Περιπετής δημοκρατία, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

Μισώ πολίτην, όστις ωφελείν πάτραν

βραδύς πέφυκε, μεγάλα δε βλάπτειν ταχύς,

και πόριμον αυτώ, τη πόλει δ’ αμήχανον.

Σιχαίνομαι ’γω τον πολίτη εκείνον που είναι βραδυκίνητος

στην πατρίδα να κάμει καλό, μα γρήγορος να τη βλάπτει,

για τ’ άτομό του ευφυής και στείρος για την πόλη.

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ, Βάτραχοι (μτφρ. Μ. Ι. Μπαχαράκης)  

 

Ένα στοιχείο που προεξάρχει στη μελέτη του Βενσάν Αζουλαί για την Αθηναϊκή Δημοκρατία την εποχή του Περικλή είναι η αγωνία του για τον έλεγχο των αναχρονισμών.

Ο Γάλλος καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας υπογραμμίζει προεισαγωγικά πως ο πειρασμός της ανίχνευσης αναλογιών μεταξύ παρελθόντος και παρόντος ενδέχεται εντέλει να αποκαλύψει μάλλον σύγχρονες εμμονές και φοβίες παρά τη φυσιογνωμία αρχαίων πολιτειών. Παρατηρώντας τις ετερόκλητες συμβολοποιήσεις του Περικλή μέσα στους αιώνες συμπεραίνει πως οι απεικονίσεις αυτές δεν φανερώνουν στην ουσία παρά «το είδωλο του δυτικού κόσμου, που κοιτάζεται στον καθρέφτη και κατατρύχεται από αμφιβολίες για τις θεμελιώδεις αξίες του». Στην προσπάθειά του να ανασυστήσει την Αθήνα της Αρχαιότητας ο Αζουλαί αποφεύγει την εξιδανίκευσή της και τη μετατροπή του Αθηναίου ηγέτη σε χρυσό λείψανο, ενόσω παράλληλα επιτρέπει την ανάδειξη ελεγχόμενων παραλληλισμών, που διαρρέουν αναπότρεπτα κάθε ιστορική θεώρηση. Η οπτική του εκκινεί από την παραδοχή ότι ο Περικλής δεν μπορεί να ταυτιστεί απολύτως με τη φυσιογνωμία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, συνεπώς δεν γίνεται να του αποδοθεί κατ’ αποκλειστικότητα η επινόησή της. Ο Αζουλαί πιστεύει πως πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται κριτικά η περιώνυμη ρήση του Θουκυδίδη για την Αθήνα του Περικλή: «[…] το πολίτευμα λεγόταν μεν δημοκρατία, στην πραγματικότητα όμως διαμορφωνόταν σε διακυβέρνηση από τον πρώτο πολίτη». Στις σελίδες του βιβλίου του ο Περικλής δεν είναι ένα «υπερβολικά λευκό άγαλμα» που στέκει άλαλο στον σημερινό κόσμο ούτε όμως και ένα σύμβολο φορτισμένο με ηθικά διδάγματα, αλλά μια πολιτική προσωπικότητα που μπορεί να επιστρέφει στο παρόν μας στο μέτρο που γίνονται διακριτές οι συνθήκες που σμίλεψαν το μέγεθος και τα όριά της.

Βέβαια κάποιον που δεν τον δεσμεύει η ιστοριογραφική δεοντολογία ο κίνδυνος του αναχρονισμού μάλλον τον ερεθίζει παρά τον ενοχλεί.

Διαβάζοντας κανείς τη μελέτη του Αζουλαί υπό τη σκιά της ελληνικής πολιτικής αθλιότητας των ημερών μας δεν μπορεί παρά να περιγελάσει τον απαιτούμενο έλεγχο των αναλογιών από τη στιγμή που οι τελευταίες είναι απλώς ανέφικτες. Για να τις αποτολμήσει κανείς δεν θα χρειαζόταν μόνο ιστορική συνέπεια και διαύγεια, αλλά και άπλετη φαντασία. Γερά νεύρα οπωσδήποτε.

Το αίσθημα της απελπισίας εντείνεται από την επιμονή με την οποία ο Αζουλαί αποποιείται κάθε ιδεαλιστικό και περιδεές λοξοκοίταγμα. Ο αναγνώστης δεν έρχεται αντιμέτωπος με έναν δυσθεώρητο Περικλή, σύμβολο μιας χρυσής εποχής που υπήρξε το κάλλιστο δημιούργημά του, αλλά με έναν πολιτικό ηγέτη, ο οποίος, ενώ βρισκόταν τα σαράντα χρόνια της εξουσίας του υπό τον αυστηρό έλεγχο του αθηναϊκού δήμου, κατόρθωσε να αναδειχθεί σε εξέχοντα άνδρα του καιρού του.

