Σκιές που απομακρύνονται και ξανασμίγουν… της Παναγιώτας Κουτελίδα

By  |  0 Comments

Το Ταξίδι στο παρελθόν του Stefan Zweig είχε τη δική του περιπέτεια, πριν βγει στο φως της δημοσιότητας. Αρχικά δημοσιεύεται ένα τμήμα μόνο της ημιτελούς νουβέλας σε μια συλλογική έκδοση, στη Βιέννη, το 1929.

Αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Zweig, ο Kunt Beck, επιμελητής των εκδόσεων  S. Fischer Verlag, ανακαλύπτει στα αρχεία του εκδοτικού οίκου Atrium Press, στο Λονδίνο, σαράντα μία δακτυλογραφημένες σελίδες, με ιδιόχειρες διορθώσεις του συγγραφέα. Αυτές ουσιαστικά αποτελούσαν την νουβέλα στην οποία ο συγγραφέας είχε δώσει τον τίτλο Ταξίδι στο παρελθόν(Reise in die Vergangenheit). Όμως, όπως φαίνεται από τις δακτυλογραφημένες σελίδες, μετά την σημείωση του τίτλου, ο ίδιος ο συγγραφέας τον διαγράφει. Είναι χαρακτηριστικό πως η αγγλική και η γαλλική μετάφραση του έργου δέχονται τον τίτλο Ταξίδι στο παρελθόν, ενώ οι γερμανικές εκδόσεις χρησιμοποιούν κυρίως τον τίτλο Αντίσταση στην πραγματικότητα (Widerstand der Wirklichkeit) και μόνο πρόσφατα υιοθέτησαν τον τίτλο Ταξίδι στο παρελθόν.

Πώς, όμως, νοείται ένα ταξίδι στο παρελθόν και μια αντίσταση στην πραγματικότητα μέσα από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου έργου;

Το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης κινείται αναδρομικά. Έστω κι αν ο συγγραφέας πιάνει το νήμα της αφήγησης από το χρονικό σημείο όπου ο Λούντβιχ ξανασυναντά την αγαπημένη του στον κεντρικό σταθμό της Φρανκφούρτης, με προορισμό τη Χαϊδελβέργη, εννιά ολόκληρα χρόνια μετά τον αποχωρισμό τους, στην πραγματικότητα σχεδόν ολόκληρο το περιεχόμενο της νουβέλας προβάλλεται μέσω των αναπολήσεων του Λούντβιχ μέσα στο τρένο.

Καθώς το τρένο σφυρίζει, το μυαλό του Λούντβιχ γεμίζει από αναμνήσεις. Θυμάται την πρώτη μέρα που είχε συναντήσει την αγαπημένη του, όταν είχε αποφασίσει να δεχτεί την πρόταση του αφεντικού του, του κυρίου Μυστικοσύμβουλου Γκ. , για να αναλάβει ως προσωπικός γραμματέας της εταιρείας. Η θετική του απάντηση συνεπαγόταν την μετακόμισή του από το φτηνό ενοικιαζόμενο δωμάτιό του στην βίλα του αφεντικού του. Δεν ήθελε να σκύψει το κεφάλι στους πλουσίους. Το αφεντικό του, ωστόσο, είχε διακρίνει από πολύ νωρίς τις ιδιαίτερες ικανότητές του και του έδινε την μοναδική ευκαιρία να τις αξιοποιήσει. Το μυαλό του νεαρού ήταν απαραίτητο στην εταιρεία εξόρυξης μεταλλευμάτων του κ. Μυστικοσύμβουλου και θα μπορούσε να δώσει νέα ώθηση στην εξέλιξη της εταιρείας.

