Ποιητές στις επάλξεις, του Παναγιώτη Κάπου

By  |  0 Comments

Η χώρα που γέννησε την ποίηση δε διαβάζει ποίηση. Και το χειρότερο; Την απαξιώνει συστηματικά: από την οικογένεια, το σχολείο, την πολιτεία ως την ίδια την εκδοτική βιομηχανία και την κοινωνία συνολικά.

Παραδόξως, όμως, γράφεται πολλή ποίηση. Δε θα εξετάσω την ποιότητά της αλλά θα εστιάσω στην ανάγκη για έκφραση μέσω της ποιητικής οδού καθώς αποτελεί την πιο πηγαία εξωτερίκευση των μύχιων σκέψεων. Έτσι, ως προς το ζήτημα της συγγραφής ποιητικών έργων τα πράγματα βρίσκονται σε ικανοποιητικό επίπεδο τουλάχιστον ποσοτικά. Αντιθέτως, όσον αφορά το κρίσιμο μέγεθος της αναγνωσιμότητας και αποδοχής του ποιητικού είδους η κατάσταση είναι ιδιαζόντως αποθαρρυντική.

Η τέχνη της ποίησης εκφράζει το άφατο, την πιο λεπτή πτυχή των ανθρώπινων συναισθημάτων και σκέψεων, δημιουργεί καταστάσεις, θέτει διαχρονικά ερωτήματα, αναδεικνύει την ανθρώπινη αδυναμία ή τη σιδερένια θέληση, το αναπόδραστο του θανάτου, τη μαγεία του έρωτα, μπορεί να κινήσει και να συγκινήσει. Και όλα αυτά με όχημα τη δύναμη του γραπτού λόγου και τον ψυχικό κόσμο του ποιητή.

Παρόλα αυτά, ιδιαίτερα στην πατρίδα μας, η ποίηση για το πλατύ κοινό είναι μια παρεξηγημένη τέχνη καθώς θεωρείται ότι δε σχετίζεται με το καθημερινό και το οικείο, είναι στριφνή και ελιτίστικη, απευθύνεται στους λίγους, στους «κουλτουριάρηδες» και εντέλει είναι αχρείαστη σε έναν τεχνοκρατικό κόσμο. Επομένως, ένα σωρό από στερεότυπα διαιωνίζονται απομακρύνοντας το κοινό από τη μαγεία της ποίησης. Πιστεύω, όμως, πως ένα μέρος της ευθύνης για την απαξίωση αυτή φέρουν και οι άνθρωποι που την υπηρετούν. Από τη μία πλευρά, ειδικά στη σύγχρονη εποχή, κυριαρχεί μια ελαφρότητα στον δημιουργικό τομέα καθώς εκλείπει η συναίσθηση του ειδικού βάρους που η τέχνη αυτή κομίζει, ενώ από την άλλη η οικειοθελής απομόνωση των ποιητών δε συμβάλλει στη διάχυση του είδους αυτού.

Ίσως, λοιπόν, να χρειάζεται μια πιο δυναμική παρουσία των δημιουργών στη δημόσια σφαίρα για να αλλάξουν παγιωμένες καταστάσεις. Με άλλα λόγια να προβούν σ’ ένα σημαντικό βήμα: από την ποίηση στην πράξη. Δεν απαιτείται γι’ αυτό κάτι το εξεζητημένο. Μια παρέμβαση σ’ ένα κοινωνικό φαινόμενο, μια συμμετοχή σε κάποια κοινωνική εκδήλωση, η ανάληψη πρωτοβουλιών σε θέματα πολιτισμού, η εν γένει παρουσία στον τόπο διαβίωσής τους. Να αποκτήσει, δηλαδή, η λογοτεχνική υπόστασή τους και κοινωνική διάσταση.

Θαυμάζω τους ποιητές εκείνους που προσπαθούν να μεταφέρουν πανανθρώπινες αξίες και την κοσμοθεωρία τους στο δημόσιο βίο όχι μόνο μέσα από το έργο τους αλλά και από τη στάση ζωής τους, την ενεργό συμμετοχή στα μικρά και τα μεγάλα καταδεικνύοντας μια συνέπεια λόγων και έργων. Αναφέρομαι κυρίως σε πράξεις ζωής ποιητών που αποδεικνύουν ότι ο σκεπτόμενος άνθρωπος, ο ποιητής δε ζει ή δεν οφείλει να ζει σ’ ένα γυάλινο κόσμο απομονωμένος στο εγώ του αλλά διαθέτει μια υψηλή συνείδηση του χρέους απέναντι στην Τέχνη και στην κοινωνία που απευθύνεται.