Μένοντας επιφυλακτικός απέναντι τόσο στο εγκώμιο όσο και τον ψόγο και τηρώντας ισορροπία ανάμεσα στην εξατομίκευση και την ανασύνθεση των κοινωνικοπολιτικών συγκυριών, ο Αζουλαί στοιχειοθετεί την προσωπογραφία του Περικλή μέσα από την αλληλεπίδραση μεταξύ λαού και ατόμου. «Αν ο Περικλής επηρέασε αναμφισβήτητα τις συλλογικές αποφάσεις της πόλης, εξ αντιδιαστολής, η ζωή του μεγάλου ανδρός αποκαλύπτει εμμέσως την επίδραση του αθηναϊκού δήμου στους ηγέτες του. Για να ασκήσει έστω και την ελάχιστη εξουσία, ο μεγάλος άνδρας ήταν υποχρεωμένος να λαμβάνει υπόψη του τις λαϊκές προσδοκίες, να ευθυγραμμίζει, να τροποποιεί και να προσαρμόζει τη στάση του ανάλογα με αυτές». Ο Αζουλαί επανέρχεται συχνά στην εξάρτηση των ηγετών από την Εκκλησία του Δήμου για να δείξει πως η δράση του Περικλή απέρρεε πάντοτε από τον συγκερασμό της ατομικής πρωτοβουλίας με τη συλλογική βούληση. Γενικότερα, οι αθηναϊκές ελίτ διεκδικούσαν τη διάκρισή τους μέσα από σκληρές διαπραγματεύσεις με τον δήμο. Όπως σημειώνει ο ιστορικός, η εποχή του Περικλή «εγγράφεται σε μια μακροχρόνια εξέλιξη: τη χαλιναγώγηση των ελίτ από τον λαό». Η αρνητική στάση του Πλάτωνα απέναντι στον Αθηναίο ηγέτη εδραζόταν στον αναστοχασμό αυτής της ιστορικής ανατροπής, που ξεπερνούσε την εποχή του Περικλή.

Ο Πλάτων απορρίπτοντας την παράδοση που ήθελε τον δήμο καθρέφτη των ηγετών του, υποστήριζε ότι «ο λαός ήταν ο πραγματικός υπεύθυνος της διαφθοράς της αθηναϊκής ελίτ». Όσον αφορά τον Περικλή, τον περιφρονούσε για την αποτυχία του να διαπαιδαγωγήσει τον λαό έτσι ώστε να του επιτρέψει να γίνει καλύτερος. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο Αθηναίος στρατηγός «όχι μόνο δεν κατόρθωσε να ανασχέσει την εγγενή τάση του δημοκρατικού πολιτεύματος προς τη διαφθορά, αλλά και την επιτάχυνε». Για τον Πλάτωνα η δημοκρατία ήταν ένα πολίτευμα εγγενώς στρεβλό και γι’ αυτό ακριβώς διατεινόταν πως ακόμα και ένας πολιτικός άνδρας του αναστήματος του Περικλή δεν θα μπορούσε ποτέ να αντιμετρηθεί με τη σαρωτική δύναμη του δήμου, καθώς δεν υπήρχε ηγέτης ικανός να αντισταθεί στον «χείμαρρο» του δημοκρατικού πολιτεύματος, οι δομές του οποίου μετέτρεπαν τον λαό σε τύραννο. Υπό την ασφυκτική πίεση του λαού-τυράννου οι ηγέτες υποχρεώνονταν να «ευθυγραμμίσουν τον τρόπο που πολιτεύονταν με τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή».

Έτσι, «για να είναι κανείς ασφαλής ζώντας υπό την εξουσία ενός τυράννου, είναι προτιμότερο να γίνει όμοιος με εκείνον και να μάθει να συμφωνεί σε όλα μαζί του».

