Πλαστογράφοι της ευτυχίας, της Λίνας Πανταλέων  

By  |  1 Comment

«Αργά ή γρήγορα, όλες οι ψευδαισθήσεις αίρονται και η ζωή αποκαλύπτεται στις πραγματικές της διαστάσεις, ως αυτό που είναι. Δεν είναι και για να τρελαίνεται κανείς από τη χαρά του».

Κάπως αταίριαστη φαίνεται η απαρέσκεια προς τη ζωή του παραπάνω ενοίκου της συλλογής με τον χαρισάμενο τίτλο της. Βέβαια, αν αναλογιστούμε την κακοπάθεια και των υπολοίπων συγκατοίκων στις σελίδες, καταλαβαίνουμε πως μια χαρά κανείς δεν είναι. Η ειρωνεία της τιτλοφόρησης διαχέεται στα έξι διηγήματα, που μολονότι αποκλίνουν σημαντικά μεταξύ τους ως προς το ύφος και τον τόνο της αφηγηματικής φωνής, σαρκάζουν δολίως την αμεριμνησία και τον εμμονικό ηδονισμό του σύγχρονου βίου, που αναρριπίζουν την αγωνία της ύπαρξης. Ο Χρίστος Κυθρεώτης (Λευκωσία, 1979) στην πρώτη του πεζογραφική εμφάνιση επιλέγει σαν αντηχεία του έξι πρόσωπα, που ο λόγος τους, άλλοτε πρόδηλα και άλλοτε συγκαλυμμένα, έχει ξεπεράσει το σημείο βρασμού του. Η συναισθηματική ένταση δεν εκτραχύνεται σε στεντόρειες εξάρσεις, αναπάλλει, παρ’ όλα αυτά, το ηχόχρωμα των αφηγητών. Το στοιχείο που πρωτίστως μοιράζονται είναι η απροθυμία τους να αφήσουν τη ζωή τους να κυλήσει άρρυθμα και μονότονα μέχρι το γράφημά της να αντιστοιχεί σε μια ευθεία γραμμή. Εκεί που όλα μοιάζουν μια χαρά, εκείνοι πιάνουν και ξεσκίζουν κάθε παραπέτασμα, που τους κρύβει τη ζωή, που τους αξίζει να ζήσουν. Από το σημείο εκείνο και πέρα, καμία μάχη, που κερδιζόταν ή χανόταν στο αλωνάκι της καθημερινότητας, δεν μέτραγε πια, γιατί «ο πραγματικός πόλεμος μαινόταν κάπου αλλού: στο ενδιαφέρον κομμάτι του κόσμου». Όταν αρχίζουν να μιλούν, βρίσκονται ήδη καταμεσής μιας εσώτατης διαπάλης, που δεν υπόσχεται καμία δικαίωση. Σαρώνοντας τον κόσμο τους με βλέμμα εμπόλεμο, συνειδητοποιούν πως πολιορκούνται από τα είδωλα της οργής τους.

«Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί», απλώς δεν συμβαίνει ή καλύτερα να μην συμβεί. Ο ήρωας του πέμπτου κατά σειρά διηγήματος της συλλογής, έχει βρεθεί, λόγω μιας αθέλητης, πρώιμης κοινωνικής ευπείθειας, περισφιγμένος από μετριοπαθείς προοπτικές. Ένα σπίτι, ένας μισθός, μια σύζυγος. Η επίπλαστη ενδοτικότητά του στην υιοθέτηση ενός ευυπόληπτου προσωπείου από εχέγγυο σταθερότητας και ασφάλειας γίνεται βαθμιαία μέγκενη, που συνθλίβει το αληθινό του πρόσωπο, ακρωτηριάζοντάς το συνάμα από τις άναρχες επιθυμίες του. Επιθυμίες διόλου συγκροτημένες ή αποσαφηνισμένες, που συνωθούνται σαν άμορφο, ιδεατό διακύβευμα στον αντίποδα όλων όσα παρεμποδίζουν την πραγμάτωσή τους, με άλλα λόγια στον αντίποδα της ζωής που ζει. Ο αφηγητής έχει την εντύπωση πως το κέρδος της επίμοχθης συμμόρφωσής του με τις χρηστές ενήλικες επιδιώξεις αποδείχθηκε εξαιρετικά λιποβαρές, προσιδιάζοντας περισσότερο σε αποζημίωση παρά σε αμοιβή. Οι επιμέρους απολαβές που αποσπούσε για την προσηνή εκτέλεση των κοινωνικών του καθηκόντων, ήταν στην πραγματικότητα η αποζημίωσή του για τη συναίνεσή του να ζήσει τη ζωή του «σε ένα αδιανόητα χαμηλό επίπεδο ζωτικότητας». «Ένιωσα μέρος μιας γελοίας και μάταιης διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει πρώτα να κόψεις το χέρι σου πριν σου δώσουν το δικαίωμα να κρατήσεις αυτό που θέλεις».

Μολονότι αναγνωρίζει πως «η ικανότητα των ανθρώπων να φαντασιώνονται πως η ζωή αξίζει τον κόπο είναι ανεξάντλητη», εκείνος δυσκολεύεται να φανταστεί πως το διάνυσμα του χρόνου που του αναλογεί, ισοδυναμεί με «κάτι παραπάνω από μια ακολουθία εισπνοών και εκπνοών», που νομοτελειακά οδηγεί στον τάφο. Οι μικρές, ανακυκλούμενες διαδρομές και οι δοκιμασμένες κινήσεις, στις οποίες συνίστατο η διαπλοκή του με τον κόσμο, του φαίνονταν αποκαρδιωτικά ανώφελες, μια ψυχοβόρα δαπάνη, «μια ακόμα συνεισφορά στη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, της οποίας η ζωή μου αποτελούσε έτσι κι αλλιώς χαρακτηριστικό παράδειγμα». Διαθλασμένος μέσα από το απαξιωτικό, χολωμένο βλέμμα του ο περίγυρός του προβάλλει σαν ένας θίασος κακορίζικων, ξοφλημένων προσώπων, αδιάσειστη απόδειξη της απροσμάχητης σκαιότητας της ζωής. Αυτές οι δευτερεύουσες φιγούρες, που διαμένουν για λίγο στις σελίδες, εξεικονίζονται σε υπέροχες μυθοπλαστικές μινιατούρες. Δεν μπορώ να αντισταθώ στη γηραιά, αγέλαστη συνάδελφο του αφηγητή.

