Πτωχοπροδρομικά, – Ποίημα Δ’- Μια δημώδης αντικληρικαλιστική σάτιρα, του Μάριου Κυπαρίσση Μώρου

By  |  0 Comments

 

 1. Πτωχοπρόδρομος και Πτωχοπροδρομικά

 

Συνδεδεμένος με μια παραγωγή στα πλαίσια του ποιητικού κύκλου της Ειρήνης, ο Θεόδωρος Πρόδρομος, πέραν της λόγιας παραγωγής του, είχε και μία δημώδη, μόλις σκωπτική. Ο λόγος για τη συλλογή των τεσσάρων του ποιημάτων υπό το γενικό τίτλο Πτωχοπροδρομικά1. Μετά το θάνατο της ματρόνας του το 1123 (κατά άλλες πηγές το 1133) ο Πρόδρομος συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην αυλή του αυτοκράτορα Ιωάννη Β’, συνθέτοντας τα επίσημα εγκώμια στις εκάστοτε απαιτούμενες περιστάσεις2. Γύρω στο δεύτερο μισό του 12ου αιώνα, ενός αιώνα σταθμού στα βυζαντινά γράμματα, στις απαρχές της δημώδους γραμαμτείας3, ο Θεόδωρος Πρόδρομος πραγματοποιεί ένα άλμα και στρέφεται στη δημώδη ποίηση, και συγκεκριμένα στη μορφή της παρωδίας. Ωστόσο, θα πρέπει να αναφερθούμε και στη συγγραφή από μέρους του ενός μυθιστορήματος, λογίου μεν, αλλά συνομιλόν με εκείνα της δημώδους παραγωγής, Τα κατά Ροδάθνην και Δοσικλέα, που λογικά επηρέασε τη στροφή του αυτή. Το μυθιστόρημα του αυτό είναι γραμμένο στα πρότυπα εκείνων της Β’ Σοφιστικής, με τα ονόματα των πρωταγωνιστών του να το τιτλοφορούν. Γραμμένο σε βυζαντινό δωδεκασύλλαβο στίχο4, με επιπλέον προσθήκη εξαμέτρων επάνω στο παραδοσιακό αρχαιοπρεπές πρότυπο, το κείμενό του αρχικά παραγνωρίστηκε από την κριτική. Δε συνέβη όμως το ίδιο και με τα τέσσερα ποιήματά του που συγκροτούν την ενότητα των Πτωχοπροδρομικών. Στα τελευταία, δίνεται η ευκαιρία στον ποιητή να ενδυθεί τέσσερα διαφορετικά προσωπεία (βλ. παρακάτω για τη διάσταση προσώπου-προσωπείου στο Δ’ ποίημα), να μιλήσει για ζητήματα φλέγοντα, να εμπορευματοποιήσει τη δική του (;) ένδεια. Με επιφύλαξη η προσωπική του ένδεια, καθώς δεν έχει επιβεβαιωθεί εάν και ο ίδιος βρέθηκε σε παρόμοια κατάσταση. Η αυτή πληροφορία προκύπτει από το γεγονός της κουράς του πριν από το θάνατό του και της τελευτής του σαν επαίτης μοναχός. Η σχέση του Προδρόμου με την παρωδία μας είναι ακόμη γνωστή από την Κατομυομαχία την οποία συνέγραψε, διακωμωδώντας την αρχαία δομή του δράματος. Αριθμεί μόλις 384 στίχους, οπότε καθίσταται αδύνατη η αναπαράστασή της σε θέατρο· πιο πιθανή φαίνεται η ανάγνωσή της σε μειωμένου αριθμού ακροατήριο προς τέρψιν αυτού5. Αυτή η κόκκινη κλωστή της παρωδίας είναι που συρράπτει το έργο του αυτό με τα τέσσερα ποιήματα που θα εξετάσουμε.

