Προδημοσίευση: «Δυο φορές ‘Ανοιξη» του Μάνου Κοντολέων, εκδόσεις Πατάκη

By  |  0 Comments

Προδημοσίευση αποσπάσματος

 

Τα παιδιά τα είχε παραδώσει στη συνοδό του σχολικού.

Κι αμέσως μετά βιάστηκε  να κλειστεί μέσα στο λουτρό και με μεγάλη βιάση φρόντισε όσο μπορούσε καλύτερα τον εαυτό της.

Έριξε στη βάση του λαιμού και στο πίσω μέρος των καρπών λίγες σταγόνες από εκείνη την κολόνια με άρωμα αγριολούλουδων – τόσο πρωινή μυρωδιά!

Δεν μπορεί να μην οσμίστηκε εκείνος μια τόσο δροσερή παρουσία μέσα σε ένα δωμάτιο που το θέρμαινε η κεντρική θέρμανση και το σκοτείνιαζαν τα σύννεφα που εμποδίζανε το έτσι κι αλλιώς ασθενικό φως ενός πρωινού κάπου εκεί προς τα μέσα Δεκέμβρη.

Η “καλημέρα” του πανομοιότυπη με αυτή των άλλων πρωινών. Το δικό της φιλί ίσως κάπως περισσότερο να στάθηκε στο μέτωπό του.

Μετά συναντηθήκανε και πάλι γύρω από το τραπέζι της κουζίνας.

Σερβίρισε τον καφέ στο σερβίτσιο που συνήθως χρησιμοποιούσε όταν είχαν καλεσμένους – πορσελάνη Noritake, αγορασμένο από τη μητέρα της όταν η ίδια ήταν ακόμα παιδούλα. Ο Δημήτρης κοίταξε το κοντό φλιτζάνι με το πλατύ στόμιο και της χαμογέλασε.

«Οι γνωστές χορταστικές κούπες μας τι γινήκανε;» ρώτησε και εκείνη έσπρωξε απότομα την καρέκλα της και σηκώθηκε, από το ντουλάπι πήρε μια καφετιά χοντροφτιαγμένη κούπα – μάλλον σε ένα παζάρι του σχολείου των παιδιών είχε αγοραστεί. Τη γέμισε με νέο καφέ. Του την πρόσφερε.

«Τώρα μάλιστα!» ο Δημήτρης ρούφηξε απανωτά τρεις γουλιές.

Εκείνη προτίμησε να κρατήσει μέσα στα δάχτυλά της τη δική της Noritake.

Κι αυτός μάλλον θα πρόσεξε το μουτρωμένο της πρόσωπο.

«Συμβαίνει κάτι;»

Συνέβαινε κάτι;

Το ρολόι έδειξε εννιά και όλα πήραν τη γνωστή καθημερινή σειρά τους.

«Δε θα αργήσω!» – γιατί όμως την ενημέρωσε καθώς πήρε να ανεβαίνει για το δώμα; «Μπορεί και να προλάβω τα παιδιά ξύπνια!…»

«Μακάρι!» είχε κάτι το αυθόρμητο το χαμόγελό της. Μακάρι!

Πρώτα επέστρεψε στην κουζίνα. Μάζεψε από το τραπέζι την κούπα και το φλιτζάνι.

Στάθηκε μπροστά στον νεροχύτη και άνοιξε τη βρύση.

Άφησε το νερό να τρέχει.

Άφησε το φλιτζάνι από το σερβίτσιο Noritake να πέσει από το χέρι της. Το είδε θρυμματισμένο μέσα στη γούρνα.

Ξέπλυνε την κούπα. Την άφησε να στεγνώνει.

Βγήκε από την κουζίνα και μπήκε στο μπάνιο.

Καθώς έψαχνε να βρει τη σωστή θερμοκρασία του νερού, σκέφτηκε τα κομμάτια της ακριβής πορσελάνης και αναρωτήθηκε αν τελικά ο Δημήτρης είχε θυμηθεί πως σήμερα είχαν την επέτειο του γάμου τους.

Δέκα χρόνια!

