Συνάφειες αισθητισμού των Όφις και κρίνο και Βυσσινί τριαντάφυλλο*, γράφει ο  Sun Tao* 孙涛

By  |  0 Comments

Ο όρος «αισθητισμός», υπό ευρεία έννοια, σημαίνει αφοσίωση στην ομορφιά όπως την βρίσκουμε στην τέχνη και σε οτιδήποτε ελκυστικό στον γύρω μας κόσμο. Αυτή η αντίληψη που δέχεται το ωραίο ως γενικό κριτήριο υπήρξε σε όλες τις ιστορικές εποχές [1]. Ωστόσο, από τον 19ο αι. η λέξη αρχίζει να δηλώνει κάτι καινούριο: ένα κίνημα που κυριάρχησε στη Δυτική Ευρώπη, τοπικά κατεξοχήν στη Βρετανία και τη Γαλλία και χρονικά κυρίως στην τελευταία δεκατετία του 19ου αιώνα.

Σε γενικές γραμμές, το κίνημα του αισθητισμού έχει ως βασική αρχή του το δόγμα της «τέχνης για την τέχνη», που ισχυρίζεται ότι η τέχνη είναι αυτάρκης και δεν χρειάζεται να υπηρετεί τίποτε άλλο πέρα από τους δικούς της σκοπούς. Με άλλα λόγια, η τέχνη είναι αυτοσκοπός και δεν πρέπει να είναι ηθικοδιδακτική, πολιτικά στρατευμένη, ή οτιδήποτε άλλο πέρα από τον εαυτό της [2]. Με βάση αυτή τη νέα θεωρία της τέχνης, η ομορφιά επαναπροσδιορίζεται από τους οπαδούς του αισθητισμού, οι οποίοι εκφράζουν την αντίθεση κατά της συμβατικής αντίληψης για το ωραίο και υποστηρίζουν πως η ωραιότητα είναι άσχετη με τις έννοιες του καλού και ηθικού, ενώ μπορεί να συνδέεται στενά με τις έννοιες του κακού και ανήθικου, και το έργο της τέχνης πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά από την αισθητική απόλαυση που προσφέρει. Επομένως, το ωραίο στους αισθητιστές είναι πλέον κυρίως το ηδονικό, το τεχνητό, το παράξενο, το άρρωστο, ακόμα και το διαστροφικό. Σ’ αυτό το σημείο, το κίνημα του αισθητισμού συνδέεται άρρηκτα ή μάλλον ισοδυναμεί κατά κάποιο τρόπο με την «παρακμή» [3]. Οι παρακμιακοί αισθητιστές, φτάνοντας στα άκρα, στράφηκαν προς τη θετική τάυτιση του κακού με το ωραίο και βρήκαν στο κακό την ομορφιά. Έτσι, όπως θα δούμε παρακάτω στα κείμενα του αισθητισμού, η παρακμή χαρακτηρίζεται από την έξαρση των αισθήσεων, τον εξωραϊσμό της αμαρτίας, την προβολή της νοσηρότητας και διαφθοράς, την εξύμνηση της διαστροφής.

Εκτός από θεώρηση της τέχνης, ο αισθητισμός είναι και αντίληψη ή φιλοσοφία της ζωής [4]. Η τέχνη εκλαμβάνεται ως υποκατάστατο της ζωής· η ζωή παρουσιάζεται ως τέχνη, ή ως έργο τέχνης. Επηρεασμένοι απ’ αυτή τη βιοθεωρία, οι εκπρόσωποι του αισθητισμού περιφρόνησαν την πραγματική ζωή και επιζήτησαν να παρουσιάσουν με τα έργα τους ένα κλειστό κόσμο θερμοκηπίου, γεμάτο εξωτική ομορφιά και εξαίσιες ηδονές, αλλά απομακρυσμένο από την καθημερινή πραγματικότητα. Έτσι, ως αναπόφευκτη συνέπεια, όπως θα παρατηρήσουμε πιο κάτω, στην λογοτεχνία του αισθητισμού συνήθως απουσιάζει πλήρης υπόθεση· αντί για αυτά διαχέεται στο κείμενο ο ερωτικός και ο αισθησιακός λόγος ως αντίδραση του υλισμού.

Ο αισθητισμός άρχισε να εμφανίζεται στην Ελλάδα γύρω στα 1893-1894, με τα πρώτα πεζά ποιήματα και λυρικά πεζογράφηματα του Νικόλαου Επισκοπόπουλου και τελείωσε στα 1912, οπότε ο Πλάτων Ροδοκανάκης δημοσίευσε τα αισθητιστικά πεζά Το βυσσινί τριαντάφυλλο και ο Θρίαμβος. Οι Νεοέλληνες πεζογράφοι του αισθητισμού, ακολουθώντας τους Δυτικοευρωπαίους ομοτέχνους τους, καλλιεργούσαν το ίδιο μοτίβο του αισθητισμού, τόσο στο ειδολογικό, όσο και στο θεματικό και υφολογικό επίπεδο.

Στη μελέτη αυτή, επιλέγουμε δύο χαρακτηριστικά έργα, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο του νεοελληνικού αισθητισμού, και θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε τις συνάφειες μεταξύ τους, έτσι ώστε να διαπιστωθούν τα κύρια γνωρίσματα του νεοελληνικού αισθητισμού.