Μία διάκριση η οποία πρέπει να γίνει πριν προχωρήσουμε: η έκδοση του Eideneier ακολουθεί τον Παρισινό κώδικα (στο εξής: Paris. 396), μόνο που το τρίτο κατά σειρά ποίημα σε αυτόν το τοποθετεί τελευταίο. Πριν περάσουμε στη διερεύνηση της σάτιρας και του αντικληρικαλισμού στο τέταρτο ποίημα, θα διατρέξουμε σύντομα την αφήγηση των άλλων τριών, για να καταλάβουμε καλύτερα το συμφρασεολογικό τους condext. Στο πρώτο (Paris. 396), με την αρχή: «Του Προδρόμου κυρού Θεοδώρου προς τον βασιλέα τον Μαυροιωάννην», παρακολουθούμε τα πάθη του αφηγητή από την κακή γυναίκα του6. Σε 274 ανομοικατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους ο αφηγητής διεκτραγωγεί την οικιακή κατάσταση: «Καθημερινά του υπερηφανεύεται για την υψηλή της καταγωγή και τον κατηγορεί για τη δική του φτωχική προέλευση, λέγοντάς του πως δεν είχε λεφτά όταν παντρεύτηκαν και ούτε τώρα κερδίζει σπουδαία πράγματα»7. Η μυθοπλαστική ιδιαιτερότητα του Προδρόμου αναδεικνύεται εξαιρετικά ευφάνταστη. Γκροτέσκες ιστορίες διανθίζουν το κείμενο: άλλοτε η γυναίκα του τον κλειδώνει απ’ έξω, άλλοτε τον κυνηγά με ένα σκουπόξυλο, άλλοτε που πεινάει αναγκάζεται παρενδυτικά να μπει σπίτι του και όταν ανακαλύπτεται διώκεται πυξ λαξ από τις σκάλες κ.ά. Ανάλογη είναι και η διάθεση στο δεύτερο ποίημα (Paris. 396), 117 στίχων, αφιερωμένο στο Σεβαστοκράτορα. Σε πρώτη ανάγνωση, ο αφηγητής παρωδεί την τραγική κατάσταση του ίδιου και της οικογένειάς του· ο πατρόνας του τον εγκατέλειψε, οπότε η ποίησή του δε μπορεί να του προσφέρει τα απαραίτητα προς το ζην. Ακολουθεί μία αναλυτική περιγραφή του νοικοκυριού τους, με αναφορά σε όλα τα οικοκυρικά σκεύη8, για να καταλήξει στο ζητούμενο της δεύτερης ανάγνωσης. Αν ο Σεβαστοκράτορας αποφασίσει να βοηθήσει τον Πρόδρομο αυτός θα πάψει να ζει σα ζητιάνος και στο εξής, οι στίχοι του θα υμνολογούν τον άνθρωπο που του χάρισε πλούσια τα αγαθά. Σε ένα σημείο, το οποίο και θα συνδέσουμε με το υπό εξέταση ποίημα, ο ποιητής αναφέρεται στην ασκητική υποδειγματική μορφή, αυτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ναι μεν, ο άγιος μπορούσε να τρέφεται με μέλι και ακρίδες στην έρημο, συντηρώντας νου και σώμα, αλλά ο αστός-λογοτέχνης αδυνατεί· εδώ, υπεισέρχεται το πρώτο στοιχείο σάτιρας, που θα προεκταθεί στο επόμενο ποίημα του Paris. 396 (το Δ’ για εμάς). Ο εκάστοτε αστός αδυνατεί να ακολουθήσει την παλαιοδιαθηκική νόρμα της εγκράτειας, της νηστείας, είτε αυτός είναι πολίτης, είτε κληρικός. Το τρίτο κατά σειράν ποίημα, το οποίο κι έχει απασχολήσει την κριτική περισσότερο9, είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον και ενδεικτικό για την κοινωνική κατάσταση του 12ου αιώνα στο Βυζάντιο10. Είναι μια εποχή ενός τεχνοκρατικού οργασμού, η αριστοκρατία του πνεύματος φθίνει και η τάξη των τεχνητών, ένα πρώιμο προλεταριακό στρώμα με διεκδικήσεις υψηλές, κάνει την εμφάνισή της. Είναι λογικό, οι μορφωμένοι άνθρωποι εκτός της αυλής, οι οποίοι είχαν αυξηθεί ραγδαία σε ένα διάστημα δύο αιώνων με λίγες μεγάλες συγκρούσεις (π.χ. Ματζικέρτ το 1071) και λίγες φυσικές καταστροφές. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα πνευματικό κορεσμό που συνεπάγεται η άνοδος της πνευματικής καλλιέργειας. Ο ποιητής, μορφωμένος ων, παραπονείται για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Άλλοτε βάδιζε επάνω σε ημίονο και τώρα περπατά, ενώ ο γιος του οικοδόμου κάνει το αντίθετο, γιοι εργατών αρχίζουν να σπουδάζουν, φορούν ρούχα και παπούτσια τελευταίας παραγωγής, ενώ εκείνος αναγκάζεται να μπαλώνει τα δικά του. Η αγανάκτησή του φθάνει σε σημείο να φωνάξει: «Ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, κι οπού τα θέλει»  (στ. 85). Είναι, τέλος, το ποίημα που γνώρισε τη μεγαλύτερη αποδοχή, αλλά και τις περισσότερες αντιγραφές, παραδιδόμενο σε πέντε χειρόγραφα.

Περνάμε στο τέταρτο για εμάς ποίημα, για να κλείσουμε την εισαγωγική ενότητα της παρουσίασης. Ο αφηγητής μας, ένας νεαρός μοναχός με το όνομα Ιλαρίων Πτωχοπρόδρομος («Έτεροι στίχοι Ιλαρίωνος μοναχού του Πτωχοπροδρόμου προς τον ευσεβέστατον βασιλέα κύριον Μανουήλ Πορφυρογέννητον, τον Κομνηνόν», η αρχή του ποιήματος) απευθύνεται στον αυτοκράτορα για να παραπονεθεί για την κατάσταση που επικρατεί στο μοναστήρι που εγκαταβιεί και να ζητήσει τη μετακίνησή του σε κάποιο πιο «παραδοσιακό». Αν θέλουμε να μιλήσουμε για αντικληρικαλιστικό μένος στο ποίημα αυτό πρέπει να λάβουμε υπ’  όψιν μια δευτεροαναγνωσιακή υπονόμευση του ίδιου του αφηγητή. Πρώτον, είναι νεαρός δόκιμος, οπότε άπειρος και αμαθής, χωρίς να κατάγεται από κάποια καλή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, κάτι που του υπενθυμίζεται διαρκώς, όταν αυτός σφάλλει, γινόμενος αποδέκτης ύβρεων και κακής συμπεριφοράς από τους ανωτέρους του, και δεύτερον, το παράπονό του δεν έγκειται στην τρυφή της ζωής του ηγουμένου και των ηγουμενοσυμβούλων, αλλά στη μη δική τυο δυνατότητα συμμετοχής. Είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, μια σάτιρα συγκεκαλυμμένη, υπονομευμένη από το ίδιο της το κείμενο. Λογικό, άλλωστε, αν σκεφθεί κανείς τη δύναμη της Εκκλησίας την ίδια εποχή11. Όλη η σάτιρά του στρέφεται κατά των ηγουμένων, υπονομεύοντας τη ρήση του Χριστού: «πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών». Οι ηγούμενοι καταπατούν κάθε ιερό κανόνα, κυκλοφορούν επάνω σε άλογα στην πόλη, αγοράζουν γλυκά, συνομιλούν με γυναίκες, τις αφήνουν έγκυες, ενώ τα απιδιά τους γίνονται κι αυτά ηγούμενοι. Ο Αυτοκράτορας πρέπει να τον θυμηθεί και να δράσει προς συμμόρφωσή τους, συνομιλώντας με το λόγιο κείμενο του Ευσταθίου.