Η προαγωγή όμως του Λούντβιχ ήταν η αφορμή της γνωριμίας του με τη σύζυγο του αφεντικού του και η αιτία της γέννησης ενός μεγάλου έρωτα. Έναν χρόνο μετά την γνωριμία τους η εξομολόγηση των συναισθημάτων τους θα ήταν αναπόφευκτη. Ήταν ακριβώς τότε που ο κ. Μυστικοσύμβουλος είχε προτείνει στον Λούντβιχ να αναλάβει την επέκταση της εταιρείας στο Μεξικό, όπου είχαν εντοπιστεί αξιόλογες ποσότητες μεταλλευμάτων. Ο Λούντβιχ θα έπρεπε να παραμείνει εκεί για τουλάχιστον δύο χρόνια. Η πρόταση ήταν για άλλη μια φορά δελεαστική. Δελεαστική και ταυτόχρονα αδιέξοδη. Πώς μπορούσε να εγκαταλείψει τώρα την αγαπημένη του; Η σκέψη και μόνο του αποχωρισμού τον έκανε να παραλύει. Εκείνο το απόγευμα Κυριακής επέστρεψε σπίτι με τις σκέψεις να τον βασανίζουν ακούραστα. Μπήκε στο δωμάτιό του κακόκεφος, ενώ κάθε τι γύρω του, του θύμιζε εκείνη.

Ξαφνικά άκουσε την τρομαγμένη φωνή της στην είσοδο του δωματίου. «Για το όνομα του Θεού, τι σας συμβαίνει;». Φαίνεται πως το αδιέξοδο της ψυχής του είχε βρει τον τέλειο αντικατοπτρισμό του στο πρόσωπό του. Δεν μπορούσε πια να υπεκφύγει. «Φεύγω σε δέκα μέρες για το Μεξικό- για δύο χρόνια», της είπε κοφτά. «Στο άκουσμα της είδησης εκείνη λύγισε. Και άθελά της, σε μια εκδήλωση της απελπισίας της, τίναξε στο πλάι τα ανοιχτά της χέρια». Ο Λούντβιχ στο επόμενο δευτερόλεπτο, κρατούσε τα απλωμένα χέρια της στα δικά του και «πριν το καταλάβουν και οι ίδιοι, τρέμοντας από πόθο, έσμιξαν σε ένα ατέλειωτο φιλί, ένα φιλί που ήταν προορισμένο να χορτάσει όλες εκείνες τις αμέτρητες ώρες και μέρες δίψας και επιθυμίας». Το δεκαήμερο που ακολούθησε το εκμεταλλεύτηκαν οι δυο τους στο έπακρο με κλεφτές χειρονομίες και φιλιά. Όμως, ποτέ τους δεν είχαν ολοκληρωτικά ο ένας τον άλλο. Ακόμη και την τελευταία μέρα πριν τον αποχωρισμό τους, όταν βρέθηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, εκείνη κατάφερε την τελευταία στιγμή να του ζητήσει ικετευτικά να σταματήσει. Κι αυτό γιατί, όπως του είπε, βρισκόταν στο σπίτι του συζύγου της. Ωστόσο, έδωσε την υπόσχεση στον Λούντβιχ, πως όταν εκείνος θα επέστρεφε, η στάση της θα ήταν διαφορετική.

Τα χρόνια στο Μεξικό κύλησαν για τον Λούντβιχ με ατελείωτη δουλειά και ατελείωτη νοσταλγία. Πέρασε ένας χρόνος. Πλησίαζε να περάσει κι άλλος ένας. Ο Λούντβιχ μετρούσε πια τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά μέχρι την τελική του αναχώρηση. Η μοίρα, ωστόσο, ήταν και πάλι αμείλικτη. Ήταν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, που ορθωνόταν τώρα μπροστά του, απροσπέλαστο εμπόδιο στην πολυπόθητη επιστροφή του. Χρειάστηκε να περάσει καιρός πολύς για να συναφθεί η ειρήνη. Και στο μεσοδιάστημα η εικόνα της αγαπημένης είχε αρχίσει να φθείρεται στο μυαλό του Λούντβιχ. Δεν είχε πια νέα της. Μοναδική παρηγοριά του η πολλοστή ανάγνωση των παλαιών γραμμάτων της. Η ψυχή του, όμως, αναζητούσε την πραγματική συντροφιά. Κι αυτή την βρήκε στο πρόσωπο μιας κοπέλας που γνώρισε σε ένα επαγγελματικό ταξίδι. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, τρομοκρατημένος ίσως από τον φόβο της ανελέητης μοναξιάς και του αδίστακτα μαινόμενου πολέμου, παντρεύτηκε την κοπέλα κι απέκτησε μαζί της δύο παιδιά. Και η ζωή του γύρισε σελίδα.