Το πρώτο έργο, που θα εξετάσουμε αργότερα, είναι το Όφις και κρίνο, το πρώτο δημοσιευμένο βιβλίο του Καζαντζάκη, που κυκλοφόρησε το 1906 με το ψευδώνυμο «Κάρμα Νιρβαμή». Πρόκειται για ένα λυρικό αφήγημα [5] γεμάτο ερωτική ευαισθησία, και επίσης ένα «πεζό ποίημα» σφραγισμένο έντονα από σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά σημεία της παρακμής τόσο στα θέματα, όσο και στους εκφραστικούς τρόπους. Γι’αυτό, θα λέγαμε, ότι το Όφις και κρίνο μπορεί να θεωρηθεί το κορυφαίο έργο του νεοελληνικού αισθητισμού.

Το δεύτερο υπό εξέταση έργο, Το βυσσινί τριαντάφυλλο του Ροδοκανάκη, όπως είπαμε, είναι το τελευταίο αντιπροσωπευτικό φανέρωμα της νεοελληνικής πεζογραφίας του αισθητισμού, που δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα Ακρόπολις στις 12, 13 και 14 Φεβρουαρίου 1909, και έπειτα εκδόθηκε σε βιβλίο το 1912. Το έργο αρθρώνεται σε τρία μέρη: στο ομώνυμο διήγημα, στις «Παιδιάτικες αγάπες», ερωτικές αναμνήσεις του συγγραφέα από τη ζωή της παιδικής ηλικίας, και στις «Ιστορίες», αποσπάσματα από την ρεαλιστική καθημερινότητα. Στην ανάλυση που ακολουθεί θα εστιαστεί η προσοχή μας κυρίως στο πρώτο μέρος του βιβλίου.

 

  1. Ειδολογία

      Ως προς την εξωτερική μορφή, και τα δύο έργα είναι γραμμένα με τη μορφή ημερολογίου, που αποτελεί ένα συνηθισμένο είδος στο οποίο ανήκουν τα περισσότερα έργα του πεζογραφικού αισθητισμού: το είδος του πλασματικού ημερολογίου και ταυτόχρονα πεζού ποιήματος. Το συγκεκριμένο είδος αποτελεί στοιχείο ταυτότητας για τα έργα του αισθητισμού, καθώς βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις απαιτήσεις δομής που υπαγορεύει η καινούρια συνειδητοποίηση του ανθρώπινου ψυχισμού [6]. Οι Έλληνες αισθητιστές, επηρεασμένοι από τη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση, υιοθετώντας τη μορφή του πλασματικού ημερολογίου, μπορούν να αποδώσουν καλύτερα τις εσωτερικές καταστάσεις του αφηγητή, διατηρώντας παράλληλα τα (αυτο-) βιογραφικά στοιχεία ή το εξομολογητικό αφήγημα του συγγραφέα [7]. Επομένως, ο Καζαντζάκης τελειώνοντας το Όφις και κρίνο, αναφέρει ότι είναι «ημερολόγιο της καρδιάς» [8], το ίδιο ισχύει και για Το βυσσινί τριαντάφυλλο. Εξάλλου, η ευελιξία της μορφής στην οποία συνυπάρχουν στο πεζό ποίημα η ποίηση και η πεζογραφία εξασφαλίζει ελευθερία κατά την ανάπτυξη των θεμάτων της εσωτερικής ζωής, ενώ συγχρόνως διευκολύνει τον επίκαιρο λυρισμό του συγγραφέα στο έργο του. Απ’ αυτή την σκοπιά, μπορούμε επίσης να θεωρήσουμε ότι τα δύο έργα ανήκουν στο είδος του πεζοτράγουδου έχοντας υπόψη τη λυρική ποιότητά τους [9].

  1. Θεματολογία

   Ως προς την θεματολογία, τα δύο έργα παρουσιάζουν πολλά κοινά, τα οποία χαρακτηρίζουν τον ελληνικό αισθητισμό. Μάλιστα, υπάρχουν και ορισμένα σημεία διαφοροποίησης, τα οποία οφείλονται στην ιδιοσυγκρασία του κάθε συγγραφέα. Ακολούθως, θα προχωρήσουμε στην συγκριτική ανάλυση που θα κινηθεί κυρίως στους εξής θεματικούς άξονες:

2.1  Ο ερωτικός λόγος

Εκ πρώτης όψεως, και τα δύο κείμενα είναι ερωτικά αφηγήματα. Στο Όφις και κρίνο περιγράφεται το πάθος και ο εκρηκτικός έρωτας ενός ζωγράφου προς μια ωραία γυναίκα. Από την αρχή κιόλας της νουβέλας, ο ήρωας είναι γεμάτος λυρικό ενθουσιασμό και ερωτική έκσταση για την εξαιρετική γυναίκα που συνάντησε. Αλλά σιγά σιγά, με το πέρασμα του χρόνου, αρχίζει να αισθάνεται την πικρή γεύση του ανικανοποίητου και της απογοήτευσης, και επιθυμεί να «ζητάει κάτι άλλο, κάτι άλλο…» [10] για να αλλάξει τη μη αισθητική ζωή του. Έτσι, ο ζωγράφος αποφασίζει να αυτοκτονήσει μαζί με τη γυναίκα, έτσι ώστε η ομορφιά της σχέσης να μπορέσει να διατηρηθεί αιώνια, ανέγγιχτη από τη σαρκική φθορά. Οι δύο λοιπόν, κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο με πλήθος λουλούδια, πεθαίνουν από ασφυξία στο άρωμα λουλουδιών. Όμοιο με το Όφις και κρίνο, Το βυσσινί τριαντάφυλλο παρουσιάζει και πάλι τον αμοιβαία έρωτα ενός ζωγράφου, του Γιώργου, προς την όμορφη Βέρα. Στο τέλος, οι δύο ερωτευμένοι επιλέγουν πάλι την αυτοκονία και πνίγονται στη θάλασσα καλπάζοντας πάνω σε άλογα.