Του είχε αγοράσει ένα ολόμαλλο μοντγκόμερι Barbour. Σε μια απόχρωση του ανθρακίτη, να ταιριάζει με τα μαύρα του μαλλιά…

Και τώρα η Ανθή στέκεται μπροστά στον καθρέφτη, μισοδαγκώνει τα χείλια, ανασηκώνει τα φρύδια…

Στον Δημήτρη παρουσιάστηκαν οι πρώτες άσπρες τρίχες. «Η γοητεία μου!» καμαρώνει εκείνος. Τις δικές της πρώτες λευκές τρίχες τις σκεπάζει από πέρυσι το χρωμοσαμπουάν. «Πήρες από εμένα!» είχε αναστενάξει η μητέρα της. «Από τα είκοσι πέντε μου άρχισα να ασπρίζω!»

Εκείνη έκλεισε τα είκοσι εννιά, και δέκα χρόνια γάμου είναι μια επέτειος με έψιλον κεφαλαίο!

Έχει φτιάξει έναν ακόμα καφέ και τον πίνει με μικρές γουλιές καθώς κοιτά τα φωτάκια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο που αναβοσβήνουν.

Το τηλέφωνο κτυπά.

«Πώς θα περάσουν τα πιτσουνάκια μου τη δέκατη επέτειό τους;» η Αλίκη, από τότε –μια εβδομάδα περίπου πιο πριν– που μιλήσανε για μια πιθανή απιστία του Δημήτρη, κάνει το καθετί για να δείξει πως όχι μόνο δεν την πιστεύει αλλά και πως τόσο απίθανη τη θεωρεί ώστε την έχει ξε­χάσει.

Η Ανθή είναι απόλυτα ειλικρινής μαζί της.

«Δεν είμαι σίγουρη αν τη θυμήθηκε και μου ετοιμάζει μια έκπληξη ή αν την έχει ολότελα ξεχάσει… Κι εγώ δεν ξέρω αν θα πρέπει να του τη θυμίσω, αν θα πρέπει να έχω ετοιμάσει ένα ρομαντικό δείπνο για δύο ή απλώς και μόνο να του δώσω το δώρο του ακόμα κι αν αυτός τίποτε δε θα μου έχει πάρει…»

Η Αλίκη γελά. Βεβιασμένο γέλιο.

«Τόσο περίπλοκο να είσαι παντρεμένος!» – τώρα δήθεν αναστενάζει. «Όπως και να είναι, το ξέρεις πως σας εύχομαι τα καλύτερα… Και πού ’σαι, φιλενάδα, παίζε και λίγο θέατρο…»

Θέατρο; Και ποιος θα είναι ο ρόλος μου; θα ήθελε πολύ να τη ρωτούσε την έξυπνη Αλίκη, αλλά εκείνη έκλεισε τη γραμμή, κι άλλωστε να που το τηλέφωνο ξανακτυπά.

«Κορίτσι μου, να χαίρεσαι τον αντρούλη σου και τα παιδάκια σου!» η μητέρα της, από τον καιρό που κάπως βαριακούει, έχει πάρει τη συνήθεια να μιλά δυνατά. Μέσα από το ακουστικό η φωνή της γδέρνει το αυτί του συνομιλητή της.

Της απαντά ψυχρά. Ένα σχεδόν ουδέτερο, μπορεί και ενοχλημένο, “ευχαριστώ”.

«Συμβαίνει κάτι;…» η μητρική έγνοια που γίνεται ενοχλητική.

«Σαν τι δηλαδή και σε ποιον;» νευριάζει η Ανθή κάθε φορά που η μάνα της συμπεριφέρεται προστατευτικά.

«Δε σε καταλαβαίνω, κόρη μου… Εγώ σε πήρα για να σου ευχηθώ κι εσύ…»

Πάντα το ίδιο – η μητέρα της θα την κάνει να αισθάνεται ένοχη.

«Λυπάμαι… Αλλά από το πρωί κι εγώ δεν ξέρω τι θέλω…»

«Μια τέτοια μέρα θα πρέπει να σε βλέπει γελαστή ο άντρας σου!»