 

  1. (Επ)Αναγνώσεις και επαναγραφές12

 

Αρχικά, θεωρούμε απαραίτητο να αιτιολογήσουμε την επιλογή του παρόντος κειμένου στα πλαίσια της βυζαντινής επικής ποίησης, λόγιας και δημώδους. Όντως, σε πρώτη ανάγνωση, το κείμενο μοιάζει να κινείται σε ένα χώρο εντελώς διαφορετικό με συνομήλικά του έργα, όπως ο Διγενής Ακρίτης και η σχέση του με την ηρωική ποίηση μοιάζει άτοπη. Οι σχέσεις μεταξύ της επικής ποίησης της δημώδους παραγωγής (Διγενής Ακρίτης) και των Πτωχοπροδρομικών έχουν ήδη επισημανθεί από τη διεθνή βιβλιογραφία13. Ενδεικτικά, αναφέρουμε τα χωρία των ποιημάτων του Προδρόμου στα οποία γίνεται λόγος για το Διγενή Ακρίτη:

 

Δ’ στ. 189: Ω τις Ακρίτης έτερος εκεί να ευρέθην τότε

                  Και τα ποδέας του να έμπηξεν, να επήρεν το ραβδί του

                 Και μέσα να εκατάβηκεν ευθύς ως αγουρίτσης

Γ’ στ.        να εμβώ εις την μέσην ως θρασύς, να δώσω και να επάρω

κ.ά.

 

Παράλληλα, διάφορες λέξεις που χρησιμοποιούνται στα Πτωχοπροδρομικά έχουν άμεση προέλευση από το κείμενο του Ακρίτη. Η χρήση τέτοιων λέξεων στον Πτωχοπρόδρομο προσδίδει στο έργο μια επιπλέον ειρωνική χροιά, καθώς η απόσταση μεταξύ του «ιδιώτη ήρωα, του πτωχού Προδρόμου» και του «βυζαντινού ήρωα» Ακρίτη μοιάζει χάσμα αγεφύρωτο. Εάν επιχειρήσουμε, χρησιμοποιώντας παρόμοιες αναφορές, να εξαγάγουμε συμπεράσματα για τη σχέση εξάρτησης του ενός έργου από το άλλο, εμπίπτουμε σε εικασίες, ακριβώς επειδή η ύπαρξη ενός πρωτογενούς υλικού ηρωικής ποίησης στο Βυζάντιο είναι αναμφισβήτητη. «Είναι όμως αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι ο Ακρίτης είναι ένας λαϊκός ήρωας της (γραπτής) ποίησης που παίρνει θέση και στην προφορική παράδοση. Οι ήρωες της λόγιας ποίησης είναι διαφορετικοί· στον λόγιο Θεόδωρο Πρόδρομο δεν συναντάμε κανέναν Ακρίτη»14.  

Αν περάσουμε τώρα να δούμε τις τελευταίες εγγραφές σχετικά με την ταυτότητα των ποιημάτων αυτών, θα παρακολουθήσουμε μια διάσταση απόψεων σχετικά, αρχικά, με την ταυτότητα του συγγραφέα και τον τρόπο με τον οποίο αυτή σκηνοθετείται στα ποιήματα. Η αντίδραση στην πρώτη έκδοσή τους το 1880 στη Γαλλία από τους E. Miller και E. Legrand ήταν πως τουλάχιστον δυο από αυτά ήταν αδύνατο να έχουν ως συγγραφέα τους το Θεόδωρο Πρόδρομο. Το πρώτο, που απευθύνεται στον αυτοκράτορα Μανουήλ τον Α’, αμφισβητήθηκε, καθώς ο Πρόδρομος την περίοδο εκείνη ήταν μικρός ηλικιακά και το δεύτερο, με χρονολογία περίπου γύρω στα 1170, όταν ο ποιητής είχε πεθάνει. Τα επιχειρήματα αυτά, εν μέρει, κάμφθηκαν αργότερα με τις κριτικές εκδόσεις του έργου, όταν και προέκυψαν άλλα, κριτικής και αφηγηματολογικής φύσεως. Για τα μεν πρώτα παραπέμπουμε στο Kazhdan [2007]15, ενώ τα δεύτερα θα τα προσεγγίσουμε παραλληλίζοντάς τα με βιογραφικές λεπτομέρειες του Προδρόμου.

Το πρώτο ερώτημα που τέθηκε από την κριτική ήταν: ποιός ήταν ο άνθρωπος Θεόδωρος Πρόδρομος, ποιός ο αφηγητής και ποια η μεταχειριζόμενη persona, κατά πόσο δηλαδή η ζωή του Προδρόμους σχετίζεται με τα όσα γράφει. Η πλέον κατατοπιστική απάντηση δόθηκε από την Πολωνή φιλόλογο και μελετητήτου Θ. Προδρόμου H. Kapessowa. Η Kapessowa θεωρεί τον Πρόδρομο ένα ξεριζωμένο λογοτέχνη από την αυλή του 12ου αιώνα, ένα λογοτέχνη που αναγκάζεται να βιοποριστεί ερχόμενος σε σύγκρουση με τους ομότακτούς του, μη δυνάμενος να ακολουθήσει τον εσφαλμένο τρόπο ζωής του. Τα ποιήματά του επομένως είναι μια κριτική σάτιρα ηθών κι ανθρώπων του 12ου αιώνα και ως τέτοια πρέπει να διαβάζονται. Είδαμε πως στα Πτωχοπροδρομικά, ο ποιητής παραπονιέται για τη φτώχεια του, ικετεύει για αυτοκρατορικά δώρα. Ακόμη κι όταν υμνεί τις αυτοκρατορικές νίκες, καταφέρνει να βρει μια γωνιά για τον εαυτό του, είναι ένας εγωκεντρικός ωφελιμιστής λογοτέχνης. Πώς όμως τότε λειτουργούν αυτές του οι διαρκείς εκκλήσεις; Μάλλον, συμπεραίνουμε, οι διαρκείς εκκλήσεις για βοήθεια, οι ακατάπαυστες υπενθυμίσεις για τα δεινά του, είναι φαινόμενα λογοτεχνικής και όχι μόνο βιογραφικής σημασίας. Αντανακλούν και αναπτύσσουν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και σημαντικές αλλαγές που συνέβησαν στη Βυζαντινή λογοτεχνία κατά τους 11ο και 12ο αιώνες, την εισαγωγή, δηλαδή, της «προσωπικότητας του συγγραφέα»16 στο έργο του, την εισαγωγή των προσωπικών του συναισθημάτων.