Εδώ, ωστόσο, πρέπει να επισημάνουμε ότι τα δύο κείμενα, που αποκλίνουν από τα παραδοσιακά ερωτικά αφηγήματα, δεν είναι η ιστορία του έρωτα ενός άντρα για μια γυναίκα αλλά η έκφραση αυτού του έρωτα. Ολόκληρο το κείμενο είναι ένας λόγος, ένας ερωτικός λόγος. Η υπόθεση δεν εκτυλίσσεται μέσα από γεγονότα αλλά μέσα από τις αισθήσεις που αυτά τα γεγονότα εμπνέουν. Σ’ αυτό το σημείο διακρίνεται ο αισθητισμός από άλλα λογοτεχνικά ρεύματα: ο αισθητισμός μάς παρουσιάζει έναν κόσμο των αισθήσεων, χωρίς να νοιάζεται για τον πραγματικό ή τον ιδανικό κόσμο.

  • 2. Η αισθησιακή ομορφιά

  Η λατρεία και η εξύμνηση της ομορφιάς αποτελούν το μοτίβο του αισθητισμού. Ωστόσο, η έννοια του ωραίου δεν γίνεται πια κατανοητή με τους συμβατικούς όρους του παρελθόντος. Η ωραιότητα μέσα στο πλαίσιο του αισθητισμού εισάγει την καινούρια αισθητική αντίληψη του κόσμου, που θεωρεί την ομορφιά ως αισθησιακή, ηδονική, τεχνητή, ακόμα και διαστροφική. Αυτές οι εσωτερικές ταυτίσεις δικαιώνουν το δόγμα της «τέχνη για την τέχνη», το θεμελιακό δόγμα του αισθητισμού, όπου η τέχνη του εκλεκτού υπερβαίνει τους κανόνες της ομορφιάς και της ηθικής.

Στα δύο αφηγήματα οι περιγραφές για την ομορφιά της γυναίκας είναι τολμηρές, ονειροπόλες, γεμάτες από λυρικές εξάρσεις, και μάλιστα αισθησιακές, που φτάνουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να κινητοποιηθούν και να ενεργοποιηθούν σχεδόν όλες οι αισθήσεις του ανθρώπου, για να εξυμνηθεί το ηδονικό σώμα της γυναίκας. Χαρακτηριστική είναι η ταύτιση του κορμιού της γυναίκας με το λουλούδι: στο Όφις και κρίνο, η γυναίκα γίνεται εξωτικό άνθος από σάρκα πίσω από το οποίο κρύβονται πίσω όλα τα μυστήρια των αιώνιων πόθων. Το γυναικείο σώμα εδώ παρουσιάζεται ως ένα μυστήριο ηδονικού κόσμου:

      Μπροστά μου Σε βλέπω να υψώνεσαι ωσάν λουλούδι εξωτικό κάποιας πανώρηας σάρκινης άνθισης. Ξέρει το λιγερό κορμί Σου το μυστικό που ξέρουν οι κισσοί και περιπλέκονται. Και όταν βαδίζεις και όταν γέρνεις απάνω μου και όταν ανοίγεις τα χείλη και όταν κλείνεις τα μάτια και όταν παραδίδεσαι είνε άσμα και είνε μουσική το σύμπλεγμα των γραμμών Σου. Στην αγκαλιά σου κρύβονται τα μυστήρια των αιωνίων Πόθων και στα μάτια Σου αρμενίζει το αίνιγμα των θαλασσών. [11]

Παρομοίως, στο Βυσσινί τριαντάφυλλο, από την αρχή κιόλας του διηγήματος διαχέεται ο αισθησιακός ερωτισμός: η Βέρα όταν εμφανίζεται ιδρωμένη ύστερα από καβούρντισμα των αμυγδάλων, ο αγαπημένος της περιγράφει την εικόνα της σαν ιδρωμένο λουλούδι που αναδίδει ευωδίες μεστή από ερωτισμό:

Ω, εκείνη η ευωδία που αναδίνεται από γυναίκιο λαιμό, όπως από το βερίκοκο το καμωμένο, σταλαγματιά σταλαγματιά, η γλύκα πάνω στα κλαδιά λαμποκοπά… όταν η Βέρα γλυκοδρωμένη ανεβάζει από το χυτό κορμί της παρθενικές ευωδίες, φαντάζομαι πως μεθώ με το άρωμα που εσκόρπιζε σε τόπο και καιρούς λησμονημένους, όταν ανοιγότανε η ύπαρξή της σε μια μεγάλη μαγνόλια ρόδινη… [12]

Σταδιακά όμως, η αισθησιακή ομορφιά τείνει κάπως προς τη διαστροφή, όπως θα παρατηρήσουμε στην εσωτερική εξομολόγηση του αφηγητή, όταν είδε την αγαπημένη του, τη Βέρα να κλαίει:

Μου ξεσκίζεται η καρδιά όταν από τα μάτια της κυλιόνται τα δάκρυα. Και κλαίει τόσον όμορφα, τόσο γλυκά. Μπορώ να βεβαιώσω πως αισθάνομαι μια ηδονή σαν την κοιτώ να κλαίει. [13]

Προφανώς, εδώ η λατρεία της ομορφιάς συνδέεται άρρηκτα με τη λατρεία του πόνου που προκαλεί η αγαπημένη του στον εαυτό του, καθώς ο πόνος διεγείρει την ηδονή του. Το θέμα αυτό, βέβαια, μπορούμε να παρακολουθήσουμε σαφέστερα και εκτενέστερα στο Όφις και κρίνο, όπου η απόλαυση του πόνου γίνεται πιο έντονη και πιο διαστροφική, στον βαθμό που συνδυάζεται με τη βία:

Μου έρχεται να Σ’ αρπάσω από τα μαλλιά και να βάλω το χέρι μου απάνω στο ξεόγκωμα εκείνο του λαιμού Σου που ανεβοκατεβαίνει και να σφίξω, και ν’ απολαύσω τον Πόνο σου… Άγρια Απόλαυση! Θερμό και μαλακό το αίμα Σου να τρέχει από τα χέρια μου, μέσα από τα δάχτυλά μου, και να πέφτει απάνω στα λευκά σεντόνια και να στάσσει κάτω απ’ τις δαντέλλες..[14]

Τα αισθήματα που βιώνουν οι εραστές, και μάλιστα ο άνδρας, παρακολουθούν στενά τον τυπικό ρομαντικό συνδυασμό της ηδονής με την οδύνη, όπου εμφιλοχωρεί ως έμμονη ιδέα ο βασανισμός της γυναίκας από τον άνδρα [15]. Εξάλλου, εδώ προεξάρχει μια μορφή του εγωκεντρικού και ισχυρού άνδρα, ο οποίος θέλει να αποκτά τον απόλυτο έλεγχο των αισθήσεων της γυναίκας, ακόμα και των πιο δυσάρεστων, όταν ο πόνος, το κλάμα και το αίμα της γίνονται δικό του κτήμα. Σ’ αυτό το σημείο μας θυμίζει τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο, που θαύμαζε ο νεαρός Καζαντζάκης, ενώ συγχρόνως μας παραπέμπει στον «ισχυρό άνδρα» του ιταλού αισθητιστή D’ Annunzio, που επηρέασε σημαντικά το Όφις και κρίνο του Καζαντζάκη, στο οποίο βρίσκονται πολλές λεπτομέρειες όμοιες προς το μυθιστόρημα Ιl Triomfo della morte του D’ Annunzio [16].

                                ***

Εκτός από την αισθησιακή ομορφιά της γυναίκας, η φύση, υπό τη γραφίδα των αισθητιστών, συχνά απεικονίζεται επίσης και ως αισθησιακή, ηδονική και τεχνητή. Στον Ροδοκανάκη, η εξωτερική πραγματικότητα συλλαμβάνεται και εξεικονίζεται ως νωχελική ικανοποίηση των αισθήσεων, ως απόλαυση ωραίων πραγμάτων. Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τη φύση ως ένα τεχνητό έργο που προκαλεί έντονες ηδονές:

Ω βραδυά αλησμόνητη. Κάθε αστέρι σου και μια καινούργια νότα των ερωτικών μου τραγουδιώνε, κάθε αχτίδα του φεγγαριού σου και ένα μαγεμένο δάχτυλο επάνω στης ψυχής μου τις χορδές. Ήτανε η βασίλισσα μεσ’στις κερένιες ομορφιές των κοριτσιώνε. Με τι χάρη το χομόγελό της μοιραζότανε σα νέκταρ στις ματιές που το ρουφούσαν με ηδονισμό… [17]

 Το ίδιο συμβαίνει και στον Καζαντζάκη, όπου θα βρούμε την ίδια αισθησιακή φύση:

Σήμερα το πρωί κατέβηκα στον κήπο μου ν’ αναπνεύσω. Τα λουλούδια ήσαν ξυπνητά και γερμένα ’πό τη δροσούλα έκαναν την αρωματώδη προσευχή των, στο άστρο το πρωινό. Ένα κρίνο μονάχο μέσα στις αναδενδράδες εκοιμώταν. Σιγά, σιγά, από τα μεσοκλεισμένα φύλλα του εκύτταζα να βγαίνει ένα έντομο μικρό και ώμορφο- κι άνοιξε με κόπο τα φτερά του λες κι ήσαν φορτωμένα από γύριν ίσως, ίσως από ηδονή. Είχε ξενυχτίσει μέσα στο κρίνο. Τώδα να βαρειοπετά μεθυσμένο από την απόλαυση μέσα στα δένδρα. Ένοιωθα πως τα μάτια του θάσαν γεμάτα από την ανάμνηση και την νοσταλγία της νύχτας- και δεν έβλεπαν… [18]

  • 3 Η νοσηρότητα

Η παρακμή χαρακτηρίζεται πρωταρχικά από την αυτογνωσία μιας φθοράς, η οποία εισέρχεται στο ανθρώπινο σώμα και μυαλό παίρνοντας τελικά τη μορφή της διαφθοράς. Επομένως, η νοσηρότητα αποτελεί το συνηθισμένο φαινόμενο και το βασικότερο θέμα στην πεζογραφία της παρακμής, όπου εκδηλώνονται η αδυναμία στο βιολογικό επίπεδο, καθώς και η νεύρωση στο ψυχολογικό επίπεδο.

      Αναφορικά με το Όφις και κρίνο, ήδη από την πρώτη έκδοσή του, πολλοί κριτικοί είχαν επισημάνει την απεριόριστη νοσηρότητά του: ο Κονδυλάκης μιλά για «νοσηράν ιδέαν» [19], ο Παλαμάς για «ποίημα νοσηρόν» [20], και ο Βλαστός για «αρρωστημένη ψυχή» [21]. Πράγματι, η νοσηρότητα διαπνέει σχεδόν κάθε σελίδα του βιβλίου:

Κατ’ αρχήν, η νοσηρότητα εκδηλώνεται από τη βιολογική αδυναμία του ήρωα: «έχω πυρετό πάλι σήμερα» (16) [22], αρχίζει το ημερολόγιο, «είμαι χλωμός κι εξαντλημένος» (38), «είμαι άρρωστος, τα χέρια μου καίνε» (63) … Τέτοιες φράσεις όμοιες ή παραλλαγμένες, επαναλαμβάνονται πολλές φορές στο κείμενο.