«Κάθε φορά που την έβλεπα σκεφτόμουν πως η ζωή είναι μια μεγάλη ανηφόρα. Τα απογεύματα, όταν με χαιρετούσε για να πάει στο σπίτι –όπου έμενε μόνη με τρεις παπαγάλους-, η φωνή της είχε μια αδιόρατη χροιά συγκίνησης, σαν να ήθελε να με διαβεβαιώσει πως κάποτε είχε δει και πολύ καλύτερα απογεύματα. Δεν αμφέβαλλα, όμως επρόκειτο για λίγα μόνο απογεύματα, τα οποία πέρασαν οριστικά, και τώρα, κακά τα ψέματα, δεν είχε τίποτα να περιμένει».

Ο πεσιμισμός των διηγηματογραφικών χαρακτήρων δεν καταντά ποτέ πρόσβαρος, καθώς αναχαιτίζεται από την υφέρπουσα ιλαρότητα. Ακόμα και οι πιο καταπτοημένοι διαθέτουν ταλέντο στον αυτοσαρκασμό, που τους γλιτώνει παροδικά από τις μαύρες, ή έστω άνευρες, ημέρες τους. Ο εν λόγω ήρωας, παραδείγματος χάριν, δεν προτίθεται να δώσει στη δυσανεξία του στη ζωή πλεονάζουσες δραματικές προεκτάσεις, ενδεχομένως λόγω της ελλιπούς του εκτίμησης προς αυτή. Η ιστορία του πάντως ουδέποτε μεγεθύνεται σε τραγωδία και ο ίδιος ως αφηγητής αποφεύγει να δελεάσει το κοινό με την προοικονομία ανατροπών και κορυφώσεων. «Είναι απλά η ιστορία της παραίτησής μου από όλα αυτά τα πράγματα που είχα κερδίσει μέχρι τότε και που τα ήξερα και που ήταν μια χαρά για μένα – αλλά εγώ δεν τα ήθελα».

Η άδηλη, διαρκώς διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στον εξωτερικό και τον ένδον εαυτό, μεταλλάσσεται αναμενόμενα σε έναν πολυμέτωπο θυμό, που όμως δεν εκτονώνεται παρά με ανώδυνες, παιγνιώδεις χειρονομίες αντίστασης, που προετοιμάζουν τη διάτορη πράξη παραίτησης. Η σαρδόνια ευρηματικότητα του Κυθρεώτη επιτρέπει στον ήρωα να διατρανώσει το κατεσταλμένο αντιδραστικό του ταπεραμέντο αμελώντας να επιστρέψει στο βίντεο κλαμπ μια πορνοταινία, που επί ένα μήνα σχεδόν εικονογραφεί την εργένικη, επαπειλούμενη –η επίδοξη νύφη-μαινάδα καραδοκεί- πλήξη του. Το εύρημα της ταινίας σαρκάζει από δύο πλευρές τη διάσταση ανάμεσα στο ιδεατό πρόσωπο και σε εκείνο το οποίο εισπράττουν οι άλλοι, αμφότερα παραχαραγμένα. Ο προσφυής τίτλος της ταινίας («Σ’ αγαπώ με όλους τους τρόπους») εξονειδίζει τον ήρωα για την ανικανότητά του να προβεί στο άλμα στο κενό, που απαιτεί κάθε είδους αγάπη, ενώ η ιδιοποίησή της, αυτή η ήσσων, φαιδρή παράβαση, υποδηλώνει τη δυσφορία του για τους όρους επιβίωσης στο επαγγελματικό και προσωπικό πεδίο, που εγγυώνται ένα άπνοο μέλλον. Από το άλλο μέρος, στα εξώδικα, που του επιδίδονται για την καθυστέρηση επιστροφής της ταινίας, διακρίνει μέσα από το γωνιώδες, οξύληκτο νομικό ιδιόλεκτο ένα πορτρέτο του, που τον διασκεδάζει, επειδή ακριβώς είναι το αντεστραμμένο είδωλο του τωρινού, κόσμιου προσώπου του. Ο Θεοδοσιάδης, ο συντάκτης των εξώδικων, «είχε πιάσει το νόημα» της αλήθειας που απέκρυπτε, του είχε πετάξει τη μάσκα για να του φορέσει μια άλλη, δικής του εμπνεύσεως, οπωσδήποτε εμπνευσμένη. «Γενικά, τα δύο εξώδικα σκιαγραφούσαν την εικόνα ενός διεστραμμένου απατεώνα, μίζερου και βρομερού, ο οποίος αρνούνταν να πληρώσει για τους αυνανισμούς του – ενός κακόμοιρου μαλάκα, με άλλα λόγια».

Τα επίχειρα της παραβατικότητάς του ήταν η αναμόρφωση σε καρικατούρα της φαντασιακής του αυτοπροσωπογραφίας.

«Ασυζητητί: αν ήθελα κάποιον να λύσει όλες τις παρεξηγήσεις γύρω από το άτομό μου, ο Θεοδοσιάδης ήταν ο άνθρωπος που ζητούσα».

Ένα κάποιο πρόβλημα με το πρόσωπό του αντιμετωπίζει σίγουρα ο αφηγητής της δεύτερης ιστορίας («Το ραντεβού»), ο οποίος παλεύει να καθυποτάξει την οικτρή απογοήτευση, που του προκαλεί η μορφή στον καθρέφτη του, προκειμένου κατόπιν να υποτάξει το αντικείμενο των πιο ποθοπλάνταχτων λογισμών του. Μακράν το πιο απολαυστικό διήγημα της συλλογής, επιβεβαιώνει τη δεξιοτεχνία του Κυθρεώτη στις προσωπογραφίες καθώς και στον χειρισμό της γλώσσας, με τρόπο που να τη μετατρέπει σε παλμογράφο των βαθύτερων ψυχικών τριγμών των ηρώων. Από την άλλη, στο διήγημα (περισσότερο όμως σε άλλα δύο που αρθρώνονται από γυναικείες φωνές) αποκαλύπτεται, μέσα από την αντιστικτική σκιαγράφηση των ετερόφυλων πόλων του ραντεβού, η δεινότητα του συγγραφέα στην απόδοση των ιδιοσυγκρασιών γνωρισμάτων, ιδίως των λιγότερο κολακευτικών, που ορίζουν τα δύο φύλα.