Κλείνοντας με την ενότητα της κριτικής τους πρόσληψης και ως αρμό με την επόμενη ενότητα για μια δεύτερη ανάγνωση των τεσσάρων ποιημάτων, διαβάζουμε την άποψη του R. Beaton [1996] για την επαναξιολόγηση του κειμένου:

 

«Ο Πρόδρομος είναι, πιθανότατα, ο συγγραφέας μιας σειράς διάσπαρτων επαιτικών ποιημάτων που είναι γνωστά κάτω από το συλλογικό τίτλο Πτωχοπροδρομικά. […] Σε καθένα από αυτά τα ποιήματα η σκαμπρόζικη, μυθοπλαστική διήγηση, με έντονο σατυρικό χαρακτήρα, πλαισιώνεται ή υπογραμμίζεται από επισημότερες εκκλήσεις στο μελλοντικό χορηγό σε μεικτή γλώσσα, στις οποίες υιοθετείται το ρητορικό ύφος που βρίσκουμε συχνά στην ποίηση που γραφόταν στην αυλή των Κομνηνών»17

 

  Βέβαια, ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται να γίνει και στον Πρόδρομο ως γλωσσικό κεφάλαιο, καθώς απασχόλησε αυτή του η όψη τη σύγχρονη έρευνα. Μέχρι πρότινος, οι μελετητές προσέγγιζαν μόνο τη λόγια έκφραση του Προδρόμου, την αυστηρά προσκείμενη στον αυλικό βερμπαλισμό της εποχής, παραλείποντας από τις μελέτες του τη δημώδη γλώσσα, κυρίαρχη στα Πτωχοπροδρομικά. Η κοινή, βέβαια, του Προδρόμου πρέπει  να αναγνωσθεί ως μία τεχνική γλώσσα, ποιητική, με μόνο αυτοσκοπό την καλλιέργεια ενός αισθητικού αποτελέσματος· εν ολίγοις, ο ρόλος που επιτελεί είναι απλά αισθητικός, χωρίς να ξεφεύγει από μια δημώδη καλλιλογία. Έχουμε να κάνουμε με ένα «ποιητάρη»18, που γνωρίζει τον ορίζοντα προσδοκιών του κοινού του (γλωσσικό και αισθητικό) και ανταποκρίνεται αναλόγως σε μία γλώσσα που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε πρώιμη κοινή των ποιητών. Πρώτος ο Αλεξίου μίλησε για την ιδιαιτερότητα της γλωσσικής φύσης του Προδρόμου, εντάσσοντάς την στη λόγια μεικτή γλώσσα. Ιδιαίτερη σημασία έχει, ωστόσο, ο χαρακτηρισμός του Προδρόμου ως «ποιητή/αναγνώστη»· αν ο Πρόδρομος πρωτοτυπεί, το κάνει γιατί έχει αφομοιώσει μία παλαιότερη λογοτεχνία, αυτή των ασμάτων του δρόμου, των λαϊκότερων συνθέσεων της Βασιλεύουσας. Επάνω σε αυτό το υλικό χτίζει τη δική του γλώσσα, συνθέτει ένα υβρίδιο λόγιας παλατινής κα δημώδους γλώσσας, στην οποία γράφει και τα Πτωχοπροδρομικά.

 

  1. Κείμενο19

 

 

[ Στους στ. 1 – 37 έχουμε την αποστροφή στον αποδέκτη του ποιήματος, στον ίδιος τον Αυτοκράτορα, και την αυτοπαρουσίαση του ποιητή· είναι ένας μοναχός, ο οποίος λαμβάνει το θάρρος ν αναφέρει με πολλή συστολή στον Αυτοκράτορά του τα όσα έχει δει και τον σκανδάλισαν. Στους περισσότερους στίχους πλέκεται ένα εγκώμιο στον «λέοντα κύρη και βασιλέα» και μέσω παρομοιώσεων ο ποιητής παρουσιάζεται ως «μέρμυξ», σε αντιδιαστολή με τους παλαιότερους φιλοσόφους και ρήτορες που μπορούσαν με πλήρη ελευθερία αν αναφερθούν σε ζητήματα φλέγοντα]

 

Οπόταν εις ενθύμησιν έλθω των ηγουμένων,

Ότι κακείνοι, δέσποτα, άρχουσι παρανόμως

Και παρά την διάταξιν πατρός του πανοσίου,   40

Πατήρ υιός το κάκιστον ζεύγος, ω θεία δίκη,

Και καθαρώς τα παρ’ αυτών γενόμενα σκοπήσω,

Άλλος εξ άλλου γίνομαι και τήκομαι τας φρένας

Και τρέχω προς απόγνωσιν πεσείν εξ αθυμίας  

 

Μπορεί σε πρώτη ανάγνωση του «προοιμίου» του ποιήματος, ο μοναχός να κερδίζει τη συμπάθεια (την αυτοκρατορική και την αναγνωστική), ωστόσο, όπως προείπαμε, δεν ήταν δυνατό το ιερατείο της αυλής να ανεχόταν μία τέτοια φωνή ενός μοναχού· ο ποιητής πρέπει να βρει τρόπο να αποδομήσει και να υπονομεύσει την αφηγηματική φωνή.

 

Όταν εξέλθω καν μικρόν από την εκκλησίαν   45

Και ραθυμήσω πως ποτε και λείψω από τον όρθρον,

Ου φέρειν όλως δύναμαι τας προσταγάς εκείνων,

Το «πού ήτον εις το κάθισμαν, ψωμίν μηδέν τον δώσουν»,

Και «που ήτον εις τον εσπερινόν, ας τον εκβάλουν έξω»,

Το «στήκε ψάλλε από ψυχής», το «φώναζε μεγάλως,   50

Μη συντυχαίνης, πρόσεχε, καν όλως τον οδείνα,

Μη μουρμουρίζεις, πρόσεχε και μη ξηροχασμάσαι,

Μη τρίβεσαι, μη κνήθεσθαι, μη περιψουψουρίζης,

εξάφες τα συχνά λουτρά, καλόγηρος τυγχάνεις,

 