 Δεύτερον, ο νοσηρός τρόπος με το οποίο αντικρίζει τη ζωή και τον εξωτερικό κόσμο: ο ζωγράφος ζει απομονωμένος από τον πραγματικό κόσμο και προσηλώνεται μόνο στην ωραιοπάθεια και την ηδονολατρεία «…Να πήγαινα μακρυά από τους ανθρώπους και κοντά στα θεριά- πέρα στην έρημο. Κι εκεί μόνος με την ψυχή μου την αμέρωτη ν’αντικρύσω τον ουρανό» (41), και με το πέρασμα του χρόνου η νοσηρά ιδέα του γίνεται πιο έμμονη και σταθερή στις σκέψεις του, φτάνοντας στο σημείο της νεύρωσης: «βλέπω πράγμα που δεν τα βλέπουν άλλοι… οι άλλοι δεν βλέπουν τα μυστήρια» (75). Εδώ εμφανίζεται ξανά η μορφή του νιτσεϊκού υπερανθρώπου, ο οποίος φαντασιώνεται να μείνει σε ένα φιλντισένιο πύργο που τον κρατά απομακρυσμένο από τον πληθυσμό, διότι πιστεύει στο ξεχωριστό και το εκλεκτό άτομο, αλλά και στον πεσσιμισμό και την απελπισία.

Τρίτον, η νοσηρά, ακόμα και φρικιαστική ιδέα απέναντι στην αγαπημένη του: «θέλω να αιματώσω την καρδιά Σου με το αίμα των πληγωμένων κι απαρηγόρητων ελπίδων… και θέλω… να μολύνω την καρδιά Σου… να σε διαφθείρω όλη…» (57). Η διαστροφή του πάθους, με άλλα λόγια, η σύζευξη του έρωτα με τη βία.

Τέλος, η διαστροφική ιδέα για το ωραίο, που την υπάγει στο έγκλημα: «είσαι ώμορφη, ώμορφη σαν την αρματία και ωσάν τον θάνατο ώμορφη» (24), και επίσης η απελπισία και ο μηδενισμός του, όλα αυτά οδηγούνται τελικά στο θάνατο.

Θα λέγαμε λοιπόν, καταληκτικά ότι ο Καζαντζάκης στο Όφις και κρίνο, συνδυάζει τον έντονο και νοσηρό αισθησιασμό με τον νιτσεϊκό υπερανθρωπισμό, για να προβληθεί η ολοκληρωτική παρακμιακή νοσηρότητα του έργου.

       Συγκριτικά με τα παραπάνω, η παρουσία της νοσηρότητας στο Βυσσινί τριαντάφυλλο, αν και λίγο πιο περιορισμένη σε έκταση, είναι εξαιρετική και δραματική, διότι η αρρώστια της ηρωίδας, η πευματική διαταραχή της, δεν είναι έμφυτη, αλλά μεταδίδεται ή «κληρονομείται» κατά τύχη από τη μητέρα της που πεθαίνει από ψυχική ασθένια: μια νύχτα γεμάτη ερωτική και αισθησιακή ατμόσφαιρα, όταν οι δύο ερωτευμένοι βρίσκονταν στον κήπο, μια νυχτερίδα, πετώντας χαμηλά, χτύπησε στο μέτωπο την Βέρα, η οποία λυποθύμησε αμέσως. Έπειτα διαπιστώθηκε ότι η νυχτερίδα είχε μπερδευτεί πάνω σε κάποιο βυσσινί τριαντάφυλλο, που ξεφυλλίστηκε πάνω στη Βέρα σαν σταλαγματιές από αίμα. Η Βέρα το θεώρησε κακό σημάδι για τη ζωή τους· νόμιζε εξάλλου πως η νυχτερίδα ήταν η ψυχή της πεθαμένης μητέρας της. Από τότε αρχίζει η μεταστροφή της Βέρας προς την ψυχική ασθένεια, που οδηγεί στην απόφαση των ερωτευμένων να αυτοκτονήσουν.

  • 4  Ο τεχνητός θάνατος

Δύο πράγματα ωραία έχει ο κόσμος: τον έρωτα και το θάνατο. [23] Επομένως, οι συγγραφείς του αισθητισμού, ως λάτρες της αντιυλιστικής ζωής, αναπόφευκτα θα παρουσιάσουν με πάθος την όμορφη πλευρά του θανάτου. Στα δύο αφηγήματα, ο θάνατος των δύο ερωτευμένων απεικονίζεται ως εντυπωσιακός, και μάλιστα τεχνητός, δηλαδή δεν είναι φυσικός, αλλά ένας θάνατος από προσωπική επιλογή και επίσης η αυτοκτονία με την ταιριαστή αισθητική μέθοδο. Στο Όφις και κρίνο, όπως είπαμε, οι δύο εραστές πνίγονται σε αρώματα λουλουδιών. Ωστόσο, η απόφαση και ο σχεδιασμός του θανάτου ανήκουν στον άντρα που υποτάσσει τη γυναίκα χωρίς τη θέλησή της, έτσι ώστε να αναδειχθεί η κυριαχία του ισχυρού άνδρα. Η σκηνή του θανάτου, μάλιστα, μπορεί να αποκληθεί δολοφονία με λουλούδια. Στο Βυσσινί τριαντάφυλλο όμως, η αυτοκτονία γίνεται με τη συμφωνία και των δύο εραστών και ο τρόπος της είναι τελετουργικός: ο Γιώργος και η Βέρα περνούν πρώτα από τον αρχαίο ναό του Δαφνιού, έπειτα από το παρεκκλήσι του Άη Νικόλα και μετά ξεχύνονται στην οργισμένη θάλασσα στη μέση μιας καταγίδας που μανιάζει.

