Στα έγκατα του πολιτισμού, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

Μια δυστοπία, χτισμένη πάνω στις εφιαλτικότερες όψεις της σύγχρονης ζωής, σκηνογραφεί ο Νίκος Μάντης στο πρόσφατο μυθιστόρημά του.

Η απόκοσμη τοπιογραφία του βιβλίου απέχει πάνω από έναν αιώνα από τη σημερινή εικόνα του κόσμου, αλλά υποθάλπει στις πιο νευραλγικές της συνάψεις τα κρίματα του παρελθόντος, δηλαδή του δικού μας παρόντος. Παρ’ όλα αυτά, οι ένοικοι της μυθιστορηματικής μητρόπολης απολαμβάνουν μια καινοφανή ευταξία, καθώς η κάθετη δόμηση της πολιτείας τούς καθηλώνει σε μια απαραβίαστη ιεράρχηση. Κανένας πολίτης δεν διανοείται να αμφισβητήσει τον κοινωνικό του ρόλο από τη στιγμή που αυτός πιστοποιείται επιστημονικά. Διότι σε αυτό τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο προεξάρχει η ατομική αξία, καταμετρημένη επακριβώς βάσει εξειδικευμένων νοητικών και ψυχομετρικών τεστ. Η αφετηρία είναι για όλους κοινή, ο δρόμος όμως που θα διανύσει ο καθένας στην κλίμακα των κατακόρυφων μητροπόλεων, μεταλλάξεις των εθνικών κρατών, εξαρτάται αποκλειστικά από τον δείκτη νοημοσύνης του. Καμία αρετή δεν αναθάλλει υπό την αρωγή αστάθμητων παραγόντων, όπως η κλίση, η δουλειά ή η τύχη, συνήθεις θεραπαινίδες της ανέλιξης. Οι προνομιούχοι είναι εξορισμού οι εγγενώς προικισμένοι. Κατ’ αντιστοιχία, οι απόκληροι αποδεικνύονται γονιδιακά αδικημένοι και όχι θύματα θεσμικών αμελειών. Η παγκόσμια ειρήνη διασφαλίζεται από την απαραγνώριστη δικαιοσύνη και αμεροληψία της επιστήμης. Καμία επανάσταση δεν μπορεί να ξεσπάσει εναντίον των βιολογικών αδικιών. Δεν γίνεται να εξεγερθείς ενάντια στη σάρκα, εκτός και αν το ίδιο το σώμα σου σπαράσσεται από έναν υποδόριο εμφύλιο.

Ο Μάντης επινοεί τον ιδανικότερο ήρωα για να εποικήσει αυτή την αλλόκοτη πολιτεία, ένα πρόσωπο υβριδικό, του οποίου το αίμα συγκεράζει τα πιο εξευγενισμένα και μαζί τα πιο ζωικά στοιχεία του ανθρώπινου γονιδιώματος. Σε κάθε ένα από τα τρία μέρη του μυθιστορήματος ο συγγραφέας αλλάζει το όνομα του ήρωα, υποδεικνύοντας μέσα από τη μεταβολή της ονοματοθεσίας τις βαθμιαίες μεταμορφώσεις της υπόστασής του. Στην αρχή, λοιπόν, είναι ο Μάνο, ένας Νεάντερταλ, είδος που κλωνοποιήθηκε προκειμένου να λειτουργήσει σαν προλεταριάτο. Έτσι ακόμα και οι κατώτερες τάξεις των Σάπιενς έχουν τους δικούς τους πληβείους. Προσφυής η επιλογή του ονόματος Μάνο, όπου συνηχούν η μοίρα του τού χειρώνακτα (στα ιταλικά mano=χέρι) καθώς και η ονομασία του πανανθρώπινου λυτρωτή, του Ιησού, στον οποίο έχει αποδοθεί το όνομα Εμμανουήλ. Ο Μάνο προτού καταδυθεί στα έγκατα της μητρόπολης για να νεκραναστήσει ένα καταδικασμένο πλάσμα, εγκαταβιώνει στον πάτο της κοινωνίας, ακινητοποιημένος διά βίου σε ένα ισόγειο επίπεδο ζωής. Ωστόσο, διαισθάνεται πως η απόκλισή του από τους Σάπιενς είναι ένα τεχνητό χάσμα, το οποίο αδυνατεί τόσο να δρασκελίσει όσο και να αποδεχθεί. Η οργή του, όμως, για την πυραμοειδή δομή της κοινωνίας που τον ισοπεδώνει, εξορίζοντάς τον όχι μόνο από όλες τις βαθμίδες της αλλά και από το ανθρώπινο είδος, δεν αρκεί για να κλονίσει την εμπεδωμένη ευπείθειά του. Ο φθόνος του δεν καταφέρνει να αντικρούσει την υποτακτικότητά του. Όπως του λέει ένας φίλος του, φαίνεται να αγαπά τους εκμεταλλευτές του. Αυτή η ενστικτώδης, ψυχαναγκαστική ανάγκη υποταγής αποδεικνύεται το κρισιμότερο ιδιοσυγκρασιακό γνώρισμα του ήρωα.