«Δεν είμαι σίγουρη πως έχει θυμηθεί τι μέρα είναι…»

«Α, πες το, βρε κορίτσι μου!» έχει ανακουφιστεί η Χριστίνα Γκλαβάνη. «Μα μη μου στενοχωριέσαι για κάτι τέτοια… Οι άντρες συνήθως ξεχνούνε επετείους, γιορτές… Να, ο πατέρας σου… Θυμάσαι ποτέ να τον είδες να μου φέρνει λουλούδια;»

Δεν απαντά η Ανθή. Προσπαθεί να θυμηθεί αν την προηγούμενη χρονιά ο Δημήτρης είχε λησμονήσει ή όχι την επέτειο του γάμου τους. Προσπαθεί και εκνευρίζεται με τον εαυτό της που το έχει ξεχάσει.

«Εσύ φρόντισε να τον υποδεχτείς όμορφα ντυμένη… Φτιάξε και το φαγητό που του αρέσει… Και… να είσαι τρυφερή μαζί του…» η Χριστίνα Γκλαβάνη μιλά, μιλά, λέει… Συμβουλεύει.

Η Ανθή αναρωτιέται πώς γίνεται μια γυναίκα που μεγαλώνει να παύει να αγνοεί τον φόβο του γήρατος. Άραγε η μητέρα της θυμάται εκείνα τα λόγια από το τραγούδι της Τσανακλίδου;

Λίγο πριν από τις δέκα αποφασίζει να φτιάξει για το μεσημέρι μακαρόνια με ντομάτα, που τα λατρεύουν οι μικροί, και να αφήσει για το βράδυ όλη της τη φαντασία να οργιάσει.

Τρέχει στα βιβλία μαγειρικής που είναι στην κουζίνα και τα ξεφυλλίζει. Αποφασίζει:

Για σαλάτα: σπανάκι με ρόκα, μαρούλι, ρόδι, σταφίδες, τριμμένο κεφαλοτύρι και ξίδι μπαλσάμικο.

Για πρώτο πιάτο: ριζότο με γαρίδες, σπαράγγια και μοσχολέμονο.

Κυρίως πιάτο: μοσχαράκι σε μικρά κομματάκια-μπουκίτσες τυλιγμένα με μελιτζάνες.

Και για γλυκό: τούρτα σεράνο (ο Δημήτρης μισεί τη σαντιγί).

Της λείπουν πολλά υλικά και φορά τη φόρμα της για να πεταχτεί μέχρι το σούπερ μάρκετ.

Καθώς περνάει έξω από το περίπτερο, η ματιά της τριγυρνά στα εξώφυλλα περιοδικών που κρέμονται. Και είναι τότε που τα βλέφαρά της θα πεταρίσουν. Τότε που η φωτογραφία ενός άντρα θα την κάνει να χάσει τον ρυθμό ενός σταθερού βηματισμού…

Φακίδες γύρω από τα πτερύγια της μύτης, χάλκινα μαλλιά και μάτια πράσινα – χρώμα να σε ταξιδεύει σε παραδείσια νησιά ή ξεχασμένα ναυάγια.

Κοντοστέκεται η Ανθή. Να αγοράσει το περιοδικό σκέφτεται… Μα αλλάζει γνώμη. Απλώς διαβάζει τη λεζάντα. Κάτι για μια συνέντευξη του φωτογράφου Μανουήλ Δαλασσηνού διαφημίζεται στο εξώφυλλο. Συνέντευξη για τα ταξίδια του σε μέρη που τα διασχίζουν εξωτικοί ποταμοί… Αμαζόνιος, Οκαβάνγκο…

Και η Ανθή χώνει τα κέρματα στην τσέπη της. Και δεν αγοράζει το περιοδικό. Τρέχει να χωθεί στην ασφάλεια του σούπερ μάρκετ, να αγοράσει τα υλικά που της λείπουν για μια τούρτα και ένα γεύμα εορταστικό.

Όταν θα επιστρέψει, θα ακούσει από τον τηλεφωνητή τη φωνή της πεθεράς της να της ζητά να της αγοράσει χαρτοβάμβακες και πάνες-βρακάκι.