Μέχρι τη μέρα που ο πόλεμος έληξε. Πώς άραγε να ήταν εκείνη; Πώς είχε περάσει όλα αυτά τα χρόνια του πολέμου; Ο Λούντβιχ ξενύχτησε για να γράψει ένα γράμμα, που ίσως η απάντησή του θα έλυνε τις απορίες του. Η απάντηση άργησε δυο μήνες. Αλλά ήρθε. Ο άντρας της είχε σκοτωθεί από τις πρώτες μέρες του πολέμου. Η ίδια και ο γιος της ήταν υγιείς. Μάλιστα, εκείνη δεν παρέλειπε να εκφράσει την ειλικρινή χαρά της για τον Λούντβιχ και την οικογένειά του. Η παλιά του αγαπημένη φαινόταν να τον αντιμετωπίζει πλέον ως έναν ειλικρινή φίλο. Έτσι πίστευε κι εκείνος. Μια βαθιά φιλία απέμεινε να τους ενώνει.

Έτσι, όταν δυο χρόνια αργότερα μια αμερικανική εταιρεία του ανέθεσε να διαπραγματευτεί για λογαριασμό της κάποιες χημικές πατέντες στο Βερολίνο, ο Λούντβιχ σκέφτηκε πως ήταν μια καλή ευκαιρία να την συναντήσει. Της τηλεφώνησε. Στη διάρκεια της συνομιλίας τους ένιωσε το αίμα του να χτυπά δυνατά στα μηνίγγια του και γρήγορα κανόνισε να την επισκεφτεί σε δύο μέρες. Λίγα λεπτά πριν χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτάς της, ένιωθε το ίδιο εικοσιτριάχρονο αγόρι που ήταν πριν την πρωτοσυναντήσει. Σα να είχαν σβηστεί όλα εκείνα που είχε δημιουργήσει τα προηγούμενα χρόνια στην άλλη πλευρά του ωκεανού. Παρά την αρχική τους αμηχανία οι κουβέντες τους κύλησαν ήρεμα. Την επόμενη μέρα ξαναπήγε στο σπίτι της και πριν την αποχαιρετήσει της ζήτησε μια τελευταία χάρη∙ να επισκεφτεί το παλιό του δωμάτιο. Εκείνη δεν του το αρνήθηκε. Άλλωστε, όπως του είπε, όλα ήταν όπως τα είχε αφήσει στο δωμάτιό του. Το βλέμμα του Λούντβιχ έπεσε πάνω στον καναπέ, όπου χρόνια πριν παραλίγο εκείνη να γίνει δική του. Θυμήθηκε την παλιά υπόσχεσή της και την θύμισε και στην ίδια. Εκείνη προσπάθησε να αλλάξει συζήτηση φανερά αμήχανη. Σε λίγο βρέθηκαν στην εξώπορτα, κι οι δυο σαστισμένοι, ανήμποροι να αρθρώσουν λέξη. «Μου είναι αδύνατο να σου μιλήσω τώρα, συγχώρα με. Θα σου γράψω», της είπε ο Λούντβιχ. Κι εκείνη συμφώνησε σιωπηλά.

Και πραγματικά με το που έφτασε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, άρχισε να γράφει μανιωδώς. Της ζητούσε να πάρουν το τρένο για Χαϊδελβέργη και εκεί να τηρήσει η αγαπημένη την υπόσχεσή της. Της ζητούσε ένα βράδυ, το πρώτο και τελευταίο τους βράδυ. Τώρα που πια είχε επιστρέψει. Εκείνη δεν του το αρνήθηκε. Έστω κι αν ήξερε ότι ήταν καθαρή τρέλα. Δεν θα μπορούσε, όμως, να του αρνηθεί τίποτα.