Ο Μάντης μέσα από τη λεπτομερή κατασκευή της ερεβώδους πολιτείας θέτει το διαχρονικό ζήτημα της ιδεατής κοινωνίας. Είναι άραγε εφικτό ακόμα και η πιο εύνομη και αγαθοεργός κοινωνία να εξοβελίσει τις ανισότητες και τις αδικοπραγίες; Μπορεί η δικαιοσύνη να κατοχυρωθεί χωρίς μέσα καταστολής, χωρίς να είναι προσδεμένη σε νομικά ή άρρητα δεσμά; Είναι δυνατόν η ατομική ελευθερία να απαλλαγεί από θεσμικές οριοθετήσεις; Οι κανόνες και οι υποχρεώσεις που συνέχουν τα κοινωνικά συμβόλαια, δεν επιφέρουν αργά ή γρήγορα την επίσχεση της αφετηριακής αρχής της ισότητας; Μπορούν οι άνθρωποι να αναπτυχθούν ως πολιτικά όντα χωρίς προηγουμένως να έχουν ενστερνιστεί τα όριά τους; Τέτοιας φύσεως ερωτήματα ναρκοθετούν την πλασματική ευκρασία της μητρόπολης του Μάντη. Η κατάτμηση της πυργοειδούς μητρόπολης σε ορόφους, με κορωνίδα τον Θόλο, την «ελίτ των Πιστοποιημένων», βασίζεται στην ανώτερη δύναμη της ευφυΐας, σε μια καθ’ όλα δίκαιη αρχή, δεδομένου ότι η νοημοσύνη δεν περιορίζεται προκαταβολικά σε μια συγκεκριμένη κάστα, καθώς όλα ανεξαιρέτως τα άτομα έχουν το περιθώριο να καλλιεργήσουν τις νοητικές τους ικανότητες προτού υποβληθούν στα τεστ. Σε αυτό τον κόσμο, όπου το κοινό αίσθημα δικαίου συνεπικουρείται από τη βιολογία, παγκόσμιο σύστημα διακυβέρνησης έχει αναδειχθεί ο «γενετικός καπιταλισμός». Το επίθετο έρχεται να θεραπεύσει την κακοδαιμονία του ουσιαστικού. Όμως ο ακραιφνής ορθολογισμός στον οποίο ομνύει το εν λόγω σύστημα δεν δείχνει καλά θωρακισμένος.

Αυτό το παγκόσμιο πολιτειακό καθεστώς με σηματωρό του τη γενετική δεν καθορίζεται από αποκλίνουσες ή παραπληρωματικές εθνικές συνειδήσεις, αλλά κυβερνάται από «μια ιδιότυπη φεουδαρχία της αξίας και της δύναμης». Εγγύηση της ευρυθμίας του συστήματος είναι η συναίνεση ακόμα και των καταφανώς αδικημένων τάξεων, οι οποίες έχουν πειστεί για την ορθολογική τοποθέτησή τους στις κατώτερες βαθμίδες της πολιτείας. «Οι άνθρωποι είναι για πρώτη φορά πραγματικά ήρεμοι, μακριά απ’ το διχαστικό ψέμα των πολιτικών και των δήθεν εθνικών διαφορών». Δεν επαναστατούν διότι δεν μπορούν να διανοηθούν το παραμικρό αντικείμενο διεκδίκησης. Καμία παρόρμηση αντίστασης και διαμαρτυρίας δεν απειλεί τον εφησυχασμό τους. Η βία του παρελθόντος, «μια μορφή μαζικής νεύρωσης», έχει εκλείψει, στο μέτρο που «οι νευρώσεις γεννιούνται όταν οι άνθρωποι έχουν επιθυμίες που τους ξεπερνούν». «Η γενετική απαλλάσσει τους ανθρώπους από τη σκέψη ότι έχουν υποταχθεί αυθαίρετα σε κάποιους, τους απαλλάσσει από την ενοχλητική ενοχή ότι έχουν αφεντικά».