«Θα τα ζητούσα από τον γιο μου, αλλά τέτοια μέρα ας μην τον ζαλίσω με τις δικές μου αναπηρίες» η φωνή της Μάρθας Χρυσογόνου ακούγεται ουδέτερη και καταφέρνει να κρύψει την ειρωνεία της. Μήτε μια λέξη για ευχές!

Στοιβάζει όσα αγόρασε στο ψυγείο και στα ντουλάπια. Δεν αξίζει τέτοια συμπεριφορά μήτε από τον άντρα της μήτε από τη μάνα του.

Μακαρόνια, λοιπόν, για τα παιδιά το μεσημέρι και μπριζόλες καπνιστές –υπάρχουν στην κατάψυξη– για το βράδυ.

Ψάχνει στον κατάλογο με τα τηλέφωνα και τηλεφωνεί στο ζαχαροπλαστείο. Παραγγέλνει μια λεμονόπιτα. Είναι κάτι που ταιριάζει σε έναν γάμο που έχασε την… “πονηρή” του διάσταση – δικαιολογεί την κακία της.

Έχει αγνοήσει την παραγγελία της πεθεράς της και φροντίζει τα μακαρόνια να μην είναι πολύ al dente. Στους γιους της αρέσει τα ζυμαρικά γενικώς να είναι καλοβρασμένα.

Από την είσοδο της πολυκατοικίας ακούγεται το κουδούνι και η φωνούλα του Αποστόλη.

Τρώνε και οι τρεις μαζί και ο Αποστόλης θέλει να τραγουδήσουν κάτω από το δέντρο το χριστουγεννιάτικο τραγούδι που τους μάθανε στο σχολείο.

Διαβάζει με τον Χάρη τα μαθήματα της επόμενης μέρας. Ζωγραφίζουν και οι τρεις κάρτες για τα Χριστούγεννα που φτάνουν. Παρακολουθεί μαζί τους το βίντεο με τις περιπέτειες κάποιου αρκούδου.

Τόσες ώρες τώρα και δεν έχει κοιτάξει το ρολόι.

Δεν της έχει τηλεφωνήσει…

Μα τα παιδιά νυστάξανε.

Δε θα αργήσω! Μπορεί και να προλάβω τα παιδιά ξύπνια!…

Βάζει τις μπριζόλες να ψήνονται και ετοιμάζει από ένα τοστ για το κάθε αγόρι. Και ένα ποτήρι γάλα χλιαρό.

Πλένουν δόντια και χώνονται στα κρεβάτια τους. Κάθεται δίπλα στον μικρό και συνεχίζει τις περιπέτειες του Πίτερ Παν από εκεί που χτες τις είχε αφήσει.

Ακούει τις ανάσες τους να ηρεμούν και, με δυο φιλάκια στα μάγουλα, τους εύχεται όνειρα γλυκά. Κλείνει το φως και αφήνει μισάνοιχτη την πόρτα του δωματίου τους.

Σε ένα δυο χρόνια πρέπει να τους χωρίσουμε τα δωμάτια… σκέφτεται καθώς κλείνει τον φούρνο και αφήνει μέσα τις μπριζόλες να διατηρούν τη θερμοκρασία τους.

Ναι, και θα τους είχε ήδη βάλει σε ξεχωριστά δωμάτια αν υπήρχε χώρος. Το δώμα θα ήταν μια λύση όταν ο Χάρης μπει στο γυμνάσιο… Μα σε τρία τέσσερα χρόνια ποιος λέει πως η πεθερά της δε θα ζει. Μπορεί η Μάρθα Χρυσογόνου να έμεινε παράλυτη, αλλά μόνο αυτό το πρόβλημα έχει η υγεία της.

Ανατριχιάζει με την κακία που βγαίνει από αυτή τη διαπίστωση.

Μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει την ντουλάπα και ψάχνει ανάμεσα στα ρούχα της. Είχε σχεδιάσει να φορέσει αυτό το μονόχρωμο σεμιζιέ… Μισάνοιχτο στο στήθος και ξεκούμπωτο έως λίγο πιο πάνω από τα γόνατα. Όχι! Δε θα το φορέσει. Ας μείνει με το τζιν της και το μοχέρ πουλόβερ. Αλλά… Αλλά ξεκρεμά το μοντγκόμερι, το βγάζει από τη νάιλον θήκη του και το απλώνει πάνω στο κρεβάτι. Από τη μεριά του Δημήτρη.

