Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, «Όλοι οι Άνθρωποι είναι Θνητοί», του Δημήτρη Μαραντίδη

By  |  0 Comments

Όταν με ξύπνησαν ο κόσμος ήταν πάντα ίδιος. Τους είπα : «Κοιμήθηκα εξήντα χρόνια». Τότε με έβαλαν σ’ ένα άσυλο. Δε μου ήταν δυσάρεστο.

-Μη διηγιόσαστε τόσο  γρήγορα, είπε η Ρεζίν.

Ξαφνικά σε μια  πόλη της αναγεννησιακής Ιταλίας  γεννιέται ένας άνθρωπος με το όνομα Ρεμόν Φόσκα. Όπως όλοι οι άνθρωποι της εποχής του δέχεται την εξουσία έτσι όπως είναι θεμελιωμένη γύρω του μέχρι τη στιγμή που του γεννιέται η φιλοδοξία. Αρνούμενος τον αναμενόμενο θάνατο, μοίρα όλων των θνητών πλασμάτων, πίνει το ελιξίριο της αθανασίας. Ο Φόσκα κυβερνήτης πια της μικρής Καρμόνα είναι αθάνατος. Ο Θάνατος, ένας διαχρονικά τρόμος των θνητών πλασμάτων παύει να τον φοβίζει. Tώρα μπορεί να φέρει εις πέρας όλα όσα θα ήθελε στην ζωή. Κατακτά όλες τις γύρω πόλεις, γίνεται ξακουστός, αποκτά φήμη. Έρχεται σε επαφή με τον βασιλιά της Γαλλίας, γίνεται σύμβουλος του Αυτοκράτορα Καρόλου του Πέμπτου, ταξιδεύει στην Αμερική των αποικιοκρατών ως οδοιπόρος, ταξιδευτής, φθάνει ως την Κίνα, αλλάζει ρόλους, εποχές και ταυτότητες, συχνάζει στους κύκλους των Εγκυκλοπαιδιστών,  παίρνει μέρος στις εξεγέρσεις του 1848 στη Γαλλία, ερωτεύεται και φυσικά γεννά απογόνους. Τι είναι εκείνο πραγματικά που έκανε τον Φόσκα να θέλει να γίνει αθάνατος;  Η Σιμόν Ντε Μπωβουάρ διαπραγματεύεται ένα τεράστιο θέμα που ίσως να μην απαντηθεί ποτέ. Αυτό το θέμα που υποβόσκει μέσω του Θανάτου είναι το νόημα στη ζωή. Νόημα.. λέξη-πέτρα βαριά σαν το φεγγάρι.

Τα ανθρώπινα πλάσματα προσπαθούν να βρουν ένα νόημα για να ζήσουν. Προφανώς ο Θάνατος ως γεγονός δημιουργεί αυτή την πανάρχαια ανάγκη νοήματος. Ο Φόσκα είναι αρκετά ματαιόδοξος για να μην βρίσκει νόημα για να ζήσει. Θέλει να κατακτήσει τα πάντα, όλο το γνωστό κόσμο του, όπως τον ξέρει. 

Η Ντε Μπωβουάρ πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα: Τι θα γινόταν αν παρακάμπταμε το Θάνατο, κάτι σαν ενοχλητική αρρώστια που γιατρεύεται, ένα τσιμπούρι στο λαιμό που μπορεί να αφαιρεθεί;  Και το κάνει. Ο Φόσκα εκφράζει την μεγαλύτερη φιλοδοξία που μπορεί να αποκτήσει ένας άνθρωπος στη ζωή, την απεξάρτηση από το Θάνατο, δηλαδή, μια ζωή με άπειρες δυνατότητες, μια ζωή με άπειρες επιλογές. Μια ζωή που μόνο ο θάνατος μπορεί να στερήσει αυτήν την υπέρμετρη ματαιοδοξία.  Υπάρχει νόημα ζώντας μια τέτοια ζωή;

Προφανώς και υπάρχει, λέει,  στην αρχή του έργου με τη δράση του ο ήρωας. Κατακτάει ένα ολόκληρο σύμπαν όταν είναι ακόμα ένας κοινός ιππότης. Έπειτα ο κόσμος αλλάζει κι αλλάζει κι ο ήρωας μαζί με τον κόσμο, εξελίσσεται μέσα από τις εποχές, πάντα υπάρχει κάτι καινούργιο να κάνει,  κάτι καινούργιο να ανακαλύψει, άνθρωποι διαδέχονται άλλους ανθρώπους, οι εποχές αλλάζουν, οι ρόλοι αλλάζουν. Ο Φόσκα ανακαλύπτει ξαφνικά και επίπονα μια αλήθεια: Όλοι οι Άνθρωποι είναι Θνητοί.  Ναι, είναι αλήθεια, κι έχουν όλοι τους την ίδια φιλοδοξία ανεξαρτήτως εποχής, φυλής, κοινωνικής τάξης, ευφυΐας και προσωπικότητας. Θέλουν να δράσουν, να νικήσουν, να δοξαστούν, να αγαπήσουν, να δημιουργήσουν, να παλέψουν για κάτι που πιστεύουν, θέλουν όλοι τους να σωθούν, να βρουν νόημα και να ζήσουν. Ο Φόσκα χάνει ανθρώπους, κερδίζει ανθρώπους, δημιουργεί απογόνους και βλέπει  σε όλους τους την ίδια  φιλοδοξία, εκείνη που τον έκανε να καταργήσει το Θάνατο.

