραμα (ανταλλάχθηκε στην κούνια με άλλο μωρό χάνοντας έτσι τη μάνα του και βρίσκοντας μια άλλη που εν τέλει αυτοκτονεί), στο σανίδι αυτό καθεαυτό δεν μεγαλουργεί. Αυτή είναι η αρρώστια του: η μετριότητα, γι αυτό και στον έρωτα ψάχνει σαν αντίδοτο το αντίθετο: το εξαιρετικό. Κι όχι την εξαιρετική ομορφιά – ίσως από μια βαθύτερη σοφία που του υπαγορεύει πως εκεί δεν θα γινότανε δεκτός μετά βαΐων και κλάδων – αλλά την εξαιρετική ασχήμια. Εκεί που η αγάπη γίνεται δεκτή με ευγνωμοσύνη. Η Βιολέτα (άλλο όνομα κι αυτό που παραπέμπει σε μελόδραμα) βρίσκεται εκεί που συνορεύει η ασχήμια με το τερατώδες. Κι όπως είναι φυσικό, υπηρετεί τον Αυγουστίνο με λατρεία.

Έξω απ’ το φυσιολογικό, μακριά απ’ το μέσο όρο και τη νόρμα, βρίσκει κι ο Σάιμον Άξλερ τη δική του ερωμένη. Η Πεγκίην είναι 23 χρονών και λεσβία. Το όνομά της το οφείλει στον ομώνυμο ρόλο που είχε παίξει η μαμά της λίγο πριν τη γεννήσει. Οι γονείς της Πεγκίην, κι οι δυο ηθοποιοί, έπαιζαν στα νιάτα τους στον ίδιο θίασο με τον Άξλερ, κι αυτός είχε πρωτοδεί την Πεγκίην νεογέννητο στο μαιευτήριο. Όταν την ξανασυναντά, εικοσιτρία χρόνια μετά, ο ήρωάς μας έχει ήδη διακόψει τις σχέσεις του με την ευτυχία. Έχει νοσηλευτεί για κατάθλιψη και τάσεις αυτοκτονίας, η σπονδυλική του στήλη είναι σε κακή κατάσταση, το πόδι του κατά καιρούς παραλύει. Έχει ξοφλήσει με την ηθοποιία, με τις γυναίκες, με τους ανθρώπους. Άρα, ο έρωτάς του με την Πεγκίην, όπως κι ο έρωτας του Αυγουστίνου με τη Βιολέτα έχει κάτι από θαύμα. Κάτι μη ρεαλιστικό. Ζούνε κι οι δύο μια ιστορία, από αυτές που συχνά λέγεται πως συμβαίνουν μόνο στα μυθιστορήματα. Ή στο θέατρο. Εν ολίγοις: στα ψέματα.

Το θέατρο και το ζωτικό του ψεύδος είναι ο υποβολέας που υπαγορεύει τη δράση και στα δυο μυθιστορήματα. Είναι ο μαριονετίστας που κινεί τα νήματα και στους δυο τραγικούς ήρωες, τραγικούς στο μέτρο που βιώνουν την απόσταση ανάμεσα στη τέχνη και τη ζωή, χάνοντας σταγόνα σταγόνα ή μονομιάς στο τέλος και τις δύο. Η απώλεια του έρωτα στο μυθιστόρημα του Ροθ έρχεται απλώς να επισφραγίσει την απώλεια κάθε ψευδαίσθησης, μια που η Πεγκίην επιστρέφει στη ζωή και τις έξεις της ενώ ο Σάιμον Άξλερ επιστρέφει στις σκέψεις περί αυτοκτονίας. Παρακολουθώντας όλη του τη ζωή τον εαυτό του να παίζει εντός κι εκτός θεάτρου, παρακολουθεί τώρα τον εαυτό του να μη μπορεί να φέρει εις πέρας την τελευταία του σκηνή. Απομακρύνει την σκανδάλη απ’ το στόμα. Εδώ ο συγγραφέας κάνει μια εξαιρετική ανατροπή. Ενώ η συνθήκη του θεάτρου απαιτεί να δρα κάποιος σαν να ήταν όσα συμβαίνουν αληθινά, εδώ ο Άξλερ έχει την εξής ιδέα: να βάλει τον εαυτό του να δράσει σαν να ήταν ήρωας ενός έργου. Ναι, σαν να ήταν ήρωας ενός έργου του Τσέχοφ που αυτοκτονεί επί σκηνής. Επιλέγει λοιπόν να μπει στο πετσί του ήρωα του Γλάρου, ενός νεαρού φιλόδοξου συγγραφέα που νιώθει συνεχώς αποτυχημένος, απελπισμένος από τις ήττες του στη ζωή και τον έρωτα.