Ωστόσο, ο γενετικός καπιταλισμός φέρει διογκωμένη σε νοσηρές διαστάσεις την παθογένεια των σύγχρονων αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών, καθώς συντηρεί τον πυρήνα της καπιταλιστικής ιδεολογίας, την «ιδέα ότι οι άνθρωποι γεννιούνται άνισοι, γεννιούνται δηλαδή με άνισες ικανότητες», μεταμφιέζοντάς την σε ψευδοεπιστημονικά δόγματα, που νομιμοποιούν τις ανισότητες. Η έννοια της δικαιοσύνης φιλτράρεται μέσα από νέα ερμηνευτικά σχήματα μόνο για να καταλυθεί με πιο υπόγειους τρόπους. Τα διαλογικά μέρη του βιβλίου, όπου διαμείβονται φιλονικίες αποκαλυπτικές του στοχαστικού βάθους της αφήγησης, έρχονται να υποδείξουν ρωγμές στην αδιάβλητη πολιτειακή δομή, με πιο επίφοβες την ανελευθερία και τη στασιμότητα. Ένα σύστημα που ακινητεί, αυτοσυντηρούμενο σε συνθήκες ομοιόστασης, κινδυνεύει να ενδώσει στον φυσικό νόμο της εντροπίας. Από ένα σημείο και πέρα η συσπείρωση και η ακαμψία θα αναδαυλίσουν το υφέρπον χάος, όπου εγκυμονεί ο εκφυλισμός. Οι πολίτες αυτών των νεόκοπων μητροπόλεων παραμένουν εγκλωβισμένοι ισόβια στην κοινωνική θέση που αναλογεί στην ευφυΐα τους. Όσοι αποτυγχάνουν στα τεστ ή έχουν μέτριες επιδόσεις εγκαθίστανται στους χαμηλότερους ορόφους, ενώ ένα μικρό ποσοστό εκλεκτών, οι Πιστοποιημένοι, εκσφενδονίζεται στον Θόλο. Και οι μεν και οι δε ακινητοποιούνται σε κατηγοριοποιήσεις βάσει επιστημονικών γνωματεύσεων, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως καμία πρωτοβουλία εκ μέρους τους δεν θα μπορούσε να αναδιατάξει το κοινωνικό τους στίγμα. Η περιθωριοποίηση ή η ευημερία τους στηρίζονται σε αίολα πορίσματα, προσυπογραμμένα από επιστημονικές τεχνουργίες που στοχεύουν στη συντήρηση της ευρωστίας μιας μειοψηφίας.

Συνεπώς η πρόοδος, αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα κάθε ανθρώπου και ζωτική ενόρμηση κάθε συστήματος ή μονάδας, αδειάζει από νόημα, απολήγοντας μια μάταιη χειρονομία, πρωτόγονο ανακλαστικό. Παράλληλα, ο αυτοπροσδιορισμός καταστέλλεται από τις αποφάνσεις της γενετικής, η οποία ως πανίσχυρη ιδεολογία έχει αναπληρώσει δυναμικά το κενό που άφησε η παγκόσμια αποκήρυξη των θρησκειών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Νεάντερταλ, οι κατεξοχήν περιφρονημένοι «στη βιολογική ιεραρχία του πλανήτη», είναι εκείνοι που κατατρύχονται πιο δυναστικά από την προσμονή της μετακίνησης, φαντασιώνοντας μια ζωή στα ψηλά. Ο Μάντης ξεσκεπάζει τη φαυλότητα του συστήματος εγκεντρίζοντας την ιδιοσυστασία αυτών των πρωτόγονων πλασμάτων με το ουσιωδέστερο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, τη βούληση της αυτοβελτίωσης. Σε αντιδιαστολή με την κτηνώδη απάθεια των ομογενοποιημένων Σάπιενς, οι Νεάντερταλ εμφανίζονται σαν θύλακοι της ανθρώπινης ιστορίας, συλλέκτες παρωχημένων ενθυμίων των παλιών εθνικών πολιτισμών, όπως η γλώσσα και η θρησκεία. Απομεινάρια και οι ίδιοι της Ιστορίας, συνεχίζουν να κυοφορούν μετά από χιλιετίες το όνειρο μιας καλύτερης ανθρωπότητας.