«Tι αλαζονεία η συνείδηση. Τι αλαζονεία ένας άνθρωπος να πιστεύει πως είναι ένα ολόκληρο σύμπαν!» Θα αναφωνήσει. Η αγωνιώδης προσπάθεια του ανθρώπου να βρει νόημα στη ζωή συναντάται μέσα στο μυθιστόρημα ως υπέρμετρη αλαζονεία κάτω από την οπτική του ώριμου μετέπειτα Φόσκα.

Για την εξουσία της Καρμόνα ο Φόσκα θα δει τη γυναίκα του να πεθαίνει, θα σκοτώσει εν ψυχρώ το γιο του που έτρεφε την ίδια φιλοδοξία, θα δει τα παιδιά του και τα εγγόνια του να γερνούν, θα δει ανθρώπους να χάνονται από τη ζωή του γιατί θέλησαν απλά να είναι ο εαυτός τους, θέλησαν να βρουν ένα νόημα κάτω από τις επιταγές της συνείδησης τους ώστε να ζήσουν. Θα συναντήσει ακόμα και το Λούθηρο και στα μάτια διάσημων προσώπων της Ιστορίας θα συναντήσει την ίδια φλόγα.

Ο Φόσκα καταλαβαίνει πως όλα αυτά είναι επίπλαστα, ότι  κι αν καταφέρουν τα ανθρώπινα όντα το νόημα παύει να υπάρχει, ξεγλιστρά μέσα από τα δάχτυλα τους. Όμως ο Φόσκα δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους, δεν έχει συνείδηση του θανάτου, αυτός ο φόβος έχει ξεχαστεί πια για εκείνον. Δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει τα υπόλοιπα ανθρώπινα πλάσματα που σημαίνει πως έχει απομακρυνθεί πολύ από αυτό που κι ο ίδιος υπήρξε κάποτε. Η αδιαφορία κατακλύζει πλέον τον ήρωα που φτάνει στο σημείο να κοιμάται για ολόκληρα χρόνια: Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί άρα όλοι είναι ίδιοι, τι νόημα έχει να ασχολείται με τους Άλλους όταν αναπόφευκτα θα τους χάσει, αλλά πολύ περισσότερο δεν μπορεί πλέον να καθρεφτιστεί στα μάτια τους. Είναι αδύνατο να βρεί νόημα στους άλλους γιατί δεν μπορεί να συναισθανθεί την ανάγκη νοήματος στη ζωή. Όταν όλα τελειώσουν κι  ο θάνατος επιβληθεί πάνω σε εκείνους που αγαπά απογοητεύεται ξανά και βυθίζεται και πάλι στο λήθαργο του.

«Άφησε με να πεθάνω μονάχος μου. Δεν θέλω να πεθάνω κάτω από το βλέμμα σου.»

Ο Φόσκα μένει μόνος. Βιώνει μια απέραντη μοναξιά που λύτρωση της είναι οι Άλλοι. Είναι η κόλαση του και ο παράδεισος του.

Τι κάνει έναν άνθρωπο αυτό που είναι αν όχι το νόημα στη ζωή;

Η ανάγκη του  νοήματος μας αποδεικνύει μέσα από το μυθιστόρημα την αναγκαιότητα της θνητότητας και το αντίθετο. Η Σιμόν Ντε Μπωβουάρ διαπραγματεύεται ένα θέμα με απλά συστατικά, ως μια από τους Υπαρξιστές ήξερε πολύ καλά τι να χρησιμοποιήσει, όμως όλο αυτό γίνεται αριστοτεχνικά μέσα από μια πολύ καλά τοποθετημένη αφήγηση, εξαιρετικές περιγραφές, ιστορικές αναφορές και έμμεσες κοινωνιολογικές προσεγγίσεις.   Ο Φόσκα έπαψε πια να ανήκει στο ανθρώπινο είδος και το βλέμμα του να διαπερνά το σύμπαν.

«Kοίταξε γύρω της-υπήρχε ίσως μια διέξοδος φευγαλέα σαν χτύπημα του βλεφάρου, κάτι άγγιξε την καρδιά της δεν πρόλαβε να γίνει ελπίδα κι είχε κιόλας σβύσει, ήταν πολύ κουρασμένη. Πίεσε δυνατά τα χέρια της πάνω στο στόμα της, έσκυψε το κεφάλι, ήταν νικημένη  με φρίκη και τρόμο, δεχόταν τη μεταμόρφωση: μύγα, αφρός, μυρμήγκι ως το θάνατο. «Δεν είναι παρά η αρχή» σκέφτηκε κι έμεινε ακίνητη σαν νάταν δυνατόν να ξεγελάσει το χρόνο, να τον εμποδίσει να συνεχίσει το δρόμο του. Αλλά τα χέρια της κοκκάλωσαν πάνω στα συσπασμένα χείλια της.

Όταν το καμπαναριό άρχισε να σημαίνει την ώρα, έβγαλε την πρώτη κραυγή.»

27,535 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Ο Χριστόφορος Κάσδαγλης απαντά στο ερωτηματολόγιο του L

Περιγράψτε μας την εικόνα του εφηβικού δωματίου σας και βάλτε μας και το σχετικό soundtrack. Πολύ ενδιαφέρουσα η ερώτησή σας,...

Close