  1. Υφολογία

Οι λογοτέχνες του αισθητισμού δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στο περίτεχνο και διακοσμητικό ύφος, αφού με αυτό μπορούν να αναδείξουν το δόγμα τους «η τέχνη για την τέχνη» στο πρακτικό επίπεδο. Συναντάμε στα κείμενά τους πολυτελείς διακόσμους, όπου η αναζήτηση του σπάνιου και του εκλεκτού- με εξωτικές συνδηλώσεις- φτάνει στα όρια της εκζήτησης. Εξάλλου, το ύφος είναι δουλεμένο με εξαιρετική λεπτότητα και προσεγμένο στη λεπτομέρεια. 

Όλα τα παραπάνω υφολογικά χαρακτηριστικά παραπάνω μπορούν να εντοπιστούν στο Βυσσινί τριαντάφυλλο, που είναι γεμάτο ωραία αντικείμενα, ωραίες αισθήσεις, ωραία λόγια. Εδώ μέσα από τις άλλες τέχνες, κυρίως τη ζωγραφική και τη μουσική, δημιουργείται υποβλητικά, μια ατμόσφαιρα λεπταισθησίας, ένας τόπος ονείρων, ένα θερμοκήπιο με πολλά εξωτικά λουλούδια. Γι’αυτό ο Παλαμάς έκανε μια εύστοχη παρατήρηση:

ο Ροδοκανάκης θέλησε όχι τόσο να ζωγραφίση, όσο να τραγουδήση·όχι τόσο να τραγουδήση όσο να συμβολίση. Γύρο στο βυσσινί τούτο τριαντάφυλλο, που δεν το χάϊδεψε σε κανένα περιβολάκι ο δροσερός αέρας και της μέρας το φως, αλλά πιο πολύ σε θερμοκηπίο μέσα ή ζέστα που αγκαλιάζει ηδονικά κάποια σπάνια και ξωτικά λουλουδία, σαν πιο πολύ μιας τέχνης παρά της φύσης βλαστάρια… [24]

Τέτοιο θερμοκηπίο βρίσκεται επίσης και στο Όφις και κρίνο, όπου ζουν και πεθαίνουν οι δύο εραστές σε μια κρεβατοκάμαρα στολισμένη με λουλούδια. Ωστόσο, συγκριτικά με το Βυσσινί τριαντάφυλλο, το ύφος του φανερώνει ακόμα περισσότερη υπερβολή, άγρια υστερία, με επιτήδευση και μερικές φορές μονοτονία στις διατυπώσεις. Τα επίθετα «έκφυλος», «ακόλαστος», «λάγνος», «άσεμνος», «βέβηλος», «ακάθαρτος» και τα ουσιαστικά «πόθος», «ηδονή», «σάρκα», «κορμί» κτλ. πάνε κι έρχονται ολοένα στις σελίδες του έργου. Όπως σημειώνει ο Κονδυλάκης, «είνε μόλα ταύτα αρκούντως πληκτικός αυτός ο μονόλογος εις τον οποίον μερικά πράγματα και μερικαί λέξεις επαναλαμβάνονται υπέρ παν μέτρον» [25].

Παρόλα αυτά, το Όφις και κρίνο περιέχει θαυμάσιες λυρικές και ποιητικές φράσεις, που μπορεί να θεωρηθούν ως επιτυχημένοι ερωτικοί στίχοι, για παράδειγμα:

Μέσα στην ψυχή μου επρόβαλες και τόξερα πως θάλθεις. Και Σε περίμενα. Σε περίμενα όπως η γη τον χειμώνα παγωμένη κι έρημη πονεί και περιμένει. Είσαι Συ η άνοιξη κι έρχεσαι και προχωρείς αγάλια, αγάλια, μέσα στην ψυχή μου...(13)

Έτσι, με δεδομένη τη λυρική ποιότητα του ερωτισμού, έχουμε εδώ «μίαν άλυσσον πεζών ποιημάτων αυτοτελών» [26], και επίσης ένα εκτεταμένο «πεζοτράγουδο». Το ίδιο ισχύει και για Το βυσσινί τριαντάφυλλο.

  1. Συμπερασματικά

     Μια συστηματική προσέγγιση των δύο έργων μας καθιστά ικανούς να καταλήξουμε τουλάχιστον στα εξής συμπεράσματα:

     (1). Οι δύο Έλληνες πεζογράφοι πήραν από τους Δυτικοευρωπαίους συναδέλφους τους του αισθητισμού πολλά από τα κοινά και τα βασικά χαρακτηριστικά του κινήματος, καλλιέργησαν το παράξενο, το σπάνιο, το ασυνήθιστο στα θέματα και στους εκφραστικούς τρόπους. Κοινό γνώρισμά τους ήταν η δοξολόγηση της αισθησιακής ομορφιάς που την εννοούν και την περιγράφουν ως διακόσμηση με ποικιλία και λεπτομέρεια. Συγκριτικά όμως, ο Ροδοκανάκης ρέπει περισσότερο προς τη ρομαντική διάθεση και προσπαθεί να περάσει, σαν δύναμη δαιμονική, το αισθησιακό στοιχείο (π.χ. η μετάδοση της νεύρωσης, η περιγραφή της αυτοκτονίας, κτλ.). Δεν προχώρησε μάλιστα στην έξαρση της διαστροφής ή στην εξύμνηση της αμαρτίας και της διαφθοράς, ενώ ο Καζαντζάκης το αντίθετο: έφτασε στις υπερβολές και τις άκραιες θέσεις της Παρακμής: ο τόνος του τείνει να είναι πιο υποτονικός, πιο νοσηρός, πιο διαστροφικός, με διάθεση νωχελική παθητική ή αρνητική αντίκρυ στη ζωή. Επιπλέον, η ταύτιση της ομορφιάς με την αμαρτία και τον θάνατο (Ώμορφη σαν την αμαρτία κι ωσάν τον Θάνατο ώμορφη [27]) οδηγείται τελικά στην ωραιοποίηση και εξύμνηση της αμαρτίας. Επομένως, απ’ αυτή την άποψη θα λέγαμε ότι το Όφις και κρίνο, μπορεί να θεωρηθεί το πιο αντιπροσωπευτικό έργο της ελληνικής Παρακμής, ενώ το Βυσσινί τριαντάφυλλο τυπικό φανέρωμα του ελληνικού αισθητισμού, που δεν παρουσιάζει τόσο υπερβολικά παρακμιακά σημεία όσο και ο δυτικοευρωπαϊκός αισθητισμός.