Ο Περικλής σίγουρα δεν ήταν όμοιος με τον δήμο, αλλά ο Αζουλαί αποτυπώνει πολύ προσεκτικά τον βαθμό εξομοίωσής του με αυτόν. Η δημόσια έκφανση της ανωτερότητάς του (κατακυρωμένης από την καταγωγή, τον πλούτο και τη μόρφωση) έπρεπε να είναι σαφώς οριοθετημένη προκειμένου να δείχνει «συμβατή με τη δημοκρατική ιδεολογία και πρακτική που διαμορφώνονταν εκείνη την εποχή». Ο Περικλής όφειλε να αποφεύγει διαρκώς κάθε μορφή διάκρισης που θα μπορούσε να θεωρηθεί προκλητική από τον δήμο, γιατί στο πλαίσιο του δημοκρατικού πολιτεύματος κάθε πλεονέκτημα μπορούσε να αποβεί επιζήμιο. Ο Αζουλαί, εκλαμβάνοντας ως δεδομένη την επίδραση που άσκησε ο Αθηναίος ηγέτης στο πεπρωμένο της πόλης του, δεν παραλείπει να υπενθυμίζει πως η δράση του καθοδηγούνταν από την υποχρέωσή του να υπολογίζει τις λαϊκές επιθυμίες, καθώς και από την υιοθέτηση μιας στάσης συνεπούς προς το δημοκρατικό ήθος.

«Ο Περικλής όχι απλώς δεν κυβέρνησε την Αθήνα ως μονάρχης, αλλά βρισκόταν μονίμως υπό πίεση, στο πλαίσιο της συνεχούς ενίσχυσης της κυριαρχίας του δήμου».

Οι συκοφαντίες, οι προσβολές, οι επιθέσεις των πολιτικών του αντιπάλων και η σκληρή σάτιρα των κωμωδιογράφων όχι μόνο δεν αμαύρωσαν τη λαμπρή πολιτική του σταδιοδρομία, αλλά ούτε έπληξαν την εμπιστοσύνη του λαού, όπως καταδεικνύουν οι πολυάριθμες επανεκλογές του στο αξίωμα του στρατηγού.

Φέρνοντας ως παράδειγμα την πολιτική των μεγάλων μνημείων, στην οποία ο Περικλής χρωστά μεγάλο μέρος της δόξας του, ο Αζουλαί επαναφέρει το ζήτημα της υποψίας των τυραννικών βλέψεων που υπονόμευε το όνομα του ηγέτη. Η μνημειακή του πολιτική αναδαύλιζε τη μισητή ανάμνηση των Πεισιστρατιδών, ενώ σε κάποιες αρχαίες πηγές η μορφή του παραλληλίζεται με τον Παρθενώνα. Και οι δύο ορθώνονταν πάνω από την πόλη επιβλητικοί, μεγαλόπρεποι και συντριπτικοί. Οι κωμωδιογράφοι θέλοντας να εκμαιεύσουν τη φρίκη του κοινού τού απέδιδαν το προσωνύμιο «Ολύμπιος», το οποίο καταμαρτυρούσε την ύβρη του Περικλή, ο οποίος είχε υπερβεί την ανθρώπινη φύση του για να αρθεί πάνω από τους θνητούς-υποτελείς του, αδίκημα επονείδιστο για τον ηγέτη μιας δημοκρατίας. Πολλοί επικριτές της πολιτικής του στηλιτεύοντας την περίφημη ρητορική του δεινότητα τού καταλόγιζαν πως η εξουσία του θωρακιζόταν στη βάση δημαγωγικών τεχνουργημάτων. Σε συναφείς επικρίσεις η ευγλωττία του παρουσιαζόταν σαν χυδαία δημαγωγία, που κολάκευε τα πιο χθαμαλά ένστικτα του λαού και εξήπτε τα μοιραία πάθη τους, όπως η ραθυμία, η ασωτία και η ροπή προς έναν βίο πλήρη εορτών. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Περικλής κυβερνούσε την πόλη με γιορτές και πανηγύρεις, έχοντας καρπωθεί τις στρατιωτικές επιτυχίες των προκατόχων του. Ο Αθηναίος στρατηγός εμφανιζόταν πρωταγωνιστής σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα με έντονη εορταστική δραστηριότητα. Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν πως έτερπε δολίως τους πολίτες με συμπόσια και θρησκευτικές τελετές, κατά τη διάρκεια των οποίων παραγκωνίζονταν οι υποθέσεις της πόλης. Εκμαυλίζοντας τον λαό με τις ηδονές των Μουσών, ο Περικλής κατέληγε να ενσαρκώνει την ηθική παρακμή του πολιτεύματος. Ως ένθερμος πολέμιος της δημοκρατίας ο Πλούταρχος δεν μπορούσε παρά να αποδοκιμάζει τον εκδημοκρατισμό της μουσικής –των τεχνών που προστάτευαν οι Μούσες-, η οποία ήταν κατεξοχήν προνόμιο της ελίτ. Από το άλλο μέρος, οι απολαύσεις που αφθονούσαν στην Αθήνα του 5ου αιώνα έφερναν στο μυαλό των πιο καχύποπτων την τρυφηλότητα της ανατολίτικης δεσποτείας· μοτίβο που χρησίμευε στην καρικατούρα του Περικλή σαν ακόλαστου τυράννου.