Ο νεαρός ήρωας έχει μόλις διέλθει, όχι χωρίς αβαρίες, τη μετεφηβική του περίοδο, «τον προσωπικό του Μεσαίωνα», καταφέρνοντας να δρασκελίσει την ενηλικότητα με ένα ευεξάλειπτο επίστρωμα αυτοπεποίθησης. Η εξυψωτική συναίσθηση της πνευματικής του υπεροχής υποστέλλεται επανειλημμένα από το εξωτερικό κέλυφος της φαιάς του ουσίας. Σπαρταριστή η αυτοπαρατήρηση, όπου η ανηλεής αυτοϋποτίμηση αφήνει εντέχνως χώρο στον ναρκισσισμό. Ο αφηγητής μεταφέρει με μαζοχιστική διεξοδικότητα στον αναγνώστη «την αμείλικτη ετυμηγορία του καθρέφτη», αρχίζοντας από τον οστέινο θύλακο του επίζηλου μυαλού του, το κρανίο, και επεκτεινόμενος στη λειψή απόσταση, που μεσολαβεί ανάμεσα σε αυτό και τα κάτω άκρα. Σύμφωνα με τη διάγνωση περί ατομικής φυσιολογίας, το κρανίο «σε μένα μοιάζει με τραχιά κοτρόνα, γεμάτη εξογκώματα και επικίνδυνες προεξοχές, που πάνω της καραβοτσακίστηκε το υπόλοιπο κορμί μου», ενώ τα γυαλιά, συν όλων των άλλων πληγμάτων επί της αυτοεκτίμησής του, επέδρασαν με το βάρος τους ανασταλτικά στην ανάπτυξή του και μολονότι τον βοηθούσαν να βλέπει τον κόσμο, «εμπόδιζαν, όπως πίστευα, τον κόσμο να βλέπει εμένα, γιατί, βλέπετε, θεωρούσα ότι έφταιγαν εκείνα, και όχι η μακριά σαν ρινόκερου μύτη μου ή το σκοτεινιασμένο συννεφάκι που είχα για μαλλιά και έδινε έναν ακόμα πιο θλιβερό τόνο στην έτσι κι αλλιώς συνοφρυωμένη φάτσα μου».

Προφανώς η δριμύτητα των περιγραφών μαρτυρά την αναξιοπιστία τους. Η διόγκωση της ασχήμιας αποδεικνύεται εξίσου παραμορφωτική με το έκπαγλο περίβλημα του αντικειμένου του πόθου. Εδώ η υπερβολή κυμαίνεται στο αντίθετο άκρο, με τη γραφή να δονείται από περιπαθείς ελεγείες, περιγελώντας το ίδιο το θάμβος της. Παρατηρώντας τη μοναδική εκείνη να διασχίζει τη Σόλωνος, ο αφηγητής τη «βλέπει» να επιστρέφει στον μακρινό της πλανήτη, «που τον φανταζόμουν πάντα απαλό, σιωπηλό και βουτηγμένο μέσα σε μια γαλάζια και ροζ και μαβιά ανταύγεια, με χορδές άρπας να πιτσιλίζουν αδύναμες νότες σε κάθε γωνιά του».

Είναι γνωστό ότι, όπως ο εαυτός που οικειοποιούμαστε είναι αναπότρεπτα ένα σύμφυρμα παρανοήσεων, επινοήσεων και ευσεβών πόθων, έτσι και το πρόσωπο που ερωτευόμαστε ενδύεται μια μυθώδη υπόσταση, αποκύημα της συνεργίας ίμερου και τυφλότητας, η οποία εντέλει το καθιστά ερωτεύσιμο. Ο άλλος, όπως και το εγώ, υποστασιοποιούνται στο μέτρο του βλέμματός μας. Πέραν τούτου, άρχουν η ακαταληψία, η εθελοτυφλία, ενίοτε και η εξαπάτηση. Πριν γίνω εκείνος που θα ήθελα να είμαι, φροντίζω να φαντασιώνομαι πως έγινα. Πριν περάσω τον άλλο από το κόσκινο της απομυθοποίησης για να του καταλογίσω τη διάψευσή μου, μπορώ να τον λατρεύω για ό,τι δεν είναι. Έχει σημασία η παρενθετική επισήμανση του Κυθρεώτη πως ο ήρωάς του βγήκε ραντεβού με μια «οποιαδήποτε εκείνη», επισήμανση που αίρει τη μοναδικότητα εκείνης, που μέχρι τότε αποθέωνε η γραφή.

Εξαιρετική είναι η σκηνοθεσία δύο στιγμιοτύπων, εκ των οποίων το ένα θα μπορούσε να ιδωθεί σαν το προοίμιο του ραντεβού, ενώ το άλλο, που παρεμβάλλεται κατά τη διάρκειά του, απειλεί να επισπεύσει τον επίλογο. Στην πρώτη σκηνή, ο ήρωας, ηλεκτρισμένος από το ασθενές ακόμη ενδεχόμενο του ραντεβού, ακούει αίφνης συνεπαρμένος τη νεαρή γυναίκα να του προτείνει το ανέλπιστο, αδυνατώντας, ωστόσο, να αντιπαρέλθει τη μοχθηρή σύμπτωση που την ακινητοποίησε μπροστά σε ένα περίπτερο με πορνοπεριοδικά, ακριβέστερα κάτω ακριβώς από ένα «μαύρο πέος που κρεμόταν σαν τροπικό φίδι» λίγο πάνω από το κεφάλι της. Η σκηνογραφία ξεγυμνώνει μεμιάς την επιθυμία από τα ιδεαλιστικά της ποικίλματα.