  (2). Έχοντας υπόψη την ιδιοσυγκρασία των δύο συγγραφέων, μπορούμε επίσης να συμπεράνουμε ότι το Όφις και κρίνο, στο οποίο ο Καζαντζάκης συνδυάζει τον αισθητισμό με τη νιτσεϊκή φιλοσοφία του υπερανθρώπου, είναι ένα έργο ολοκληρωμένο ως κοσμοθεωρία, ως πρόταση ενός τρόπου ζωής και ως συνέχεια ύφους, ενώ το Βυσσινί τριαντάφυλλο, ως αποσπασματική ημερολογιακή καταγραφή, δεν προτείνει μια συστηματική και ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία, είναι απλώς σαν ένα ωραίο έργο τέχνης από τον οποίο μπορούμε να αποκτήσουμε την απόλαυση ομορφιάς, επίσης είναι μια δοκιμή ύφους που πειραματίζεται πάνω στην αναζήτηση αισθησιακής ζωής.

Βιβλιογραφία

  1. Εκδόσεις

Νίκος Καζαντζάκης (= Κάρμα Νιρβαμή), Όφις και κρίνο, (επιμ.) Πάτροκλος Σταύρου,

εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2002

Πλάτων Ροδοκανάκης, Το βυσσινί τριαντάφυλλο, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1988

  1. Μελέτες

Λ. Αραμπατζίδου, Θέματα του αισθητισμού στην ελληνική πεζογραφία 1893-1912, διδακτορική διατριβή του τομέα ΜΝΕΣ, Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 2002

____________  «Περιδιάβαση και φιλοξενία στο λόγο του Ν. Καζαντζάκη: διακείμενο ή διακύβευμα κοσμοπολιτισμού», Ο κοσμοπολιτισμός του Νίκου Καζαντζάκη, Πρακτικά διεπιστημονικής Ημερίδας, Δημοτική βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, 5 Νοεμβρίου 2007, εκδ. Εργαστηρίου Συγκριτικής Γραμματολογίας, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 17-22

Peter Bien, Καζαντζάκης: η πολιτική του πνεύματος, τόμ. Α’, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2001

  1. V. Johnson, Αισθητισμός, στη σειρά Η γλώσσα της κριτικής, τόμ. 9, (μετφ.) Ελένη Μοσχονά, Ερμής, Αθήνα 1973

Αγγέλα Καστρινάκη, «Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Αισθητισμός: έλξη και άπωση», στο Εισαγωγή στο έργο του Καζαντζάκη, (επιμ.) Roderick Beaton, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2011, σ. 3-30

Τ. Καρβέλης, «Ο Πλάτων Ροδοκανάκης και ο ελληνικός αισθητισμός», Δεύτερη ανάγνωση, κριτικά κείμενα 1984-1991, τόμ.Β’, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 1984, σ. 71-73

Γ. Μ. Κολιόπουλος, Ταξιδευτές με τον «Δυσέα» Νίκο Καζαντζάκη, εκδ. Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2008

Στ. Ξεφλούδας (επιμ.), Νιρβάνας, Χρηστομάνος, Ροδοκανάκης και άλλοι, Βασική βιβλιοθήκη «Αετού», αριθ. 30, εκδ. Ιωάννου Ν. Ζαχαροπούλο, Αθήνα 1957

Α. Σαχίνης, Η πεζογραφία του αισθητισμού, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα 1981

  1. Περιοδικά, λεξικά και εγκυκλοπαίδειες

Ι. Κονδυλάκης (= Διαβάτης), περ. Νέα Εστία 63 (1958), σ. 614-5

Π. Βλαστός (= Έρμονας), περ. Νέα Εστία 63 (1958), σ. 689-690

Δ. Ι. Καλογερόπουλος (= Δάφνις), περ. Πινακοθήκη 5 (1905-1906), σ. 228-9

Κ. Παλαμάς, «Τα έργα της φαντασίας. Το βυσσινί τριαντάφυλλο», περ. Ο Νουμάς 7, 331 (1909), σ. 1

  1. A. Cuddon, Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας της λογοτεχνίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2010

Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007

Εγκυκλοπαίδεια Δομή έγχρωμη: όλες οι γνώσεις για όλους, Δομή, Αθήνα 1981-1982

*  Θερμές ευχαριστίες οφείλω στην κα. Λ. Αραμπατζίδου, επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για τις προσεκτικές της διορθώσεις και βελτιώσεις του κειμένου.

*  Λέκτορας στο Τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας του University of International Business and Economics στο Πεκίνο.