Την τελευταία σκηνή του Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν του Ίψεν διαλέγει αντίστοιχα ο Χατζηγιαννίδης για την επωδό του ήρωά του. Στο σημείο που o Ιψενικός ήρωας πέφτει στο χιόνι και πεθαίνει, η αγαπημένη του Έλλα αναρωτιέται: «Αυτοκτονία;» Ενώ η γυναίκα του Μπόρκμαν την διαβεβαιώνει πως όχι, η Έλλα αναφωνεί: « Όχι, μια γροθιά του άρπαξε την καρδιά… μια γροθιά παγωμένη». Κι ο ηθοποιός Αυγουστίνος Ψυχός πέφτει στο πάτωμα της σκηνής, στην καλύτερη, ίσως και τη μόνη ταλαντούχα, ερμηνεία του για να διαπιστώσουν όλοι πως έχει στην πραγματικότητα πεθάνει.

Τα δυο μυθιστορήματα δεν σχολιάζουν απλώς το χιλιοειπωμένο: πως δηλαδή ζωή και τέχνη συναντιούνται. Η ζωή και η τέχνη δεν είναι στην συγκεκριμένη περίπτωση δυο φίλες που συναντιούνται στο δρόμο και φιλιούνται. Ζωή και τέχνη εδώ αιμορραγούν. Η μια προσπαθεί να θεραπεύσει τα χτυπήματα της άλλης, χτυπήματα που πολλές φορές η ίδια προκάλεσε. Φυσικά, ο τελευταίος εναγκαλισμός, αυτός που τις ενώνει για πάντα, βρίσκεται στο θάνατο. Εκεί οι ήρωες φορούν οικειοθελώς το φαρμακωμένο πουκάμισο της τέχνης που κολλάει πάνω τους για να γίνει το ποθητό σάβανο, αυτό που θα σφραγίσει το πέρασμά τους τόσο από την τέχνη, όσο κι απ’ τη ζωή. Γι αυτό το πέρασμα μιλούν, γι αυτό το ελάχιστο ίχνος που αφήνει ο άνθρωπος όταν πέφτει πάνω στο τεχνητό χιόνι της σκηνής ή στο πάτωμα μιας σοφίτας.

Εξαιρετικά σκηνοθετημένο τέλος κι από τους δύο συγγραφείς που επέλεξαν να κλείσουν τις αυλαίες των μυθιστορημάτων τους μαζί με τις αυλαίες των βλεφάρων των πρωταγωνιστών τους. Κι επειδή είναι Χριστούγεννα και δεν θέλω να είναι αυτή η φράση που θα κλείσει την αυλαία της δικής μου κριτικής, θα καταφύγω στον ποιητή μας τον λιγότερο πεισιθανάτιο, τον Εμπειρίκο, που λέει:

 

Είναι τα βλέφαρά μου

διάφανες αυλαίες.

Όταν τα ανοίγω βλέπω

μπρος μου ό,τι κι αν τύχει.

Όταν τα κλείνω βλέπω

μπρος μου ό,τι ποθώ.

 

Καλά Χριστούγεννα σε όλους κι ό,τι ποθείτε!

 

 

 

 

filo

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Philip Roth, Η ταπείνωση, μετάφραση: Κατερίνα Σχινά, Πόλις, 2010, 170 σελ.

 

elachistoichnos

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης-Το ελάχιστο ίχνος-Το Ροδακιό σελ.323

7,739 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Ο γκουρού της επιστημονικής φαντασίας Άρθουρ Κλαρκ, της Κατιάννας Πανουργιά

Πλησιάζουμε την δεκαετία του 1970, και οι άνθρωποι αρχίζουν να μαγεύονται από το άγνωστο διάστημα. Φαντάζονται ταξίδια στο φεγγάρι με...

Close