Προδημοσίευση: «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» του Μάνου Κοντολέων, εκδόσεις Πατάκη

By  |  0 Comments

Απλή ζωή έζησε και ζει η Λία. Προστατευμένα παιδικά χρόνια, συνετές σπουδές, δικό της ιατρείο, γάμο με άντρα που την αγάπησε. Πίσω από αυτή τη σταθερή ζωή, κατάφερνε να κρύβει απαγορευμένες επιθυμίες και ένοχα μυστικά.

Μα  τώρα  η Λία ερωτεύτηκε. Μια γυναίκα. Και πλέον τα πάθη και τα μυστικά ενώνονται με πράξεις κοινωνικής συμπαράστασης και ιδέες ελευθερίας της έκφρασης.

Κι έτσι η σταθερή ζωή της Λίας μπορεί –ίσως- να αποκτήσει ένα άλλο νόημα. Άλλο σκοπό.

Ένα μυθιστόρημα για μια άλλη γυναικεία ταυτότητα, για ένα άλλο ερωτικό ένστιχτο… Για μία πολιτική πράξη.

 

Προδημοσίευση αποσπάσματος

Έξω από το ζαχαροπλαστείο, εκεί στην πλατεία της Αγίας Σοφίας, συναντηθήκανε ξανά.

Στην ουσία, η άλλη έβγαινε ενώ η Λία έμπαινε στο μαγαζί.

Και έτσι βρεθήκανε να κοιτιούνται κατάματα.

Η ματιά της Λίας ζήτησε να απαγκιστρωθεί, αρπάχτηκε από τη λευκή τούφα των μαλλιών της νεαρής γυναίκας…

Ίσως σε μια προσπάθεια να κρυφτεί, κάπως έστω, η ταραχή που όμως έτσι κι αλλιώς έκανε τα βλέφαρά της να ανοιγοκλείσουν απανωτά και τα μάγουλα να κοκκινίσουν.

Και στη συνέχεια, με έναν πλάγιο βηματισμό, επιχείρησε να περάσει δίπλα από το κορμί το λεπτό μα με τις ξεκάθαρες καμπύλες –σώμα γυναικείο κι όμως με αύρα αρσενική να το περιβάλλει–, που τώρα τις κάλυπτε ένα ναυτικό αμπέχονο.

Αλλά η νεαρή γυναίκα γέρνει προς τη μεριά της, και ίσως ελαφρά το μπράτσο της να απλώθηκε – κίνηση που θα εμπόδιζε τη Λία να εισέλθει μέσα στο ζαχαροπλαστείο;

Ασφαλώς και όχι κάτι τόσο προκλητικό.

Μα στην ουσία αυτή η κίνηση ήταν που πρόσφερε την ευκαιρία να μιλήσουνε.

Η πρόταση διέσχισε την παγωνιά που κατέβαινε από την Άνω Πόλη.

«Πάντα συναντιόμαστε ενώ η μια έρχεται και η άλλη φεύγει…» η κοπέλα χαμογελούσε και μίλησε με φωνή θερμή. Το κάθε γράμμα το πρόφερε αφού πρώτα το είχε πιπιλήσει, λες, στην άκρη της γλώσσας…

Κι έτσι, οι συλλαβές κάθε λέξης μοιάζαν να είχαν μόλις βγει μέσα από τον φούρνο, μαζί με τα μοσχομυριστά τσουρέκια που απλωνόντουσαν στον κεντρικό πάγκο της αίθουσας.

Κάτι θερμό έχει καλύψει το σώμα της Λίας.

Και χαμογελά αμήχανα.

«Στο σπίτι γυρίζεις…» η νεαρή γυναίκα δε ρώτησε, μάλλον ως διαπίστωση ακούστηκε η φράση της και οι επόμενες σαφώς ήταν φράσεις που διατυπώνανε μια πρόσκληση…

Μπορεί και να την άκουγε κανείς και ως προσταγή.

«Ας πάμε μαζί… Κι εγώ επιστρέφω…»

Και τώρα υπομειδιά και, έτσι όπως ο γιακάς του αμπέχονου έχει ανασηκωθεί και καλύπτει όλο τον σβέρκο, δε διακρίνεται πού ακριβώς τελειώνει το σκούρο χρώμα των μαλλιών και πού αρχίζει το τραχύ ύφασμα.

«Σε περιμένω…»

Στο πεζοδρόμιο η Λία θα τη συναντήσει ξανά.

Καπνίζει στριφτό τσιγάρο και ο καπνός αδυνατεί να σβήσει τη λάμψη ενός κατάμαυρου βλέμματος.

«Γεωργία!» το χέρι της κοπέλας απλώνεται ενώ ανάμεσα στα χείλια της κρατιέται το λεπτό τσιγάρο.

«Λία…»

Ανηφορίζουν προς τη γωνίας της Εγνατίας.