Ένα ακριβό σκοτσέζικο ρούχο να καλύπτει την απουσία ενός πολύτιμου σώματος – τι σκέψη κι αυτή! Και επιστρέφει στο σαλόνι.

Βρίσκει τον σταθμό που παίζει μόνο ξένη μουσική και ανάβει τα κηροπήγια στο τραπέζι που μαζί με τον Χάρη είχε στρώσει.

Κι έπειτα αφήνει το σώμα της να απλωθεί στον καναπέ. Στο δεξί χέρι ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί. Πάνω στην καμπύλη της μύτης τρέχει ένα δάκρυ.

Το σκουπίζει την ώρα που ακούει την εξώπορτα να ανοίγει.

«Ξεθεώθηκα σήμερα!» ο Δημήτρης σκύβει από πάνω της και τη φιλά στο μέτωπο.

Τα ρουθούνια της συλλαμβάνουν μόνο μυρωδιά γρα­φείου – τσιγάρα, ξεθυμασμένο αποσμητικό και κλεισούρα, χνότα. Μυρωδιά αντρών και εργασίας.

«Μπα, βλέπω σήμερα θα φάμε με ατμόσφαιρα!» τώρα εκείνος προσέχει το φως των κεριών, τη μουσική και το ολόλευκο τραπεζομάντιλο. «Πάω να πλύνω τα χέρια μου και έρχομαι… Τα αγόρια κοιμήθηκαν; Πεινάω σαν λύκος» δηλώνει και, ενώ ξελασκάρει τη γραβάτα του, ρωτά «Τι τρώμε;».

Η Ανθή ξαφνικά αισθάνεται τύψεις που οι γαρίδες έχουν παραμείνει στην κατάψυξη. Ίσως όμως προλαβαίνει να φτιάξει τη σαλάτα με το σπανάκι και τη ρόκα…

Ρίχνει τα χορταρικά μέσα στη γούρνα του νεροχύτη και τα πλένει. Μέσα σε μια μεγάλη σαλατιέρα ανακατεύει ό,τι θυμάται από μια συνταγή που είχε διαβάσει το πρωί.

Οι μπριζόλες στην πιατέλα και λίγα μακαρόνια ξαναζεσταμένα από το μεσημέρι.

Αισθάνεται ενοχές. Τύψεις…

Εκείνος την κοιτά από την πόρτα της κουζίνας. Χωρίς γραβάτα, χωρίς σακάκι. Έχει βάλει τις παντόφλες του. Και κρατά στα χέρια του το μοντγκόμερι.

«Είναι υπέροχο!… Αλλά γιατί ξοδεύτηκες… Κι άλλωστε τα Χριστούγεννα δεν έχουν έρθει ακόμα…» την πλησιάζει, τη φιλά τώρα στα χείλια με ελαφρύ άγγιγμα των δικών του χειλιών… «Ελπίζω να μου κάνει. Αύριο το πρωί να το δοκιμάσω…» και επιστρέφει στο σαλόνι, ρίχνει σε μια πολυθρόνα εκεί γύρω το μοντγκόμερι, κάθεται στο τραπέζι, γεμίζει και το δικό του το ποτήρι με κόκκινο κρασί και το υψώνει…

«Διάβολε!… Το είχα ξεχάσει!» ξαφνικά φωνάζει. «Η επέτειός μας σήμερα; Έτσι δεν είναι;» Κάτι τον κάνει ακόμα να μην είναι σίγουρος πως σήμερα συμπληρώνει ο γάμος τους δέκα χρόνια.

Αλλά αναγνωρίζει πως δεν έχει καμιά δικαιολογία. Μα εντούτοις… και κάποιος ακόμα θα πρέπει να φταίει…

«Θα μπορούσε η μητέρα να μου το θύμιζε… Θα της κάνω παράπονα αύριο… Μα κι εσύ γιατί δε μου έλεγες κάτι το πρωί… Με τα τόσα που έχω στο κεφάλι μου…»

Το βλέμμα της Ανθής τον κάνει να σταματήσει.