Από το στίχο 54 έως και το στίχο 129, ακολουθεί μία σωρεία βασάνων, τα οποία αναγκάζεται να υπομείνει ο νεαρός δόκιμος. Έτσι, τον παρατηρούν που κουρεύεται20, που συχνάζει στα λουτρά, που μιλάει με τους αδελφούς της μονής, που φορεί ράσο τρίχινο και όχι μεταξωτό· εδώ, δίνεται η πρώτη ευκαιρία στον δόκιμό μας να αντιπαραβάλλει εαυτόν και ένα άλλο δόκιμο, γόνου όμως αρχοντικής οικογένειας, αλλά και γενικά άλλος αδελφούς της μονής που απολαμβάνουν προνομίων. Μιλά ο ηγούμενος, παρατηρώντας τον επειδή διαμαρτυρήθηκε:

 

Μη βλέπης το τρανότερον το μερτικόν εκείνο,    63

 Εκείνος ενί πρωτοπαπάς και συ παρεκκλησιάρχης,

Εκείνος ενί δομέστικος και συ ‘σαι κανονάρχος,   65

Εκείνος ενί λογαριαστής και συ ‘σαι θερμοδότης,

Εκείνος ενί παλατιανός  και συ ‘σαι λεβετάρης,

Εκείνος ενί ορριράριος και συ ‘σαι σκυβαλοφύλαξ,

Εκείνος οικονόμος εν και συ ‘σαι κοπροξύστης,

Εκείνος εν γραμαμτικός, τεχνίτης, αναγνώστης,   70

Κι εσύ ουδέ τον αλφάβητον εξεύρεις συλλαβίσαι

[…]

 

Αν μεταφέρουμε την προβληματική στη σκέψη του μέσου αναγνώστη του 11ου αιώνα21, προκύπτει το ερώτημα: πώς βλέπει ο Βυζαντινός πολίτης την εποχή της κομνήνειας αναγέννησης την κατάχρηση αυτή; Μάλλον σύνθετο ερώτημα· αλλά θα σταθούμε και πάλι στην αυτό-υπονομευτική φύση του ποιήματος, για να απαντήσουμε. Ο νεαρός δόκιμος αδυνατεί να συλλάβει την άνιση μεταχείριση που προκύπτει από την κατανομή των οφικίων (oficium= αξίωμα κληρικού ή πολιτικού), την δύναμη όμως, των οποίων οι Βυζαντινοί γνώριζαν καλά. Οπότε, έχουμε να κάνουμε με ένα δόκιμο μοναχό που αμφισβητεί τις δομές της ίδιας της κοινωνίας που ζει; Η απάντηση είναι ναι και όχι συνάμα. Στα πλαίσια της κληρικαλιστικής σάτιρας, οποιαδήποτε ιδεολογία πνίγεται στο γέλιο των ακροατών.

Από το στίχο 130 έως και τον 159 εξακολουθούν τα παράπονα του δόκιμου για τη συμπεριφορά, αυτή τη φορά, των αδελφών της μονής: δεν του παρέχουν καμία άνεση, ούτε και τις απαραίτητες προς το ζην (σαπούνι να πλυθεί όταν είναι άρρωστος, δέρμα για να επιδιορθώσει τα υποδήματά του), αλλά και τον αποκόπτουν από την όποια επικοινωνία με τους δικούς του· εδώ και πάλι θα εντοπίσουμε την υπονομευτική διάθεση του Προδρόμου (ετεροκατευθυνόμενη πάντα), όταν ο δόκιμος ζητήσει άλογο, είτε για να επισκεφθεί ένα φίλο του, είτε την οικογένειά του. Στη δεύτερη περίπτωση λέει:

 

Άπαξ τον χρόνον άλογον πολλάκις εάν ζητήσω   155

Να υπάγω, να ίδω φίλον μου, μικρόν να τσατσαρίσω,

Και να φανώ εις τους γείτονας ότι είμαι καβαλάρης […]

 

Με αυτό το «φανώ» το αίτημά του γίνεται ωφελιμιστικό, έχει ως στόχο την επίδειξη, απέχει δηλαδή, πολύ από τον τρόπο που έπρεπε να ζει και σκέφτεται ένας υποψήφιος μοναχός. Το αίτημα του αλόγου εμφανίζεται και σε προηγούμενους στίχους (στ. 74-75) όπου ο μοναχός που έχει το ελεύθερο να «καβαλικέψει» εγκαταβιεί στη μονή πλέον των δεκαπέντε ετών, ενώ αυτός έχει μόνο ένα εξάμηνο δόκιμος. Κρατώντας την τελευταία χρονική λεπτομέρεια, μπορούμε να μιλήσουμε και για υπερβολή από μέρους του αφηγητή, καθώς μέσα σε ένα εξάμηνο ζήτησε πολλές φορές να πλυθεί για αρρώστιες, τα σανδάλια του έλιωσαν22 και ζήτησε και άλογο για κατ’ οίκον επισκέψεις, που μάλλον ταιριάζουν σε ένα κοσμικό τρόπο ζωής.

Συνεχίζουμε την ανάγνωση και περνάμε στην ώρα της τραπέζης· διαβάζουμε:

 

Ω, τις υποίσει καθοράν τα πλήθη των ιχθύων    168

Τοις ηγουμένοις έμπροσθεν βαλλόμενα συχνάκις,

Τα μεν εις τον εγκλειστιανόν, εις τον πατέρα λέγω,   170

Τα δ’ άλλα πάλιν αλλαχού, προς τον υιόν εκείνου.

 

Τους στίχους ακολουθεί μια παράθεση των εδεσμάτων που ο ηγούμενος και οι ηγουμενοσύμβουλοι απολαμβάνουν:

 

Πρώτον διαβαίνει το εκζεστόν ψητόπουλον μπρουδάτον,

 και τότε το περέχυμαν, μαζός βαβαλισμένος,

 και τρίτον οξινόγλυκος κροκάτη μαγειρεία

έχουσα στάχος, σύσγουδον, καρυόφαλον, τριψίδιν,   175

αμανιτάριν, όξος τε και μέλιν εις το ακάπνιν,

και απέσω κείται κόκκινος μεγάλη φιλομήλα,

και κέφαλος τρισπίθαμος αβγάτος εκ το Ρήγιν,

και συαγρίδα πεπανή, θεέ μου, μαγειρεία!