Στον Επιτάφιο προς τιμήν των πρώτων νεκρών του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Περικλής ενέταξε στον λόγο του ένα ερωτικό ιδιόλεκτο για να αναθερμάνει τη σχέση του λαού με την πόλη.

Η τελευταία έπρεπε να συνιστά το αντικείμενο πόθου κάθε πολίτη. Οι πολίτες-εραστές καλούνταν να τη φροντίζουν και να την προστατεύουν, νιώθοντας διαρκώς αγωνία για την ευδαιμονία ή την κακοδαιμονία της, καθότι αμφότερες ήταν αλληλένδετες με τα ατομικά τους πεπρωμένα. Μέσα από αυτό το ερωτικό σχήμα η πόλη πρόβαλλε σε κυριαρχική θέση έναντι των εραστών της. Οι επικριτές του αντιστρέφοντας την πολιτειακή αντίληψη που διατυπωνόταν στον Επιτάφιο για τα ερωτικά δεσμά πολιτών και πόλης (δεσμά ακυρωμένα από τον πρώτο πολίτη), διακήρυσσαν πως η πόλη ήταν ερωτευμένη με τον ξακουστό στρατηγό, και όχι εκείνος με την πόλη.

Οι κωμικοί ποιητές παρόξυναν την ευστομία του Περικλή προσδίδοντάς της άλλοτε μια ζωώδη γοητεία και άλλοτε μια θεϊκή δύναμη. Οι συνδηλώσεις των παρομοιώσεων υπαινισσόμενες τη διάπραξη ύβρεως για να προκαλέσουν την καχυποψία και τον φθόνο του κοινού, εστιάζονταν στην απόσταση του ηγέτη από την ανθρώπινη κοινότητα. Ο Πλούταρχος απέδιδε στους ρητορικούς τρόπους του Περικλή την επενέργεια ερωτικής μαγείας, καθώς ο ηγέτης ασκούσε στους πολίτες έναν ερωτικό πειθαναγκασμό.

Πλανημένη από τον λόγο του, η πόλη ήταν ερωτευμένη με τον Περικλή, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τους κατηγόρους του, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι εκείνος με αυτή. Μαγεύοντας τους πολίτες με σκοπό να αποσπά την εύνοιά τους τους διέφθειρε για να τους εγκαταλείψει μετά το θάνατό του σε ένα «ερωτικό πένθος», το οποίο μετέπειτα ανακουφίστηκε από την καταστροφική γοητεία δημαγωγών που παρέσυραν την πόλη στην καταστροφή.

Ακόμα και αν ο θάνατος του Περικλή δεν σηματοδοτεί μια τομή στην Αθηναϊκή Δημοκρατία, όπως τονίζει ο Αζουλαί, συνετέλεσε οπωσδήποτε στην άμβλυνση των κατηγοριών εναντίον του, άμβλυνση που έφτασε στο άλλο άκρο, τη μυθοποίηση. «Σε μια περίοδο κατά την οποία η Αθήνα γνώριζε τη μία ήττα μετά την άλλη, τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα, η μορφή του Περικλή συμβόλιζε πλέον την εποχή μιας αλλοτινής παντοδυναμίας».