Τα παραδείγματα από ποιητές της πράξης είναι αναρίθμητα και εντοπίζονται διαχρονικά σε ποικίλα πεδία: από την υπεράσπιση της γλώσσας, την υποστήριξη του πολιτισμού, την επαγγελματική ακεραιότητα ως τη συμμετοχή τους σε πολεμικούς αγώνες κ.ο.κ. Ξεκινώντας από την αρχαιότητα είναι γνωστή η «ευδόκιμος αλκή» (ευδόκιμη ανδρεία) που επέδειξε ο Αισχύλος στα πεδία των μαχών. Από τους πιο σύγχρονους που διακρίθηκαν στο πεδίο της πράξης θα μνημονεύσω ενδεικτικά τους Γεώργιο Τερτσέτη, Λορέντζο Μαβίλη, Άγγελο Σικελιανό, Κωστή Παλαμά, Γεώργιο Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη.

Ο επτανήσιος Γεώργιος Τερτσέτης (1800-1874) εκτός από την ποιητική του ιδιότητα, έμεινε στην ιστορία και ως ο δικαστής που αρνήθηκε να καταδικάσει τον Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο το 1833, γεγονός που του επέφερε σοβαρές κυρώσεις. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του: «Το δίκαιον είναι η θεραπεία της κοινωνίας· πλην δεν είναι δικαιοσύνη, οπού δεν είναι αλήθεια[1]». Ο επίσης επτανήσιος Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912) ενσάρκωσε στην πράξη το μεγάλο του πάθος για την πατρίδα και τη δημοτική γλώσσα. Υπήρξε μια περίπτωση ενεργού ποιητή στο πολιτικό (διετέλεσε βουλευτής) και στρατιωτικό πεδίο. Κορωνίδα της δράσης του η εθελοντική συμμετοχή σε ηλικία 52 χρονών στη μάχη του Δρίσκου έξω από τα Γιάννενα όπου κατέβαλε το υπέρτατο τίμημα στο βωμό του καθήκοντος, την ίδια του τη ζωή. Το ποίημα «Πατρίδα[2]» απόλυτα ενδεικτικό της κοσμοθεωρίας του:

Πατρίδα

Πάλε ξυπνάει τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀγέρι
στὴν πλάση μυστικῆς ἀγάπης γλύκα,
σὰν νύφ᾿ ἡ γῆ, πὄχει ἄμετρα ἄνθη προίκα,
λάμπει ἐνῶ σβηέται τῆς αὐγῆς τ᾿ ἀστέρι.

Πεταλοῦδες πετοῦν ταίρι μὲ ταίρι,
ἐδῶ βουίζει μέλισσα, ἐκεῖ σφήκα·
τὴ φύση στὴν καλή της ὥρα ἐβρῆκα,
λαχταρίζει ἡ ζωὴ σ᾿ ὅλα τὰ μέρη.

Κάθε μοσχοβολιὰ καὶ κάθε χρῶμα,
κάθε πουλιοῦ κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στὰ φυλλοκάρδια μου κι ἐλπίδα

νὰ σοῦ ξαναφιλήσω τ᾿ ἅγιο χῶμα,
νὰ ξαναϊδῶ καὶ τὸ δικό σου Μάη,
ὄμορφή μου, καλή, γλυκειὰ πατρίδα

 

Μάλιστα, ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951) αφιέρωσε ένα ολόκληρο ποίημα[3] σε αυτόν τον ποιητή-επιτομή της συνέπειας λόγων και πράξεων:

Μαβίλης

Εν δε φάει και όλεσσον
ΟΜΗΡΟΣ

«Στο φως θανάτωσέ με!» Όμοιος ο Αίαντας,
μορφή του Ολύμπου, αντίκρισε τη Μοίρα…
Τα ογρά γλαυκά του μάτια τον αγνάντεψαν
το Θάνατο να του φωτάει τη Λύρα,
στου Γαριβάλδη το άλικο το φόρεμα
σα γύρεψε την ηρωική πορφύρα!
Αγαλματένια η Ηθική• και πύργωνε
το λόγο του μεστή από Νου η Πατρίδα.
Ύστερη λάμψη στα μεγάλα μάτια του,
τα κουρασμένα, η εχθρική λεπίδα…
Μα ήταν ογρά, όπως όλοι τον γνωρίσαμε,
σα ν’ αναβράαν μιαν άσωτην ελπίδα!