Στην άλλη σκηνή, την κρισιμότερη του διηγήματος, ο αφηγητής όχι μόνο έχει καταφέρει να επιβληθεί στην ταραχή και την αμηχανία του εν όψει της συνάντησης, αλλά και θωρακισμένος πίσω από το μυαλό του, διεγερμένο από μια εκστατική αμετροέπεια, είναι έτοιμος να καταγάγει μια αδόκητη νίκη έναντι της τραυλής, αποστομωμένης ομορφιάς, που κάθεται απέναντί του, όταν ανακαλύπτει το ανύποπτο δόκανο, που παραμονεύει τη συντριβή του. Δίπλα στο τραπέζι, όπου μεγαληγορεί ασύστολα στα διάκενα σκακιστικών θριάμβων, καιροφυλακτεί ένας καθρέφτης, που θραύει ακαριαία την οίησή του.

«Κάθε φορά που ανάμεσα από τις κινήσεις μου τολμούσα να τον κοιτάξω, αντίκριζα από τη μία πλευρά του τραπεζιού και της σκακιέρας, σωστό σκοτεινό αρχηγό του μαύρου στρατού, τον εαυτό μου, ένα ασαφές μαυριδερό και καμπούρικο περίγραμμα, και από την άλλη πλευρά εκείνη, μια λαμπερή εστία φωτός, ένα όμορφο, υγιές πρόσωπο […]».

Το έργο του καθρέφτη έρχεται να συνδράμει και άλλο γυαλί, τα γυαλιά της κοπέλας, περιττή εξάρτυση, μετά βίας δικαιολογημένη από έναν βαθμό μυωπίας, αδήριτη, παρ’ όλα αυτά, καθώς το κάλλος καλλωπίζεται καλύτερα με έναν αέρα σοφιστικέ, που αποκαθάρει το άγος της κενότητας. Ο αφηγητής καγχάζει από μέσα του αυτό το διανοουμενίστικο σκέρτσο, τσαλακώνοντας έτσι το ερατεινό πορτρέτο, που ήδιστοι πόθοι είχαν σμιλεύσει. Βέβαια, ένα υπονομευτικό βλέμμα είχε παρεισδύσει στη σαγήνη του από τις πρώτες κιόλας συναντήσεις. «Ένα πανέμορφο ντροπαλό κορίτσι, η πιο όμορφη κοπέλα στην ιστορία της συνοικίας της, κι αυτή να είναι ένας κεκές». Και όχι μόνο. Μολονότι τον ερωτοπλανταγμένο Γιώργο «είχε συναρπάσει το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως μια κάποια έννοια του Γιώργου ήταν σχηματισμένη μέσα σε αυτό το πανέμορφο κεφάλι, δεν μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι στην κοπέλα που είχα απέναντί μου δεν αρκούσε να είναι η μουνάρα που ήταν και να έχει τα πιο συγκλονιστικά πόδια που είχε δει ποτέ του αυτός ο Γιώργος πάνω σε γυναίκα που του μιλούσε […] ήθελε επιπλέον να είναι και σοφιστικέ – ό,τι κι αν σήμαινε αυτό».

Σπαρταριστές είναι οι σελίδες, όπου ο παραληρηματικός, ερωτόπληκτος λόγος μεταπίπτει από την καταπληξία στο αναγέλασμα και από τη μέθη στον μυκτηρισμό, ενώ το αίσθημα μειονεξίας υποχωρεί για να αντηχήσει η κακοφωνία της ξιπασιάς, μέχρι τη θνησιγενή αυταρέσκεια να κατασβήσει ο αυτοοικτιρμός, κατά συρροήν δολιοφθορέας του ψυχισμού. Καταλυτική για τη μεταστροφή του θυμικού στάθηκε η σκέψη πως όταν η κοπέλα ξαναέβαζε τα γυαλιά της, που τα είχε ακουμπήσει στο τραπέζι, ο κόσμος θα γινόταν ξανά ασχημότερος, όπως η ίδια του είχε πει πως συνέβη όταν τα πρωτοφόρεσε. Τότε το φωτόλουστο πνεύμα του θα έσβηνε, θα το καταπόντιζε στην αφάνεια η όψη του, την οποία θα καταύγαζαν με αδυσώπητη ευκρίνεια τα γυαλιά μυωπίας. «Και μη με ρωτάτε τι περιθώρια έχει ο υπόλοιπος κόσμος. Δεν ξέρω – κι ούτε με ενδιαφέρει, να σας πω την αλήθεια. Εμένα, όμως, γνωρίζω πως δεν με παίρνει καθόλου».

Στη διαλεκτική των βλεμμάτων η ευφυΐα του ήταν εξαρχής παροπλισμένη, ενώ το τραύλισμα και η αμβλύνοιά της σαρώνονταν από τα ακαταμάχητα αξιώματα του πανέμορφου κεφαλιού της. «Τα δυο μας πρόσωπα να κοιτάνε το ένα το άλλο, παρτίδα στην οποία δεν έχω καμία τύχη».

Η παρτίδα που μαεστρικά ενορχηστρώνει ο Κυθρεώτης ανάμεσα στα δύο πρόσωπα αφορά εντέλει ένα αμφίπλευρο παιχνίδι αυταπατών. Τα γυαλιά σπάνε, αλλά, όπως λέει και ο αφηγητής, αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Διότι δεν αγωνιούσε να προστατεύσει τη μορφή του, αλλά τις παραμορφώσεις του μυαλού του. Οι παραμορφώσεις των προσωπικών μας πρισμάτων είναι που στερεώνουν και αντικειμενοποιούν την ιδέα του κόσμου και του αυτοειδώλου.

«[…] το μόνο σημαντικό είναι η απελπισία, η βαθιά, τραγική και έντρομη απελπισία μου, αυτή που με έκανε να λογαριάζω για πολυτιμότερους συμμάχους μου το κεκέδισμά της, την αφέλεια και τη μυωπία της, το σημαντικό είναι πως στηριζόμουν στ’ αλήθεια σαν σε δεκανίκι πάνω στον μοναδικό βαθμό της μυωπίας της, γιατί ήταν αυτός που θα την προστάτευε απ’ την ασχήμια μου, αυτός που θα προστάτευε εμένα απ’ την ασχήμια μου».