 

Αυτά, ως το στίχο 189, οπότε, αφού παρήλασαν μπροστά στα αναγνωστικά μάτια τα πέντε πιάτα του μοναχικού γεύματος με την ανάλογη ποσότητα οίνου, ο δόκιμος εξανίσταται και επικαλείται, αρχικά το Διγενή να έλθει να «τους συντρίψει» και στη συνέχεια, δηλώνει την αγανάκτησή του με όλο αυτό και ζητά ο ίδιος να σηκωθεί και να τιμωρήσει αυτή την κατάφωρη αδικία. Γιατί, όμως, αδικία; Οι δυνάμεις που υποκινούν το ξέσπασμα του δοκίμου είναι κεντρομόλες, δηλαδή δεν αποσκοπούν στο να βοηθηθούν οι αναξιοπαθούντες, αλλά να ικανοποιήσει ο ίδιος τη λαιμαργία του. Για τους επόμενους εικοσιτέσσερις στίχους (201-225) θα εξακολουθήσει η παράθεση των βρωμάτων της μοναχικής τραπέζης και το παράπονο του μοναχού:

 

Εκίνησαν τα σάλια μου, Χριστέ, να την επιάσα

Χριστέ, να την επέπεσα καθά ήτον φουσκωμένη   220

Να εκάθισα εις το πλάγιν της, να ηρξάμην ρουκανίζειν,

Να εχρίσθην το μυοστάκιν μου, να εκόλλησεν λιγδίτσα,

Να ογκώθην η κοιλία μου, να ηπλώθην η ψυχή μου·

 

Θα ακολουθήσει η αναφορά των ποτών που συνοδεύουν την μοναχική τράπεζα, κρασιού κυρίως, το οποίο ο δόκιμός μας δεν μπόρεσε να γευθεί, καθώς είναι προνόμιο μόνο του ηγουμενοσυμβουλίου, και εάν κανείς μοναχός προσπαθήσει να παραπονεθεί,

 

Αυτίκα γαρ ανάρπαστον σηκώνουν τον αθλίως

Και ως ίνα τον εκβάλωσι την πόρταν, καν ου θέλει,   255

Βίτσαν συνάγει και ημισή ο κακοδιοικημένος.

 

Αφήνοντας, τώρα, πίσω τη μοναχική τράπεζα, ο νεαρός δόκιμος θα μιλήσει για τη μη συμμόρφωση του ηγουμένου στις υποδείξεις, κανονικές και αυτοκρατορικές:

 

Ε, πώς ου πάσσω κεφαλή κόνιν και τίλλω τρίχας

Το τυπικόν του κτήτορος ορών ημελημένον   275

Και πάσαν την συνήθειαν την θείαν εξωσμένην,

Βασιλικά προστάγματα, συνοδικάς τε κρίσεις,

Εις μάτην προσγινόμενα και καταφρονημένα

Και μη διόρθωσίν τινα δυνάμενα ποιήσαι.

 

για να αποταθεί αμέσως στον Αυτοκράτορα, καλώντας τον να ερευνήσει τα λεγόμενά του, για να δώσει με τη σειρά του «την εκδίκησιν τοις νυν ηδικοιμένοις» (282).

[Στους στίχους 285 – 428, εξακολουθούν οι αναφορές στα εδέσματα του μοναχικού διαιτολογίου, τα οποία, φαίνεται, μόνο ορισμένοι παρά τον ηγούμενο να απολαμβάνουν. Ο δόκιμός μας έχει αγανακτήσει· ενδιαφέρον παρουσιάζει η δομή του λόγου του επάνω σε αντιθετικά ζεύγη που αντιπαραβάλλουν τη δική του κατάσταση με εκείνη των «προνομιούχων» αδελφών της μονής. Π.χ. :

 

εγώ ψοφώ από του λιμού και εκείνοι με σπαστρεύουν,

εκείνοι τρώγουν βατραχούς, ημείς δε το αγιοζούμιν,

εκείνοι πάντα πίνουσιν το χιώτικον εις κόρον   395

[…]

 

Βυζαντινά εδέσματα και πιοτά, ορεκτικά και ποικίλα γλύκα παρελαύνουν στους στίχους αυτούς, όλα συνοδευμένα από το παράπονο του μη δύνασθαι συμμετέχειν. Ο εγωιστής αφηγητής ορέγεται την τράπεζα του ηγουμένου και τα πλουσιοπάροχά της πιάτα. Αν γράφει στον Αυτοκράτορα, το κάνει μόνο γιατί ο ίδιος αποκλείεται από αυτή.]

Ενδιαφέρουσα είναι και η αποκάλυψη ενός τεχνάσματος που οι «αδικημένοι» νεαροί δόκιμοι εφήυραν για να μπορούν να εξέρχονται της μονής, χωρίς να τους ενοχλούν και να συναναστρέφονται κοσμικούς. Αυτοί, λοιπόν, παραπονούνται στον ηγούμενο, πως χρειάζονται διάφορα είδη πρώτης ανάγκης από την αγορά κι έτσι δύνανται να αναμιχθούν με λαϊκούς.

 

«Πάτερ, πετσίν ουδέν έχω, να ανάβω να αγοράσω   440

και μελανίτσιν ολιγόν, και τώρα για όπου φθάνω».

«Πάτερ, τον πόδα μου πονώ, να ανάβω εις τον ξενώνα,

ίνα τον δείξω ιατρόν, και τώρα για όπου φθάνω».

Ἑκόπην το ζωνάρι μου, να ανάβω να αγοράσω,

Και χρήζω και καλίγια, και τώρα για όπου φθάνω».   445

«Πάτερ, ρογεύει ο βασιλεύς όλα τα μοναστήρια

ας δράμω, ας ίδω τι διδώ, και τώρα για όπου φθάνω».

«Πάτερ, πανίτσιν έδωκα προχθές εις τον βαφέα,

ας δράμω να το αφέλωμαι, και τώρα για όπου φθάνω».

[…]

Ταύτα λαλούντες έχομεν μικράν παρηγορίαν   460

Εκ της μονής εκβαίνοντες και βλέπομεν τον κόσμον

Και παρηγόρημαν λαμπρόν ευρίσκομεν δαμάκιν.