«Φοιτήτρια. Σίγουρα είσαι φοιτήτρια…»

«Στην Οδοντιατρική…»

Το ζεστό τσουρέκι μεταφέρει τη θέρμη του στο στήθος της Λίας. Και η οσμή του μάλλον ενώνεται με την μυρωδιά του καπνού που έχει ποτίσει το ύφασμα του αμπέχονου.

«Υπέροχα!» η χροιά της φωνής της Γεωργίας έχει πάντα –και για πάντα θα έχει– κάτι που φέρνει στον νου τους ήχους ενός στόματος που μασάει μια μαλακιά, ζεστή σάρκα τσουρεκιού – ενός φρεσκοψημένου τσουρεκιού. Και κάθε γράμμα που σχηματίζεται μέσα στο στόμα της είναι γλυμμένο –πάντα– από τη γλώσσα της.

Μα τα δόντια της διαθέτουν ένα εκτυφλωτικά λευκό χρώμα. Τόσο λευκό που ακόμα και τα άβαφτα χείλη της δείχνουν πως τα έχει περάσει με μια –έστω και απαλή– απόχρωση κόκκινου.

«Εγώ είμαι λογίστρια… Από την Κρήτη…»

«Την Κρήτη;»

 Ίσως γι αυτό και η προφορά που παραπέμπει σε ερεθιστικό ψιθύρισμα.

«Τώρα πώς βρέθηκα από τον Νότο στον Βορρά…» ανασηκώνει τους ώμους, καμπυλώνει τα γραμμένα φρύδια, και ενώ διασχίζουν κάθετα τη λεωφόρο, πετά το τσιγάρο.

Η Λία προσέχει το αθλητικό παπούτσι της Γεωργίας να λιώνει πάνω στην άσφαλτο το αποτσίγαρο.

«Μια από αυτές τις μέρες θα σ’ το πω… Ίσως…» συνεχίζει να μιλά η νεαρή γυναίκα και τώρα σταματά απότομα και γυρνά προς τη Λία.

«Θα ’θελες;» ρωτά κι αμέσως μετά, και χωρίς να περιμένει την απάντηση, ξεκινά και πάλι. «Εσύ;»

«Από την Αθήνα…» Η Λία αποφασίζει πως για να κρυφτεί το τρέμουλο που έχει κάνει το σαγόνι της να πάλλεται θα πρέπει να μιλά σιγά, όσο πιο σιγά γίνεται. Ίσα να ακούγεται καθώς ολόγυρά τους περνάνε, αυτοκίνητα και άνθρωποι.

«Έχω φίλους στην Αθήνα…» η Γεωργία ξεκλειδώνει την εξώπορτα της οικοδομής. «Μένω στο ισόγειο…» έχει κοντοσταθεί μπροστά στο τραπεζάκι που αφήνει ο ταχυδρόμος της αλληλογραφία των ενοίκων. «Εκεί…» δείχνει στο ημιφωτισμένο βάθος του διαδρόμου. «Μόνη…» συμπληρώνει και ανοίγει την πόρτα του ανελκυστήρα για να περάσει η Λία.

«Χάρηκα…» η Λία δεν είναι σίγουρη για το αν και το πόσο θέλει να απομονωθεί μέσα στο στενόχωρο κουβούκλιο.

«Θα τα πούμε…» τα λευκά δόντια θα κρυφτούνε πίσω από τη σιδερένια πόρτα.

Η Λία ανοίγει το μπουφάν. Έχει ιδρώσει λοιπόν;

Σίγουρα η ανάσα της είναι κοφτή. Λαχανιασμένη.

 

 

daxtyla_kontoleon

 

 

manos_kontoleon_pic

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, μικρές ιστορίες και παραμύθια. Παράλληλα ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας. Συνεργάτης περιοδικών, εφημερίδων καθώς και του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Έργα του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία, στη Γερμανία και στην Ταϋλάνδη. Έχει τιμηθεί δύο φορές με Κρατικό Βραβείο, έχει πολλές φορές βραβευτεί από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και το 2002 ήταν υποψήφιος για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν.

Υπήρξε για χρόνια αντιπρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Unicef, όπως και κατά καιρούς μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων, των επιτροπών Ελληνικών Κρατικών Βραβείων και του Περιοδικού Διαβάζω και Πρόεδρος των Επιτροπών Κρατικών Βραβείων Παιδικής / Νεανικής Λογοτεχνίας και Εικονογράφησης της Κύπρου.

 

 

 

 

 

34,266 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
«O Θεός είναι πιο μεγάλος από την δική σου δυσπιστία», Αιρετικοί του Λεονάρντο Παδούρα

Το 1939, το πλοίο Σεντ Λούις, µε πάνω από εννιακόσιους Εβραίους που προσπαθούν να διαφύγουν από τη ναζιστική Γερμανία, ψάχνει...

Close