Το ειδύλλιο που παρακολουθούμε στο διήγημα «Απλά ο χρόνος που κυλάει», το καταληκτικό της συλλογής, δεν διαδραματίζεται σε κλίμα ιλαρό, όπως το προαναφερθέν ραντεβού. Εδώ, βέβαια, εκλείπει η ευφραντική περίοδος των προσδοκιών και των ονείρων, καθώς ο χρόνος των εραστών έχει ήδη εκπνεύσει. Η ηρωίδα ανατρέχει στη σχέση της με έναν παντρεμένο, ανασκαλεύοντας αναπότρεπτα τον ιζηματώδη βυθό του ψυχισμού της. Ο θυμός της, που ενίοτε χορδίζει την τονική κλίμακα της υστερίας, εκρέει από την παγίδευσή της σε συναισθήματα με προδικασμένη έκβαση, από την προδοσία του μυαλού της, του οποίου οι εκλογικεύσεις ηττήθηκαν σχεδόν αμαχητί από τις ακαταδάμαστες ενορμήσεις της σάρκας. Στις παρυφές των σαράντα, με ένα σώμα που επίσης την προδίδει με τη βιασύνη του να αποσυρθεί λόγω πρόωρης κλιμακτηρίου, οικτίρει έξαλλη «αυτό το επίορκο κομμάτι του εαυτού» της, που ξεθεμελίωσε τις πιο ζωτικές της οχυρώσεις. Όμως δεν ξέρει πού ακριβώς να αναζητήσει αυτό το προδοτικό κομμάτι της. Σε επιθυμίες, που νόμιζε ξένες προς την αντισυμβατική της ιδιοσυστασία; Στην αγωνία της συντροφικότητας, με την οποία πίστευε πως είχε οριστικά ξεμπερδέψει; Στο παρωχημένο, παραδοσιακό θηλυκό πεπρωμένο, του οποίου εκβλαστήσεις παρασιτούσαν μέσα της; Στη σεξουαλικότητά της, που το ίδιο το σώμα της πολεμούσε; Στο σώμα της; Μπορεί, όμως, μια απάντηση νευραλγική για την ύπαρξη να είναι τόσο απλή, τόσο ζωική; «Περί αυτού πρόκειται; Τόσο γελοιωδώς απλή η απάντηση; Το σώμα, αυτό το σατανικό κατασκεύασμα; Η ζούγκλα στην οποία ο νους δεν μπορεί να επιβάλει τους κανόνες του. Αυτό με οδήγησε στον Κώστα; Κι εγώ; Με ποιανού τη μεριά υποτίθεται πως είμαι εγώ;»

Ο Κυθρεώτης αποδίδει με εκπληκτική υποκριτική επιτηδειότητα τον γυναικείο λόγο, αφουγκραζόμενος με λεπταισθησία τις ηχητικές κλιμακώσεις της πικρίας, της ματαιωμένης ματαιοδοξίας, του όλως ιδιαίτερου θηλυκού μίσους, που σπαράσσει και σπαράσσεται, πυρπολεί και αναφλέγεται. Η ηρωίδα του αλέθει τα σωθικά της σε μια μετωπική αναμέτρηση με το σώμα της, από το οποίο παλεύει να εκμαιεύσει, όπως οι περισσότερες γυναίκες, τη θήλεια ταυτότητά της. Όμως η σάρκα είναι δυσήλατη, υπακούει στους δικούς της κανόνες, που περιφρονούν την υψιπέτεια του μυαλού και τις ορθολογιστικές, κατευναστικές ερμηνείες του. Η σαρκική πλευρά της υπόστασης διαψεύδει, συχνότερα απ’ όσο επιβεβαιώνει, την ιδέα περί εαυτού.

«Λοιπόν, πού καταλήγουμε; Φταίει η κλιμακτήριος; Το ορμονικό ολοκαύτωμα; Η μετατροπή του σώματος σε χωματερή; Αυτό με έκανε ευάλωτη έναντι του χασοδίκη; Οιστρογόνα, αδένες, χύσια και βυζιά; Αυτά δίνουν τον τόνο; Το κενό του κόλπου που ζητάει να πληρωθεί; Το ατελές σώμα που θέλει παρέα;»

Η ηρωίδα του Κυθρεώτη αντιμετριέται με μια τρομακτική, ίσως περισσότερο ταπεινωτική, μοναξιά, όχι επειδή την εγκατέλειψε ο Κώστας, αλλά επειδή εγκαταλείφθηκε από τις αυταπάτες, που της επέτρεπαν να πιστεύει πως ήταν κάποια άλλη από αυτή που αποδείχθηκε πως είναι. Διότι η «άλλη» θα αρνούνταν να μπει στην «παραμυθοχώρα», θα δυσπιστούσε στις συμμαχίες των σωμάτων, δεν θα άφηνε ούτε χαραμάδα στην οικειότητα, θα έμενε μόνη και θα ήξερε πως η ζωή, συνεπώς και η ζωή της, είναι «απλά ο χρόνος που κυλάει». «Δεν είναι και για να τρελαίνεται κανείς από τη χαρά του», ούτε όμως και για να θρηνολογεί.

Τώρα με τον Κώστα φευγάτο και το ψευδεπίγραφο είδωλό της ξεσκεπασμένο, υποχρεώνεται να εγγράψει «αυτό το μελόδραμα της πεντάρας» στην προσωπική της αφήγηση, ενθέτοντάς το στα στοιχεία εκείνα που τη συνιστούν και την ορίζουν. «Είναι εγώ, όσο και όλα τα άλλα πράγματα που μου έχουνε συμβεί. Θα πρέπει να το θυμάμαι, να το αναλύω, να το ερμηνεύω, να το διαψεύδω, να το δικαιώνω και να το αναπολώ. Είναι κομμάτι μου και σαρξ εκ της σαρκός μου και από κάπου ξεκίνησα για να φτάσω ως εκεί. Και από κάπου ξεκίνησα για να φτάσω ως εδώ. Να περιμένω κάποιον, ενώ το ξέρω πως δεν θα ’ρθει κανείς».