 

Βέβαια, το τέχνασμα αυτό θα το αντιληφθούν οι επιστάτες της μονής και θα ακολουθήσει ένα υβρεολόγιο κατά του δοκίμου:

 

Ουκ είσαι εηγενικόπουλον ουδέ από των ενδόξων

Ουδ’ έφερες τα κτήματα εις την μονήν κι ορίζεις,

Καλογεράκιν ταπεινόν ομοιάζεις μουτευμένον,

Φθειριάρικον κοντριάρικον, πτωχόν, απολεσμένον,   470

Εκδούριν παλαιοκάλιγον, ορνίθιν κορυζιάρην,

[…]

 

Το κείμενο σιγά –σιγά κλείνει· ο μοναχός έχει σχεδόν περιγράψει όλες τις κακοτοπιές της μοναχικής του εξαμηνιαίας εμπειρίας. Υπενθυμίζει στον Αυτοκράτορα πως δεν είναι μόνος του, αλλά πρέπει να τον δεχθεί ως φορέα μιας συλλογικής διαμαρτυρομένης φωνής πολλών μοναχών. Είναι εν ολίγοις ο νεαρός δόκιμος ο πρωτοστάτης ενός δηκτικού χορού, μιας ανατρεπτικής τάσης με σκοπό την κάθαρση; Μάλλον όχι. Και μάλλον, στην ίδια κατηγορία θα πρέπει να εντάξουμε και τους έτερους «χορευτές», σε μια κατηγορία αυτουπονομευόμενη από μια αρχομανία και εγωισμό αντί για χριστιανικά αλτρουιστικά κίνητρα.

Μένει μόνο το τελευταίο του παράπονο πριν την τελική αποστροφή στον Αυτοκράτορα, εκείνο που αφορά τις περιπτώσεις αρρωστιών αδελφών της μονής, αλλά και του ηγουμένου:

 

Εάν αρρωστήση ο ηγούμενος ή πόνος τον πιάση,

Κράζουν γοργόν τους ιατρούς, τον δείνα και τον δείνα,

Έρχονται, βλέπουσιν ευθύς, κρατούσι τον σφυγμόν του,   565

Ορώσιν και τα σκύβαλα μετά του υαλίου,

[…]

σπουδάζουσιν [οι εντεταλμένοι μοναχοί] να εύρουσιν ψησσόπουλα ή

 βάτους,

φιλομηλίτσαν τρυφεράν, κωβίδα και γαλέας,

γοργόν να μαγειρεύουσιν συν πάσαις αρτυσίαις,   570

[…]

 

Αν δ’ αρρωστήση τις ημών ή πόνος τον πιάση,

Γίνεται ο ηγούμενος ιατρός και ταύτα παραγγέλει·

«Ημέρας τρεις ας κοίτεται και νηστικός ας διάβη,   590

μήνα ‘λαφρώση ο στόμαχος εκ της πολυφαγίας,

και τότε να ποιήσωμεν ιατρείαν εκδεχομένην·

μετά δε την συμπλήρωσιν των ημερών ων είπον,

ψυχίτσας ζεματίσετε μικράς εις το γαβίθιν

και κόψετε ψιλούτσικον κεφάλιν κρομμυδίου,   595

[…]

 

Φαίνεται, πως η σχέση του νεαρού δοκίμου με το φαγητό είναι ψυχωτική, καθώς γύρω από αυτό περιστρέφονται όλα του τα παράπονα. Το ποίημα έχει τελειώσει. Ο δόκιμος Ιλαρίων κατέθεσε τα παράπονά του· πλέον είναι στην αυτοκρατορική ευχέρεια εάν θα δοθεί κάποια λύση στο πρόβλημά του:

 

Το της πορφύρας βλάστημα, παντάναξ, τροπαιούχε

Και τείχος απροσμάχητον τήσδε της Βυζαντίδος,

Ιδού λοιπόν τας μάστιγας, ας είρηκα, μη φέρων

Αυτός εξήλθον της μονής του κυρού Φιλοθέου,   640

Δι’ άσπερ είπον άνωθεν πολλάς παρανομίας,

Και προς την σην κατέφυγα μετά δακρύων σκέπη.

[…]

Ου γαρ υπέρογκα ζητώ, δέσποτα στεφηφόρε,   650

Να λάβω την απόφασιν ευθύς της αθυμίας.

Ψωμίν ζητώ τω κράτει σου ολίγον κομματίτσιν,

Εις ην η βασιλεία σου μονήν με παραπέμψει.

[…]

 

Διατρέξαμε σε αυτές τις σελίδες τους 600 και πλέον στίχους του Δ’ ποιήματος των Πτωχοπροδρομικών, του Θεοδώρου Προδρόμου. Αυτό που έγινε προσπάθεια να καταδειχθεί από τη μελέτη ενός μέλους της βυζαντινής δημώδους γραμματείας είναι η σχέση που ανέπτυσσαν αφ’ ενός μέλη της βασιλικής αυλής με την προγενέστερη σατιρική παράδοση και αφ’ ετέρου οι συστοιχίες της τελευταίας με τη σκέψη του μέσου βυζαντινού πολίτη. Αν ο Θεόδωρο Πρόδρομος κινήθηκε από προσωπική εμπάθεια, ή εάν αυτό καλύπτει το κενό που αφήνουν τα τρία προηγούμενα ποιήματα, που καταπιάνονται με θέματα κοσμικά, δεν το γνωρίζουμε. Αυτό που εύκολα διακρίνουμε είναι η αισθητική αξία ενός τέτοιου ποιήματος, γραμμένο κατά την κομνήνειο αναγέννηση, απευθυνόμενο στις υψηλές τάξεις, με περιεχόμενο μόλις αντικληρικαλιστικό.