Τώρα βρίσκονταν σ’ ένα βαγόνι του τρένου και ο Λούντβιχ μπορούσε να ψηλαφήσει ξανά τη χειροπιαστή παρουσία της. Σε λίγο ο συρμός έκοψε ταχύτητα. Έφταναν στον προορισμό τους. Σαν υπνωτισμένοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους. Αμήχανοι, σχεδόν σαν ξένοι, στάθηκαν στην αποβάθρα. Γρήγορα απομακρύνθηκαν από τον σταθμό και χάθηκαν στα γύρω στενά δρομάκια. Βρήκαν ένα ξενοδοχείο, που ο Λούντβιχ υποκρίθηκε πως του το είχαν συστήσει. Όμως η ατμόσφαιρα του δωματίου που τους δόθηκε ήταν τόσο αποπνικτική. Είχαν ανάγκη να βγουν έξω. Περπατούσαν για ώρα πολλή. Μπροστά τους απλώνονταν μονάχα οι σκιές τους. Ο Λούντβιχ άρχισε να τις παρατηρεί, καθώς, ενώ ήταν πάντα ξέχωρες, όταν τα φώτα κάποιου διερχόμενου αυτοκινήτου έπεφταν πάνω τους, ενώνονταν βιαστικά σε μία και μόνη, αξεδιάλυτη μορφή. Η προσοχή του είχε απορροφηθεί τόσο πολύ από αυτό το περίεργο παιγνίδισμα των σκιών, που σχεδόν ξέχασε την παρουσία εκείνης δίπλα του.

Ξάφνου ένιωσε πως κάτι πολύ βαθύτερο του θύμιζε τούτη η εναλλαγή. Κι αληθινά η μνήμη του δεν τον ξεγελούσε. Θυμήθηκε δυο στίχους από ένα ποίημα του Verlaine,  την «Συναισθηματική συνομιλία», που εκείνη του είχε απαγγείλει παλιά στο δωμάτιό του:

Στο έρημο πάρκο, μες στην παγερή μοναξιά

                        Δυο σκιές αναζητούν τα παλιά.

 

Και τότε ο Λούντβιχ αναρωτήθηκε μήπως ήταν και οι ίδιοι δυο σκιές που αναζητούν τα παλιά. Δυο σκιές που αγωνίζονται να ξαναζωντανέψουν το παρόν μέσα από το παρελθόν. Θα ήταν, όμως, αυτό εφικτό; Θα μπορούσε η φωνή της μνήμης να τους μιλήσει;

Ο Zweig αφήνει μετέωρο το τέλος της νουβέλας του, θέτοντας τον αναγνώστη σε προβληματισμό. Ίσως τελικά ένα νοητό ταξίδι στο παρελθόν να μην είναι μια αρκετή αντίσταση στην πραγματικότητα. Και ίσως οι υποσχέσεις να μην έχουν την ίδια αξία όταν πραγματοποιούνται χρόνο πολύ μετά το δόσιμό τους. Παρά ταύτα η εν λόγω υπόσχεση της αγαπημένης, η οποία σε ολόκληρη τη νουβέλα δεν ονοματίζεται παρά ως «αγαπημένη» ή «εκείνη» πιθανώς  για να προσδοθεί μεγαλύτερο κύρος στην μορφή της, ενέπνευσε το 2013 τον Patrice Lecont να σκηνοθετήσει την ταινία A Promise με τον Alan Rickman, τη Rebecca Hall και τον Richard Madden να απαρτίζουν το ερωτικό τρίγωνο.

ta_roes

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Stefan Zweig, Ταξίδι στο παρελθόν, μετάφραση: Δημήτρης Δημοκίδης, επιμέλεια-επίμετρο: Τατιάνα Λιάνη, επιμέλεια έκδοσης: Βιργινία Γαλανοπούλου. Εκδόσεις Ροές, Αθήνα 2014.   

11,713 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
«Είχα πάντα την εντύπωση ότι έγραφα το ίδιο βιβλίο», Πατρίκ Μοντιανό Νομπέλ Λογοτεχνίας 2014

Για μισό σχεδόν αιώνα, ο Πατρίκ Μοντιανό εξέδιδε ένα βιβλίο κάθε δύο χρόνια. Όπως λέει όμως ο συγγραφέας στον οποίο...

Close