Στην πλάνη ομπρός γυμνός εστάθη αντίμαχος,
νους και κορμί, και μιαν ολύμπια χάρη,
σα νέφι θείο, τη δύναμή του σκέπαζε,
μαζί Σοφό, Ποιητή και Παλικάρι!
Σε μέταλλο σκληρό μα απαλοφάνταστο
ξανάχυσεν ατσάλι και λογάρι!

«Το μεγάλο κορμί Σου, ομπρός στα Γιάννενα,
κι ο λογισμός Σου, κορυφή των κρίνων,
ας είναι αρχή ν’ ανοίξει η Πύλη διάπλατα
του οχτρού, για να μπει το άνθος των Ελλήνων!
Κι ας Σου κάμουν οι νιοι το νεκροκρέβατο
με των δαφνών κλαριά και με των σκίνων,

να σε φέρουν, ωραίε κι άσπιλε Ήρωα,
σα λείψανο άγιο μπρος στην Άγια Πύλη.
Του στρατού της Ηπείρου όλα ας σκύψουνε
να Σου αγγίξουν το μέτωπο τα χείλη…


Απλός στρατιώτης κ’ εγώ, σκύβω δίνοντας
τον ύστερο ασπασμό σ’ Έσέ, Μαβίλη!»

Ο Σικελιανός από τη δική του πλευρά μετουσίωσε σε πράξη το όραμά του για ομόνοια των λαών. Διοργάνωσε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στους Δελφούς, τον ομφαλό της γης. Οι «Δελφικές Εορτές» διεξήχθησαν για πρώτη φορά το 1927 και περιελάμβαναν παράσταση αρχαίου δράματος, δημοτικούς χορούς, αθλητικούς αγώνες κ.ά. Χαρακτηριστικό των διαθέσεών του το παρακάτω πεζό κείμενο: «Βοήθα με, Γη. Τι εσάλεψε βαθιά μου η πρώτη τάξη. Του κόσμου η πράξη είναι καπνός, κ’ η σκέψη μου είναι πράξη[4]». Επίσης, ο Κωστής Παλαμάς (1853-1943) εκτός από τη μεγάλη ποιητική του παρακαταθήκη ανέπτυξε σημαντικότατη δράση για την υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας καθώς το 1901 δημοσιεύει τμηματικά την Καινή Διαθήκη μεταφρασμένη στη δημοτική ενώ η ενεργός συμμετοχή του για την προώθηση της δημοτικής έθετε σε κίνδυνο τη θέση του στο Πανεπιστήμιο. Η πράξη για τον Παλαμά είναι Τέχνη όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον παρακάτω στίχο[5]: «Τέχνη και τ’ όνειρο κι η ζωή και η ποίηση και η πράξη».