Η έτερη γυναικεία φωνή του βιβλίου στο ομότιτλο με αυτό διήγημα ανήκει σε ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι, που είναι «τέλεια», «μια χαρά». Έτσι λέει τουλάχιστον. Διότι ο Κυθρεώτης άλλα λέει, υποτονθορύζοντας ενδιαμέσως των ημερολογιακών της σημειώσεων. Με γλωσσικό ιδίωμα ανοϊκής, που γλιστράει στην επιφάνεια των πραγμάτων αναμασώντας ένα στοιχειώδες λεξιλόγιο και ύφος αβαρές, σχεδόν σαχλό, πεισμωμένα χαρούμενο, η νεαρή ηρωίδα μάς περιγράφει πώς πέρασε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Από την εναρκτήρια κιόλας πρόταση μας προειδοποιεί για τις συγγραφικές της συνήθειες. «Συνήθως γράφω ημερολόγιο μόνο όταν δεν έχω τι άλλο να κάνω. Έτσι αν θέλω να δω πότε τα πράγματα ήταν αρκετά βαρετά στη ζωή μου, δεν έχω παρά να ξεφυλλίσω το ημερολόγιό μου».

Η παρούσα εγγραφή δεν παραβιάζει διόλου τον συγγραφικό της κανόνα, μολονότι, κατά τη γνώμη της, η αφηγούμενη ημέρα υπήρξε ασυνήθιστα γεμάτη. Αν η διηγηματογραφική της ομόφυλη έκανε, μια άλλη παραμονή Πρωτοχρονιάς, φύλλο και φτερό τις ψευδαισθήσεις της, περιμένοντας, όμως, να έρθει ο Κώστας, η τωρινή ηρωίδα σωρεύει ανεπίγνωστα στις σελίδες της την οικογενειακή σαβούρα, που θέτει υπό αμφισβήτηση την ευδαιμονία της. Στα ανέμελα λόγια της μπλέκεται ένα θλιβερό οικιακό κουβάρι, καβγάδων, μυστικών, ανίερων συμφωνιών, καταχωνιασμένων, κακοφορμισμένων πληγών, που ο Κυθρεώτης ξετυλίγει στον απόηχο της φωνής της. Κρατώντας αποστάσεις από τη λύπη και αγγίζοντας μόνο το περίβλημα των πραγμάτων που της συμβαίνουν, η ηρωίδα προσπαθεί, ασύνειδα και κακότεχνα, να προφυλαχθεί από τη στιγμή της επίγνωσης. Η ματιά της απλοποιεί τον κόσμο της, στρογγυλεύει τις γωνίες του, λειαίνει τις αιχμές του, προσπερνά τη βία, θολώνει τα νερά. Με μια παιδικότητα προ πολλού τσακισμένη πείθει τον εαυτό της πως ό,τι κακό τής τυχαίνει οφείλεται στη δική της κακία, αφού έχει μάθει ότι στη ζωή «μερικές φορές πρέπει να πληγώνεις κάποιους ανθρώπους και να προχωράς». Επωμίζεται έτσι μια ενοχή, που απαλλάσσει τους άλλους από κάθε αδικοπραγία, αλλά και την ίδια από το αίσθημα της αδικίας. Διότι αλλιώς θα έπρεπε να στενοχωρηθεί. Αυτή η θεώρηση περί δικαίου διασώζει την αμεριμνησία της, την οποία παροδικά μόνο σκιάζουν νευρικές κρίσεις και δάκρυα. Τίποτα το σοβαρό. Απλώς «μερικές φορές άμα ξεκινήσεις να κλαις δεν είναι εύκολο να σταματήσεις».

Μπορεί η δική της βόλτα, που εξιστορεί στο ημερολόγιό της, να πήγε μια χαρά, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τη βόλτα στο νεκροταφείο, που κάνει ο ήρωας στο «Σημάδι στο μπράτσο». Εδώ το σώμα, νεκρό, όχι όμως αφανισμένο, διεκδικεί έναν χώρο επίγειο, συμβολοποιώντας τη διφυΐα πεφιλημένων εκδημησάντων, τον μετεωρισμό τους μεταξύ ανάμνησης και ανυπαρξίας. Η διεκπεραίωση της εκταφής παρακωλύεται από το άλιωτο σώμα, από το οποίο σωζόταν μεγάλο μέρος. «Μεγαλύτερο απ’ ό,τι συνηθίζεται». Η επισήμανση του Κυθρεώτη επιτάσσει τη μεταφορική της πρόσληψη, υποδηλώνοντας όλα όσα ο θάνατος αποτυγχάνει να νεκρώσει. Η παραβίαση της νεκρικής δεοντολογίας αποκτά, πέρα από τη γκροτέσκα διάστασή της, αλληγορικές παραδηλώσεις, καθώς ο ήρωας αντικρίζει σε διπλοτυπία τη γιαγιά του. Από τη μία είναι η σεσηπυία σάρκα, που σκεπάζουν σακούλες σκουπιδιών, ένα ανοικονόμητο απόρριμμα, και από την άλλη η ασπαίρουσα μορφή, την οποία αβίαστα ανασταίνει η μνήμη, περιθάλποντάς την σαν μετωνυμία της πατρογονικής γης. Η αλληλοδιείσδυση μεταξύ των δύο εικόνων, της ένυλης και της νοερής, περιπλέκει το ηθικό χρέος του πενθούντος. Το άψυχο σώμα, οιονεί παρόν, παρατείνει μια ύπαρξη, που έχει παύσει από καιρό, εγείροντας ένα αλλόκοτο ζήτημα χωροταξίας. Πόσα τετραγωνικά αναλογούν στη μεταθανάτια αξιοπρέπειά του; Σε αυτό το δέρμα, που δεν διαλύθηκε εμπρόθεσμα για τη μετακομιδή των οστών στα πάτρια χώματα, αλλοτινό τεκμήριο μιας ζώσας σχέσης, όντας σημαδεμένο από μια αδεξιότητα του εγγονού, σε αυτό το δέρμα, που δεξιώθηκε το καύμα της αγάπης, ποια «αμείλικτη γεωμετρία» θα υποδείξει τον χώρο, που οφείλει τώρα πια να καταλαμβάνει; Πού ακριβώς βρίσκεται εκείνη η διαχωριστική γραμμή, που τέμνει σαν σύνορο τη ζωή και τον θάνατο, ξορκίζοντας την εγγύτητά τους και διευθετώντας ψευδαισθητικά την αντιπαλότητά τους;