Ο κεντρικός ήρωας ενσαρκώνει την τρωτότητα και τη διαβλητότητα της αξιολογικής διαστρωμάτωσης, καθώς αποκαλύπτεται πως είναι ημίαιμος, μισός Ταλ και μισός Σαπ. Όταν του προσφέρεται η ευκαιρία να ανέλθει μυστικά στους πάνω ορόφους της μητρόπολης, ο Μάνο νιώθει πιεστικότερη την εσώτατη διχοστασία του. Η «αίσθηση του παρείσακτου, του ενδιάμεσου, του ξένου», μια απροσδιόριστη ενόχληση μέχρι εκείνη τη στιγμή, που τον κρατούσε σε απόσταση με τον περίγυρό του, βρίσκει την εξήγησή της στην υβριδική του υπόσταση. Όμως όσο και αν ελπίζει να αντικρίσει κάποτε τον αληθινό ουρανό, να συναντηθεί επιτέλους το βλέμμα του «με τον ουράνιο δίσκο και όχι μ’ ένα καμουφλαρισμένο ταβάνι, φτιαγμένο για να κρύβει τα πέλματα μιας άλλης, ανώτερης κάστας», δυσκολεύεται να αντιταχθεί στο αταβιστικό πεπρωμένο της υποδούλωσης.

«Από τη μια νιώθει έναν τεράστιο ορίζοντα πιθανοτήτων να ανοίγεται εμπρός του, από την άλλη κοιτάζει το σώμα του μ’ ένα κύμα ανανεωμένης ανασφάλειας, φόβου και δυσπιστίας για την ίδια του την επιβίωση, μιας και αποτελεί διαπιστωμένα πλέον ένα βιολογικό πείραμα, μια αμφίβολη, επικίνδυνη εξισορρόπηση πάνω στα δύο άκρα τού τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος».

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο ήρωας έχει μεταμορφωθεί στον Άξελ, έναν ευέλπιδα φοιτητή, προορισμένο να ανέβει στον Θόλο, στο «ρετιρέ της μητρόπολης». Οι οξυμένες αισθήσεις, ο συναγερμός του τρόμου και τα ζωώδη ένστικτα που λάνθαναν στην προηγούμενη ύπαρξή του, έχουν υποχωρήσει δίνοντας τη θέση τους στην ανέμελη αυτοπεποίθηση ενός νέου άνδρα. Τώρα ο ήρωας ως Άξελ έχει σαφώς περισσότερους λόγους να συμμορφώνεται με τις πολιτειακές ιεραρχήσεις, κλείνοντας τα μάτια στις εξόφθαλμες ανισότητες που αυτές εκκολάπτουν. Ωστόσο, το κρυφό ήμισυ της φύσης του δεν τον ξεχνά. Ο φόβος καιροφυλακτεί μέσα του. Το ζωικό κομμάτι του τον παραμονεύει κρατώντας την ανάσα του. Ο Μάντης ενθέτει ανησυχαστικά μικροεπεισόδια στον αμέριμνο φοιτητικό βίο του Άξελ, προοικονομώντας δυσοίωνες εξελίξεις, οι οποίες θα πυροδοτηθούν στο τελευταίο στάδιο της μεταμόρφωσής του, όταν πια θα ονομάζεται Αλεξάντερ Φίλιος. Από αυτά τα προειδοποιητικά στιγμιότυπα ξεχωρίζω τη σκηνή, όπου μια κάρτα, χαραγμένη από δύο παράλληλες γραμμές «σαν νυχιές ζώου» (επισκεπτήριο των διωκτών του), γίνεται αίφνης καθρέφτης πάνω στον οποίο διαγράφεται το πρόσωπο του Άξελ. Μια εικόνα δηλωτική της διττής φύσης του.

Ο Μάντης υποβάλλει τον ήρωά του σε έναν επώδυνο μετεωρισμό, ενδύοντάς τον έτσι με μια αλληγορική σκευή, καθιστώντας τον σύμβολο των βαθύτατων αντινομιών της προόδου. Μέσα από τη διχοτόμηση του προσώπου του μεταξύ ενστίκτου και πνεύματος, υποδεικνύει τις σκιές που ελλοχεύουν στις πιο εξευγενισμένες επιτεύξεις της πολιτικής, της επιστήμης και του πολιτισμού. Ο ήρωάς του παρά τη νοητική του υπεροχή είναι ένα πλάσμα υποταγμένο και ανυπεράσπιστο, «καταδικασμένο σε μια αιώνια ταλάντωση ανάμεσα στο ζώο και στον άνθρωπο, δίχως την ανακούφιση μιας τελικής ετυμηγορίας, όποια κι αν θα ήταν».