Αναδιφώντας ένα εντυπωσιακό σε όγκο και ποικιλομορφία βιβλιογραφικό υλικό, ο Αζουλαί διατρέχει τις πολλαπλές μεταμορφώσεις του Περικλή στην Αρχαιότητα, αλλά και μέσα από τις κρισιμότερες διακυμάνσεις του δυτικού πολιτισμού, συναρτώντας τις μεταλλάξεις της μορφής του με τις αιτιάσεις και τα ζωτικά αφηγήματα της κάθε εποχής. Ωστόσο, διαπιστώνει πως η οριστική αποκατάσταση του Περικλή από τους ιστορικούς και τους φιλολόγους συνέτεινε στην απονοηματοδότησή του. Ούτε σύμβολο, ούτε μύθος, ούτε αρνητικό παράδειγμα. Ο Περικλής απουσιάζει από το σύγχρονο φαντασιακό. Ταριχευμένος στον χρυσό του αιώνα, φαντάζει απρόσφορος για οποιαδήποτε διαλεκτική. Η ανακήρυξή του σε «προστάτη άγιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» τον κατέστησε αμέθεκτο. Όπως γράφει ο Αζουλαί, «ο Περικλής είναι πλέον ένα σημαίνον χωρίς κανένα απολύτως περιεχόμενο». Ο Γάλλος ιστορικός σκέφτεται πως ίσως σήμερα θα έπρεπε να παραδεχτούμε «πόσο ριζικά ξένος έχει γίνει για εμάς» προκειμένου η συνείδηση της απόστασης να μετατραπεί σε μέτρο του βλέμματος. Είτε κοιτάζουμε με νοσταλγία είτε με δέος είτε με αποστροφή το παρελθόν, εκείνο έχει παρέλθει και καμία συγκυρία, οσοδήποτε ευμενής ή δύστηνη και αν είναι, δεν θα μας το επιστρέψει άφθορο στις μέρες μας. Το κατεπείγον του παρόντος διαθέτει απροσμάχητη ισχύ και η φόρα του έχει μία και μοναδική φορά. Ακόμα και αν ποθούμε το χθες, διεκπεραιώνουμε το τώρα. Ακόμα και αν φαντασιωνόμαστε το μέλλον, μας απομαγεύει η στιγμή. 

Εμείς που λόγω μιας γεωγραφικής τυχαιότητας κοιτάζουμε τον Παρθενώνα συχνότερα από άλλους, πρέπει άραγε να αντικρίζουμε ένα «μνημείο προς τιμήν του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού, το σύμβολο της σκληρής, μαρμάρινης κυριαρχίας της Αθήνας»; Ένα οικοδόμημα που υλοποιεί θριαμβικά την αίγλη της αθηναϊκής ηγεμονίας του 5ου αιώνα π.Χ.; Η τραγική ειρωνεία θα ήταν αβάσταχτη. Ένα βλέμμα επιεικές απέναντι στο παρόν θα έβλεπε τα ερείπια μιας ανεπανάληπτης εποχής.

Μιας εποχής που δεν έχει τίποτα να κομίσει στην ελληνική δημοκρατία τού 2015. Κάθε μέρα η δημοκρατία, την πεμπτουσία της οποίας καπηλεύονται ετερόκλητα πολιτικά μορφώματα, μοιάζει ολοένα πιο περιπετής, έτσι όπως έχει περιπέσει σε πρωτόγνωρη δυστυχία, μεταβαλλόμενη διαρκώς, περισφιγμένη από τους κάθε λογής υπερασπιστές της. Πεσμένη χαμηλά, σίγουρα πολύ κάτω από τις περιστάσεις, η σημερινή ελληνική δημοκρατία αδυνατεί να διαμορφώσει μια ισορροπημένη σχέση με τον λαό, αβοήθητη καθώς είναι από την πλειοψηφία του. Ο Περικλής του Βενσάν Αζουλαί σε αυτό ακριβώς το θεμελιακό για κάθε πολίτευμα σημείο εστιάζει το κέντρο βάρους του, στη σχέση ανάμεσα στο άτομο και την κοινότητα, στον ηγέτη και το σύνολο. Ο Έλληνας αναγνώστης, ακόμα και αν δεν έχει τίποτα να διδαχτεί από τις περικλεείς του ρίζες, δεν μπορεί παρά να διαβάσει ορισμένες σελίδες του Περικλή υπό το κράτος των εκλογικών αναμετρήσεων των τελευταίων έξι ετών και της επαιτικής ρητορικής που τις διέπνεε.

Παρεμπιπτόντως, στις πρόσφατες εκλογές ο Περικλής έκανε την εμφάνισή του σε μια αφίσα, αλλά το διαφημιζόμενο κόμμα έμεινε εκτός Βουλής.

periclis_Vincent Azoulay_polis

 

49,534 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Συνταξιδεύοντας… Οδυσσέας Ελύτης – Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, της Τέσυ Μπάιλα

  "Ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που δεν είναι επαναστάτης", έλεγε ο Λόρκα...

Close