Από το άλλο μέρος, η έκθεση του θαμμένου σώματος και η αιφνίδια ανεστιότητά του, αναδαυλίζουν το άλγος του αποχωρισμού, ξεθάβοντας συνάμα τη συναισθηματική αμφιρρέπεια του αφηγητή για τη δική του «εκδημία», τη μετοικεσία του από τη Λευκωσία στα Πατήσια. Στις «Δακρύβρεχτες Εκθέσεις Για Τις Ιδιαίτερες Πατρίδες Μας» δεν μπορούσε να μεταφέρει, πειθαρχώντας στον σχολικό ιδεαλισμό, τη συγκίνηση με την οποία ανακαλούσε την πατρίδα του, ένα βαρύτιμο βίωμα, εγχαραγμένο στην ψυχή. Το σημάδι στο μπράτσο της γιαγιάς του ήταν το απτό αποτύπωμα του δεσμού τους, που είχε αναθάλει σε έναν τόπο, από τον οποίο και οι δύο είχαν εξοριστεί. «Εκείνο το σκουρόχρωμο κομμάτι από τη σάρκα που για την τύχη της συσκεπτόμασταν σήμερα, εκείνο το κειμήλιο, το μοναδικό που είχε μείνει να αποδεικνύει ότι υπήρχε μια εποχή που ήμουν δύο χρονών και δεν είχε γίνει ακόμα ο πόλεμος και δεν είχα φύγει ποτέ από την Κύπρο», εκείνο το κομμάτι, λοιπόν, ενθυλάκωνε όλη την άφατη σημασία της ιδιαίτερης πατρίδας.

Η σωρός, απείκασμα όχι μόνο μιας μορφής, αλλά και μιας εποχής, απλώνεται εντέλει σε μια επικράτεια εξίσου ασαφή και απέραντη με το επέκεινα, πολύ πλατύτερη από τις λευκές γραμμές του νεκροταφείου, που γεωμετρούν τον θάνατο με μια απάδουσα προς αυτόν ευταξία, μια επικράτεια χαρτογραφημένη από θαλερές αναμνήσεις, γέλια, απώλειες, πόνο και αίμα, το αίμα εκείνο, που διαρρέει τους πιο ακατάλυτους δεσμούς. «Οι νάιλον σακούλες γυάλιζαν από μακριά […] γύρω απ’ τη γιαγιά μου, σχηματίζοντας ένα ακανόνιστο πολύγωνο πάνω στο χώμα, ορίζοντας τον χώρο στον οποίο είχε απλωθεί τώρα η γιαγιά μου, σαν μια υγρή άμορφη μάζα, από δάκρυα μαύρα και πικρά».

Το απομεινάρι μιας πατρίδας, κονιορτοποιημένο στη χούφτα του, εναποθέτει αντί κατευόδιου στο φέρετρο του φίλου του, ο ήρωας του εναρκτήριου διηγήματος («Σκόνη από κιμωλία»), το οποίο αποτελεί και το πρώτο κείμενο με το οποίο ο Κυθρεώτης συστήθηκε στην πεζογραφία, συμμετέχοντας σε έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό, όπου το εν λόγω διήγημα διακρίθηκε ως το καλύτερο. Και εδώ εντυπωσιάζει η γλωσσική επιδεξιότητα, που ενθαρρύνει τις πολλαπλές μεταμφιέσεις της γραφής, καθώς ο λόγος μιμείται την αμεσότητα και την προχειρότητα του προφορικού, ενώ ενσωματώνει αρκετούς ιδιωματισμούς της γλώσσας του δρόμου. Δύσκολο εγχείρημα, αν αναλογιστούμε πως πίσω από την τραχύτητα και τον κυνισμό τής αργκό ακούγεται διακριτά ένας σπαρακτικός επικήδειος, ξόδι και απολογία μαζί. Η φωνή του αφηγητή, βίαιη, λαχανιαστή, γδαρμένη από την οργή, ισορροπεί στο χείλος του λυγμού. Παρ’ όλα αυτά, «μια χαρά» πήγε στην κηδεία, και ας ήξερε πως από εκεί και πέρα το νόημα είχε ανέκκλητα χαθεί.

Φανατικός οπαδός της ΑΕΚ, «τρώει ήττα», όταν ανακαλύπτει ότι ο κολλητός του ο Μιχάλης, ατρόμητος, παράτολμος αεκτζής και απαράμιλλου «φίλαθλου» ήθους, ήταν Αλβανός. «Δεν ξέρω πώς ακούγεται αυτό, αλλά δεν έμοιαζε για Αλβανός, ρε φίλε». Ρατσιστής δεν ήταν («Με πατέρα αριστερό; Δεν παίζει»), αλλά, όπως και να έχει, δυσκολοχώνευτο του φάνηκε, η περίπτωση υπέκκαιε ένα σχεδόν εθιμικό μίσος. «Αν μια μέρα βγαίναμε στον δρόμο και δεν υπήρχαν γαύροι, θα κυνηγάγαμε τους Αλβανούς. Άσε που οι πιο πολλοί τους είναι και γαύροι».