«Με συγχωρείς;» της χαμογελά ίδια όπως ο γιος του ο Χάρης χαμογελά όταν τον πιάνουν να έχει κάνει μια αταξία…

«Έλα! Τρώγε… Μη νομίζεις, κι εγώ είμαι από το πρωί με έναν καφέ!» η Ανθή σερβίρει τη σαλάτα στα πιάτα.

«Στην υγειά μας!» εκείνος της τσουγκρίζει το ποτήρι. «Ας φάμε γρήγορα… Θέλω να επανορθώσω!»  Τώρα το χαμόγελό του έχει ενηλικιωθεί, της θυμίζει το χαμόγελο που είχε όταν τον πρωτοείδε στην ταράτσα της σχολής.

Ενώ τρώνε, ο Δημήτρης έχει βγάλει τη μια παντόφλα και με την άκρη του ντυμένου στην κάλτσα ποδιού του της χαϊδεύει τη γάμπα πάνω από το τζιν παντελόνι.

«Έχω και λεμονόπιτα!» τον ενημερώνει καθώς τον βλέπει να σηκώνεται από το τραπέζι και να πηγαίνει προς το μέρος της.

«Ας την αφήσουμε για μετά!» τη σφίγγει στην αγκαλιά του και τη φιλά.

Του ανταποδίδει το σφίξιμο και το φιλί.

Τελικά κάθε σκηνοθεσία είναι περιττή… Όλα ας γίνονται αυθόρμητα… Φτάνει να γίνονται! σκέφτεται η Ανθή καθώς ο Δημήτρης την τραβά προς την κρεβατοκάμαρα.

«Έρχομαι!… Δυο λεπτά μόνο!» του ξεφεύγει από την αγκαλιά και, καθώς κλείνει από πίσω της την πόρτα του μπάνιου, τον βλέπει πως έχει αρχίσει να βγάζει το πουκάμισο.

Τώρα η Ανθή στέκεται μπροστά στον καθρέφτη. Λοιπόν… Λοιπόν, ας πλύνει τα δόντια της… Και λίγο νερό να ρίξει στα σημεία του κορμιού της που εκείνου του αρέσει να παίζει μαζί τους.

Πέφτει το μοχέρ πουλόβερ και το παντελόνι, πέφτουν τα εσώρουχα γύρω από τα πόδια της και μέσα στην μπανιέρα αισθάνεται πως μπορεί να εμπιστεύεται ακόμα τα όνειρά της. Θα βρουν εκείνα τον τρόπο να τη γεμίσουν…

Σκουπίζεται με μια νέα πετσέτα και η μυρωδιά του νέου αφρόλουτρου την κάνει να αισιοδοξεί πως η επόμενη δεκαετία θα είναι…

Τι περιμένει από το αύριο;

Αφήνει αναπάντητο το ερώτημα και προχωρά στην κάμαρα.

Ο Δημήτρης, ημίγυμνος, έχει πέσει στη μεριά του και…

Ροχαλίζει.

Η Ανθή στέκεται άβουλη. Μόνο για κάποια δευτερόλεπτα.

Μετά σηκώνει το πάπλωμα από τη δικιά της μεριά του κρεβατιού και χώνεται από κάτω.

Λίγο πιο πριν είχε φροντίσει να κλείσει το φως. Τον Δημήτρη –αν και το σκέφτηκε– δεν τον σκέπασε με τα στρωσίδια.

 

 anoixi

Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα. Γράφει από τα παιδικά του χρόνια διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια, θεατρικά, μα και κριτικά σημειώματα.

Προσωπική  ιστοσελίδα  του Συγγραφέα και  Blog

 

 

 

2,300 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Το Literature.gr προτείνει: ”Το όνειρο” του Βασίλη Κατσαράκη

Όλα μοιάζουν ακίνητα. Και γαλήνια. Αφύσικα γαλήνια. Τα πάντα δείχνουν διαφορετικά από εδώ. Ο Παύλος το ξέρει. Και κάθε χρονική...

Close