Επιπρόσθετα, οι Νομπελίστες ποιητές μας Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) και Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) εκτός από την αιώνια κληρονομιά που άφησαν στα ελληνικά γράμματα ξεχώρισαν και για τη συνεπή στάση ζωής τους εναρμονισμένη με το συγγραφικό τους έργο. Ο Σεφέρης ανανέωσε τον ποιητικό λόγο, καλλιέργησε συστηματικά το δοκίμιο και την κριτική ενώ τιμήθηκε το 1963 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Υπηρέτησε το ελληνικό κράτος για σχεδόν τριάντα οχτώ χρόνια από διάφορες θέσεις στο διπλωματικό πεδίο με συνέπεια και υψηλή συνείδηση του καθήκοντος αποτελώντας έναν άνθρωπο που συνδύαζε με εξαιρετικό τρόπο την ποιότητα της γραφής του και τη ενεργό συμμετοχή στα κοινά. Κάποιες από τις σκέψεις του όπως αναφέρονται στο προσωπικό του ημερολόγιο «Μέρες» χαρακτηρίζουν την κοσμοθεωρία του: «Μην αναβάλλεις: ουσιαστικός κανόνας της ζωής. Αλλιώς, κινδυνεύεις να σε πάρει ο ύπνος. Διώχνε κάθε σκέψη συγκαταβατική, συνένοχο, κλεφταποδόχα. Μην ξεχνάς πως δεν πρέπει μόνο την πνευματική συνήθεια ν’ αποχτήσεις, αλλά και τη σωματική. Σε καθετί υπάρχει και μια σωματική στάση[6]». Ενώ για την τέχνη της ποίησης που οφείλει να αφουγκράζεται διαρκώς δηλώνει στις «Δοκιμές» του ότι «η δουλειά μου δεν είναι οι αφηρημένες ιδέες, αλλά ν’ ακούω τι μου λένε τα πράγματα του κόσμου, να κοιτάζω πώς συμπλέκουνται με την ψυχή μου και με το σώμα μου, και να τα εκφράζω[7]».

Τέλος, ο Ελύτης, ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς ποιητές της λογοτεχνικής γενιάς του 1930 και βραβευμένος το 1979 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, μπορεί να μην είχε την ενεργό πολιτική δράση του Σεφέρη συμμετείχε όμως στο αλβανικό μέτωπο. Κατατάχθηκε στα είκοσι εννιά του χρόνια ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού και έμεινε στην πρώτη γραμμή καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου ενώ τέλη Φεβρουαρίου του 1941 μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων με κρούσμα κοιλιακού τύφου. Ο ίδιος χαρακτηριστικά δηλώνει γι’ αυτή του την εμπειρία[8]: «Η Αλβανία για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη. Για την ψυχική μου όμως ιστορία είναι μια βαθιά τομή. Λίγοι ξέρουν ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω ηρωοποιώντας έναν από αυτούς με το “Άσμα” που έγραψα. Από το άλλο μέρος ο πόλεμος έγινε η αιτία να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας. Ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός. Κατάλαβα τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μια ομάδα που έχει ορισμένα ιδανικά και μάχεσαι και συ γι’ αυτά». Έτσι, βαθύτατα επηρεασμένος από τον πόλεμο του ’40 γράφει το ποίημα «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Ένα έργο εξαιρετικής ποιοτικής στάθμης το οποίο μίλησε στην ψυχή του κοινού. Παρατίθεται ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα[9]:

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν…
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα…

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!

Ερχόμενοι στο σήμερα, σε μια εποχή βαθιάς πολιτισμικής και ηθικής κρίσης οι ποιητές ανεξαρτήτου διαμετρήματος υπηρετώντας με αφοσίωση την ποιητική τέχνη αλλά και μεταφέροντας ένα μικρό κομμάτι του εαυτού τους από το ποιητικό σύμπαν στην κοινωνία μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες αχτίδες φωτός στην πεζή πραγματικότητα που μας κατατρύχει. Άλλωστε, τα λόγια του Σεφέρη «Όλοι οι άνθρωποι είναι του καιρού τους. Ποιοι αντιπροσωπεύουν τον καιρό τους, είναι άλλη κουβέντα[10]» αποτελούν μια καλή αφόρμηση για τους ποιητές εκείνους που θέλουν να αντιπροσωπεύσουν την εποχή τους τολμώντας τη δύσκολη μετάβαση από το ποιείν στο πράττειν, το πέρασμα από το τώρα στους επόμενους καιρούς.


 

[3] Λίνος Πολίτης. (1992), Ποιητική Ανθολογία: Καβάφης, Σικελιανός και η ποίηση ως το 1930,  τόμος Ζ΄, εκδ Δωδώνη.

[8] Λέσχη Αθανάτων: Οδυσσέας Ελύτης, εκδ. εφημερίδα Ελευθεροτυπία, σ.σ. 22-24.

 

3,136 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Τα Βραβεία Βιβλίου Public αναδεικνύουν τα βιβλία της χρονιάς!

Από τις 19 Μαρτίου οι αναγνώστες ψηφίζουν το αγαπημένο τους βιβλίο στο www.publicbookawards.gr Τα καταστήματα Public, ο νούμερο ένα προορισμός...

Close