Η έμφυτη δουλοπρέπεια του Αλεξάντερ του εξασφαλίζει στον Θόλο μια ζωή «κομφορμιστική και μετρημένη». Από τη στιγμή, όμως, που βρέθηκε μέσα στη «διοικούσα συνείδηση» της μητρόπολης, είδε εκ του συστάδην τους ολέθριους, αφανείς μηχανισμούς της, τα αποκρουστικά γρανάζια της. Δεν του επιτρεπόταν πια να παραμένει αμέτοχος και αδιάφορος, πολλώ δε μάλλον που ο ίδιος συνιστούσε, λόγω των επαμφοτεριζόντων γονιδίων του, τη σάρκινη, την «πιο χειροπιαστή αμφισβήτηση του συστήματος». Έχει ενδιαφέρον πως για τη μοναδική σπουδαία πράξη της ζωής του παρωθείται από το πρωτόγονο κομμάτι του εαυτού του, ανόθευτο από τις αναστολές και τις υπεκφυγές της νόησης. Όμως ο πιο τρομακτικός, ο πιο βδελυρός πρωτογονισμός κοχλάζει στα έγκατα της μητρόπολης, όπου κατέρχονται οι πολίτες εκείνοι που αγρυπνούν για την καθαρότητα της κληρονομικής γραμμής και μέσα σε ένα σκοτάδι που μοιάζει άχρονο, απογυμνωμένοι από τις κοινωνικές τους σημάνσεις, αποδύονται βρυχώμενοι σε μια μαθητεία στον σαδισμό και την αποκτήνωση. Τα θεμέλια της Νέας Αθήνας, η οποία καταυγάζεται από την τεχνητή φωτοχυσία του Νέου Παρθενώνα, ενός κλωνοποιημένου μνημείου, που ορθώνεται σαν φάρος στο κέντρο του Θόλου, δονούνταν από τις υλακές ενός ασύλληπτου κανιβαλισμού.

Σε αυτό τον απόπατο της ανθρώπινης φύσης, στον νεκροθάλαμο του πολιτισμού, ο ήρωας ακολουθεί το νήμα μιας διαπεραστικής μυρωδιάς, που τον οδηγεί βαθιά μέσα του, στις ρίζες του εαυτού του. Καταδυόμενος στα ερεβώδη υπόγεια της μητρόπολης και υποτασσόμενος καθ’ ολοκληρίαν στην αρχέγονη αίσθηση της όσφρησης –ένα ζώο που ιχνηλατεί έναν σκοτεινό, εχθρικό κόσμο- εντοπίζει και σώζει ένα πλάσμα στο οποίο νιώθει ότι χρωστά την αγάπη του. Σώζοντας εκείνο τον άνθρωπο ένιωθε σαν να έσωζε «κάτι απ’ τον παλιό εαυτό που αρνήθηκε, κάτι από την ουσία εκείνου που κάποτε υπήρξε».

Το μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη με τον εκπληκτικό τίτλο Άγρια Ακρόπολη αποτελεί αναντίλεκτα τη σημαντικότερη δουλειά του, δικαιώνοντας τις υποσχέσεις της πρώτης του εμφάνισης με τη συλλογή διηγημάτων Ψευδώνυμο. Ωστόσο, παρά τη μεθοδική σύνθεση ενός αλληγορικού τοπίου, όπου δεσπόζουν σε διαστροφικές μεταλλάξεις οι τερατογονίες του σύγχρονου κόσμου, η μυθοπλασία δεν τηρεί πάντοτε την απαιτούμενη συνέπεια. Υπάρχουν φορές που οι αρχικές της συμβάσεις αθετούνται, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις χρηματικές συναλλαγές. Στις πρώτες σελίδες παρουσιάζονται διεξοδικά η δομή και η λειτουργία της πολιτείας και μεταξύ άλλων επισημαίνεται η κατάργηση του διαχωρισμού περιουσίας και ατόμου. Στον νέο κόσμο «υπάρχουν μόνο τάξεις και επίπεδα. Και γενετική. Το χρήμα είναι ένα απλό γενετικό παρακολούθημα». Λίγο παρακάτω διασαφηνίζεται αυτή η παράδοξη δημοσιονομική πολιτική:

«Η οικονομική επιφάνεια παγκοσμίως μετριέται με τις λεγόμενες “Μονάδες Προσωπικής Αξίας” για τους ιδιώτες και “Μονάδες Εταιρικής Αξίας” για τις επιχειρήσεις».