Ωστόσο, η φιλία επουλώνεται γρήγορα και στερεώνεται ανάμεσά τους ισχυρότερη απ’ ό,τι πριν, όταν ο Μιχάλης κοινωνεί την ιστορία του στον φίλο του. Ο τελευταίος επιχειρεί να μνημειώσει στην εξιστόρησή του τη συνοικιακή εποποιία του Μιχάλη, διανοίγοντας παράλληλα τη ρωγμή, που εκείνος δεν άφησε ποτέ να φανεί, καθώς εκεί είχε παραχώσει την αλήθεια του εαυτού του. Η Αλβανία ήταν ένας τόπος, όπου δεν ήθελε να ανήκει, ένα κομμάτι σβησμένο από την αφήγηση που προόριζε για τον εαυτό του και την οποία στοιχειοθετούσε καθημερινά στους δρόμους, καταδαπανώντας την ορμή και το πάθος του σε αξιοθρήνητες ανδραγαθίες για την τιμή της ομάδας. Το μόνο που είχε διασώσει από την πατρίδα το έκρυβε σε ένα συρτάρι. Μια κιμωλία, «φυλαγμένη σε μια νάιλον συσκευασία», που δεν διστάζει να πετάξει από το παράθυρο, όταν την ανακαλύπτει ο φίλος του. Μια ακόμα παλικαρίσια χειρονομία αλληλεγγύης και συνενοχής.

Ο αφηγητής, με μια αντίρροπη χειρονομία, επιστρέφει στον Μιχάλη την κιμωλία, σαν κτέρισμα πια, θέλοντας να τον επιδώσει, ετεροχρονισμένα αλλά διά παντός, στην αληθινή του ιστορία. Παρόμοια είναι και η στόχευση της εξομολόγησής του, η οποία, πέρα από νεύμα αποχαιρετισμού, μοιάζει με ικεσία συγχώρησης, καθώς και εκείνος είχε υποθάλψει τη διχοστασία της μορφής του. «Τότε όμως δεν το έβλεπα έτσι και τον καταλάβαινα τον Μιχάλη, που δεν ήθελε να παίζει μια ζωή Α΄ Τοπικό».

Ο Κυθρεώτης μέσα από τον απολογητικό, απολογιστικό λόγο του ήρωα σκιαγραφεί αδρά μια κοινότητα νέων, που διαπλέουν τις αντιηρωικές τους ημέρες με ανέρειστη επιθετικότητα και εύφλεκτο ενθουσιασμό, πρόθυμοι να γίνουν παρανάλωμα για το τίποτα, άλλοτε ξιφομαχώντας με φασματικούς εχθρούς και άλλοτε παραληρώντας για ανυπόληπτους άθλους. Σπαράζοντας από λαχτάρα για κάτι μεγαλύτερο από τις μικρές ζωές τους. Ανεγκέφαλους και ρεμάλια, τους αποκαλεί ο αφηγητής, συγκαταλέγοντας και τον εαυτό του στη χορεία τους, όμως η περιφρόνηση υποσκελίζεται από τη συμπάθεια. Μέσα από την παροξυσμική, φρενιτιώδη βία διασφάλιζαν και υπερασπίζονταν το δικαίωμά τους να ανήκουν κάπου, να είναι κάποιοι, μασκάρευαν, με άλλα λόγια, την ήδη σφραγισμένη αποτυχία τους. Ο αφηγητής θυμάται τον Μιχάλη, που «η μισή θύρα εφτά του την είχε στημένη», να λέει, «άμα είναι να φορτώσω, θα φορτώσω μάγκας». Βλέποντας το φέρετρό του τυλιγμένο με την κιτρινόμαυρη να το αποθεώνουν σαν τρόπαιο οι τεθλιμμένοι οπαδοί, σφίγγει στην χούφτα του την κιμωλία, κάνοντας σκόνη την ιστορία που δεν γράφτηκε, την ιστορία του που τον έκανε σκόνη.

«Αν με ρωτήσεις τι θυμάμαι απ’ τον Μιχάλη, θα σου πω σκηνικά. Τι θυμάμαι απ’ τη ζωή μου; Σκηνικά. Σκηνικά και φάσεις».

Αυτό το ξόδεμα της ύπαρξης σε πράξεις ανώφελες, αντίθετες προς τις βαθύτερες προσδοκίες μας, πολύ κατώτερες του ιδεατού, διαφυγόντος ειδώλου μας, πρέπει να εκνεύριζε ιδιαίτερα την ηρωίδα, που άφηνε τον χρόνο, που απλά κυλούσε ερήμην της, να τη ρημάζει. «Δεν λέω, η ζωή μου δεν έχει κανένα νόημα, αλλά αυτό νομίζω πως είναι κάτι που συμβαίνει με τις ζωές γενικά».

Με βλέμμα νεανικό αλλά οξυδερκές, που διερευνά την ιδιωτικότητα των χαρακτήρων, χωρίς να παραθεωρεί το συλλογικό πλαίσιο, που την οριοθετεί και τη διαπλάθει, με σαρκαστικό πνεύμα, άλλοτε ξεκαρδιστικό και άλλοτε ενδοτικό στη μελαγχολία, με ευφυή μυθοπλαστική ευρηματικότητα, με γραφή ώριμη τεχνικά, κατεργασμένη εξαντλητικά έτσι ώστε να αποκαλύπτει τη δυναμική της, ο Χρίστος Κυθρεώτης φαίνεται να είναι αρκετά κοντά στο μυθιστόρημά του. Τα συναθροισμένα κείμενα, η έκταση των οποίων κυμαίνεται (με εξαίρεση το ολιγοσέλιδο, σχετικά, «Σημάδι στο μπράτσο») μεταξύ των τριάντα και των πενήντα σελίδων, συγγενεύουν περισσότερο με τη νουβέλα παρά με το διήγημα, καταδεικνύοντας μια κατακτημένη δεξιότητα στη μεγάλη φόρμα. Αφήνοντας κατά μέρος τις εικασίες, μένω με τη βεβαιότητα μιας συγγραφικής συνέχειας, που οπωσδήποτε δεν θα είναι απλώς μια χαρά.

 

miaxara

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρίστος Κυθρεώτης, Μια χαρά, Πατάκης 2014, σελ. 220

 

 

7,090 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

1 τα σχολιά σας..

  1. Pingback: Ένα βιβλίο που διάλεξαν πολλοί αυτό το μήνα… | βιβλιονέα

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κ.Π. Καβάφης: 151 χρόνια Ποίησης και Ιστορίας, της Τέσυς Μπάιλα

Μέσα στην ιστορική νομοτέλεια ο Καβάφης νιώθει πρώτιστα ιστορικός ποιητής. Ο ίδιος άλλωστε το δηλώνει λέγοντας:  «αισθάνομαι μέσα μου 125...

Close