  1. Hans Eideneier, Πτωχοπρόδρομος, Π.Ε.Κ., Ηράκλειο 2012
  2. Jan Olof Rosenquist, Η βυζαντινή λογοτεχνία από τον 6ο αιώνα ως την άλωση της Κωνσταντινούπολης, Κανάκης, Αθήνα, 2008, σελ. 169-173, για την αναλυτική παρουσίαση της εργοβιογραφίας του και Herbert Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία, τόμος Β’ σελ. 390, όπου δίνεται περισσότερη βαρύτητα στη λόγιά του παραγωγή. Για μια επανεξέταση της λογοτεχνικής φυσιογνωμίας του Θεόδωρου Προδρόμου στο σύνολό της βλ. Alexander Kazhdan – Simon Franklin, Μελέτες στη βυζαντινή λογοτεχνία του 11ου και 12ου αιώνα, Παπαδήμας, Αθήνα, 2007 σελ. 97-128 Για το μυθιστόρημα του Θεοδώρου Προδρόμου βλ. R. Beaton, Η ερωτική μυθιστορία του ελληνικού μεσαίωνα, Καρδαμήτσα, Αθήνα, 1996 σελ. 130-131
  3. Hans-Georg Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1999
  4. Για μία σχεδόν αναλυτική παρουσίαση του βυζαντινού δωδεκασύλλαβου στίχου, παράλληλα με τους άλλους σε χρήση την εποχή την οποία εξετάζουμε βλ. Κωνσταντίνος Παίδας, Εισαγωγή στη βυζαντινή ποίηση, Γρηγόρη, Αθήνα, 2006, σελ. 85 κ.έ.
  5. Γνωρίζουμε πως τα πρότυπα του έργου του είναι τουλάχιστον τετραπλάσια σε μέγεθος, επομένως μοιάζει πιο σίγουρη μια υπόθεση ανάγνωσης σε κάποια συνάθροιση, ή απλώς μια άσκηση από μέρους του Προδρόμου στον παρωδικό χαρακτήρα της ποίησης τον οποίο θα τελειοποιήσει στα ποιήματα που θα εξετάσουμε.
  6. Στα ίδια πλαίσια εντάσσονται αργότερα τα ποιήματα που ανήκουν στην κατηγορία της σάτιρας των γυναικών, της λεγόμενης «Καθρέπτης γυναικών». Αναφέρουμε ενδεικτικά: «Η κακοπαντρεμένη», «Ο πτωχολέων», «Ο έπαινος των γυναικών», εκδεδομένα πρόσφατα από το ΙΝΣ στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας» σε επιμέλεια Arnold van Gemert
  7. Beck [1999] sel. 171
  8. Η αναλυτική περιγραφή του σπιτιού θυμίζει εκείνη της Βοσκοπούλας βλ. Στυλιανός Αλεξίου, Μπεργαδής, Απόκοπος – Η βοσκοπούλα, ΕΣΤΙΑ, Αθήνα, 2007, στ. 157 κ.έ.
  9. Για την πρόσληψη του εν λόγω κειμένου βλ. ενδεικτικά Στ. Αλεξίου, Διορθωτικά στον Πτωχοπρόδρομο, στο Ροδωνιά τομ. 1 σελ. 1-5, A.R. Dyck, Ptochoprodromos, Δ’ Ανάθεμαν τα γράμματα and related texts, BF, τόμ. 15, σελ. 45-52 κ.ά. Η τελευταία έκδοση του Eideneier περιέχει αναλυτικό βιβλιογραφικό δελτίο με τις τελευταίες προσθήκες στις σελίδες xvii-xxxv, όπου και παραπέμπουμε
  10. Για ένα κοινωνικο-ιστορικό condext Της εποχής βλ. Ελένη Γλύκατη-Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2009 και αρχ. Τύχων Σεβκούνωφ, Η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας, το βυζαντινό μάθημα, εκδ. Ρομφαίας, Αθήνα, 2006.
  11. Θ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΣΩΤΗΡ, Αθήνα, 1964, σελ. 56-114
  12. Οι παράγραφοι της παρούσας ενότητας προέκυψαν από την ανάγνωση των σελίδων του Kazhdan [2007] 97-128
  13. Για την ελληνική βιβλιογραφία βλ. Στ. Αλεξίου, Ακριτικά – Το πρόβλημα της εγκυρότητας του κειμένου Ε- χρονολόγηση – Αποκατάσταση χωρίων- Ερμηνευτικά, Π.Ε.Κ. Ηράκλειο, 1979 και για ξενόγλωσση, ενδεικτικά: D. Ricks, Byzantine Heroic poetry, Μπρίστολ, 1990 κ.ά.
  14. Eideneier [2012] σελ.137
  15. Kazhdan [2007] σελ. 98-116
  16. Ό.π. σελ. 126
  17. Beaton ό. σημ. 2, σελ. 130
  18. Ο όρος «ποιητάρης» που εδώ χρησιμοποιείται απέχει από τους Κυπρίους ποιητάρηδες της πρώιμης λογοτεχνίας (βλ. Γιώργος Κεχαγιόγλου, Λευτέρης Πανταλέων, Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου, Λευκωσία, 2010)· είναι η προσπάθεια να αποδοθεί ο γερμανικός όρος “Dichtersänger”, τον οποίο αποδίδουμε συνήθως ως «ποιητής/καλλιτέχνης»
  19. Ό. σημ. 1, σελ. 197-236
  20. Για τις συνήθειες των Βυζαντινών περί κομμώσεως (και των μοναχών), βλ. Φαίδων Κουκουλές, Η κώμμωση των Βυζαντινών, Επετηρίς Εταιρίας Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 1933
  21. Η ανάγνωση των Πτωχοπροδρομικών αυτή, δεν αποδέχεται το μύθο του μέσου αναγνώστη και της όποιας συμμόρφωσης του λογοτεχνικού κοινού σε κανόνες. Απλά, για να υπάρχει ένα κοινό condext επικοινωνίας χρησιμοποιεί τον όρο, μόλις καταχρηστικά.
  22. Γνωρίζουμε πως ο τρόπος κατασκευής των μοναχικών υποδημάτων, δεν απείχε πολύ από τον αντίστοιχο της Δύσης. Πρέπει να φανταστούμε τα υποδήματά τους φτιαγμένα από σκληρό δέρμα, στο πρότυπο των αποστολικών επιταγών, για να μπορούν να βαδίζουν «κηρύττοντες εις πάντα τα έθνη», κάτι που εδώ αίρεται.

37,417 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Ο Φραντς δεν ήταν ένα μυρμήγκι, του Δημήτρη Σωτάκη

Κάποτε στο Μπράιτον της Μ. Βρετανίας, είχα γνωρίσει έναν Γερμανό, εργάτη σε ένα εργοστάσιο, κάπου σε ένα προάστιο της πόλης....

Close