«Η συσσωρευμένη αξία, το χρηματικό απόθεμα του καθενός δηλαδή, αντιστοιχίζεται σε σχέση με το γενετικό προφίλ, το βαθμό ευφυΐας και τον όροφο όπου ζει, και συμπληρώνει το “Προφίλ Αξίας” κάθε ανθρώπου, αλλιώς τον τραπεζικό του λογαριασμό».

Όμως προς το τέλος του μυθιστορήματος το χρήμα κάνει ξαφνικά την εμφάνισή του μέσω των Μετόχων, υψηλόβαθμων στελεχών του Θόλου, «μια ομάδα χυδαίων, ακατέργαστων κεφαλαιούχων», που «αντιπροσώπευαν τη βασική υλική συσσώρευση, η οποία ήταν απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας, κάτι σαν καύσιμο». Όταν ο ήρωας ανέρχεται στην κορυφή της πολιτειακής κλίμακας βιώνει τον «καθημερινό ανταγωνισμό των εκπροσώπων της γνώσης και των θεματοφυλάκων του καθαρού πλούτου».

Ένα άλλο σημείο ασάφειας αφορά το «Νευρωνικό Νέφος», τον υπερσύγχρονο αντικαταστάτη του διαδικτύου. Όπως σημειώνεται κάπου, το Νέφος αντιστοιχεί στον εγκέφαλο της μητρόπολης, όπου αποθησαυρίζονται οι σκέψεις, οι μνήμες και οι εμπειρίες όλων των πολιτών. Προτού ο ήρωας εισδύσει «στον εσώτερο κύκλο της κυβερνητικής εξουσίας» υποβάλλεται σε επέμβαση αφαίρεσης των ενοχοποιητικών στοιχείων της ταυτότητάς του, που θα ήταν πολύ εύκολο να αποκαλυφθούν μέσω του Νέφους, καθώς ως Πιστοποιημένος ο εγκέφαλός του θα ήταν αυτομάτως και διαρκώς συνδεδεμένος με αυτό το υπερκόσμιο δίκτυο. Όμως η συγκεκριμένη παράμετρος της μυθοπλασίας καθιστά μη πειστική τη διάσωση και την υπόθαλψη του πλάσματος, που φυγάδευσε από το υπόγειο της μητρόπολης. Το «Μυστικό» του, που ζει κρυφά σε ένα από τα διαμερίσματα του Θόλου, δεν θα μπορούσε να μείνει ποτέ μυστικό, ακόμα και αν φροντίζει να μη βγαίνει έξω για λόγους προφύλαξης.

Τα μυθοπλαστικά ευρήματα του Μάντη είναι ερεθιστικά διότι απλώνονται σε πολλαπλές παραδηλώσεις. Γι’ αυτό ακριβώς η εστίαση της προσοχής σε ορισμένες ασυνέπειες θα θεμελίωνε στερεότερα το οικοδόμημά του και θα ενίσχυε την αληθοφάνεια. Παραδείγματος χάριν, η προσμονή του αληθινού ουρανού, αποκλειστικό προνόμιο των ενοίκων του Θόλου, μολονότι ανήκει οπωσδήποτε στις ομορφότερες συλλήψεις του συγγραφέα, χάνει μέρος από τη σημασία της όταν ο νεαρός Άξελ τη βραδιά του χορού αποφοίτησης θαυμάζει από ένα μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου το «αληθινό φεγγάρι, κρεμασμένο σαν φωσφορούχος μελισσοφωλιά πάνω από ένα εξίσου αληθινό πέλαγος».

Οφείλω, βέβαια, να τονίσω πως σε αντίθεση με τη διάταξη του δικού μου κειμένου, οι επιμέρους αβλεψίες δεν είναι σε καμία περίπτωση η τελική εντύπωση που αφήνει το μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη.

agriaakropoli

Νίκος Α. Μάντης, Άγρια Ακρόπολη,  Εκδόσεις Καστανιώτης

3,209 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η Βασιλική-Βίκυ στο «Μπορείς να κλάψεις μέσα στο νερό;», του Θανάση Χειμωνά

Πίσω από τον Ρασκόλνικοφ, πίσω από την Άννα Καρένινα, πίσω από τον Τζάκ Τόρενς υπάρχουν δεκάδες αφανείς λογοτεχνικοί ήρωες που...

Close