[1] R. V. Johnson, Αισθητισμός, Ερμής, Αθήνα 1973, σ. 9

[2] J. A. Cuddon, Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρία της λογοτεχνίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2010, σ. 30

[3] Ο Σαχίνης σημειώνει ότι ο αισθητισμός πήρε στα τέλη του 19ου αι. τη μορφή της «παρακμής» («décadence»), που ήταν ένας προχωρημένος και αρρωστημένος αισθητισμός. Βλ. Α. Σαχίνης, Η πεζογραφία του αισθητισμού, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα 1981, σ. 10. Ακόμα, υπάρχει μία άλλη άποψη για τη συνάφειά τους, η οποία πιστεύει ότι ο αισθητισμός και η «παρακμή» είναι διπλή όψη του ίδιου κινήματος: ο αισθητισμός συνδέθηκε περισσότερο με την αγγλική πλευρά του κινήματος, όπου τονίζεται το ύφος, ενώ η «παρακμή» συνδέθηκε πιο πολύ με την γαλλική πλευρά, όπου δόθηκε βάρος στη θεματική. Βλ. Λ. Αραμπατζίδου, Θέματα του αισθητισμού στην ελληνική πεζογραφία 1893-1912, διδακτορική διατριβή του τομέα ΜΝΕΣ, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 6-7

[4] Βλ. R.V. Johnson, ό.π. σ. 9, όπου επισημαίνονται τρεις διαφορετικές αλλά συσχετιζόμενες όψεις του αισθητισμού, δηλαδή ο αισθητισμός ως θεώρηση τέχνης, ως θεώρηση ζωής και ως χαρακτηριστικό πραγματικών έργων τέχνης και λόγου.

[5] Η συγκεκριμένη ειδολογική κατάταξη του έργου είναι πολυσυζητήσιμη: νουβέλα (βλ. Peter Bien, Καζαντζάκης:η πολιτική του πνεύματος, τ. Α’, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2001, σ. 8), πλασματικό ημερολόγιο (ως προς την εξωτερική μορφή) ή εκτενές πεζοτράγουδο (έχοντας υπόψη τη λυρική ποιότητα του κειμένου, βλ. Λ.Αραμπατζίδου, ό.π. σημ.3, σ.142). Για το ζήτημα αυτό θα αναπτύξουμε πιο κάτω.

[6] Λ. Αραμπατζίδου, ό.π.(σημ.3), σ. 141

[7] Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία στο Όφις και κρίνο έχουν επισημανθεί αντίστοιχα από την Π. Σταύρου και την Έλ. Αλεξίου, αλλά οι απόψεις τους διαφοροποιούνται. Βλ. σχετικά σχόλια του Π. Σταύρου, στο Ν. Καζαντζάκης (= Κάρμα Νιρβαμή), Όφις και κρίνο, (επιμ.) Πάτροκλος Σταύρου, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2002, σ. 110 και εφεξής.

[8] Όφις και κρίνο, ό.π., σ. 100

[9] Λ. Αραμπατζίδου, ό.π. (σημ.3), σ. 142

[10] Όφις και κρίνο, ό.π., σ. 65

[11] Όφις και κρίνο, ό.π., σ. 23

[12] Πλ. Ροδοκανάκης, Το βυσσινί τριαντάφυλλο, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1988, σ. 13-14

[13] Το βυσσινί τριαντάφυλλο, ό.π., σ. 20

[14] Όφις και κρίνο, ό.π., σ. 36-37

[15] Αγγέλα Καστρινάκη, «Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο αισθητισμός: έλξη και άπωση», στο R. Beaton (επιμ.), Εισαγωγή στο έργο του Καζαντζάκη, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2011, σ. 4

[16] Περισσότερες πληροφορίες για τις ομοιότητες των δύο έργων, βλ. Α. Σαχίνης, ό.π.(σημ.3), σ. 326-7

[17] Το βυσσινί τριαντάφυλλο, ό.π., σ. 12

[18] Όφις και κρίνο, ό.π., σ. 63-4

[19] Περ. Νέα Εστία 63 (1958), σ. 614, πρώτη δημοσίευση στην Εφ. Εμπρός, 18 Ιαν. 1906

[20] Περ. Πινακοθήκη 5 (1905-1906), σ. 228

[21] Περ. Νέα Εστία 63 (1958) σ. 690, πρώτη δημοσίευση στο περ. Ο Νουμάς 4, 186 (1906), 19 Φεβ.

[22] Όφις και κρίνο, ό.π., σ. 16. Εφεξής οι αριθμοί των σελίδων θα δίνονται πίσω από κάθε παράθεμα.

[23] Κ. Παλαμάς, «Τα έργα της φαντασίας. Το βυσσινί τριαντάφυλλο», περ. Ο Νουμάς 7, 331 (1909), σ. 1

[24] Κ. Παλαμάς, ό.π.

[25] Ι. Κονδυλάκης, ό.π.(σημ. 20)

[26] Δ. Ι. Καλογερόπουλος, περ. Νέα Εστία 63 (1958), σ. 689, πρώτη δημοσίευση στο περ. Πινακοθήκη, Έτος Ε’, τευχ.Ξ’, Φεβ. 1906, σ. 228

[27] Όφις και κρίνο, ό.π., σ. 24

 

 

O SUN TAO  孙涛  γεννήθηκε στο Luoyang Henan της Κίνας το 1984  και διαμένει στο Πεκίνο. Έχει σπουδάσει στο τμήμα Ευρωπαϊκών Γλωσσών του Πανεπιστημίου Ξένων Σπουδών του Πεκίνου (Beijing Foreign Studies University), με ειδίκευση τη βουλγάρικη γλώσσα και φιλολογία και έχει ολοκληρώσει Μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ειδίκευση τη νεοελληνική φιλολογία με άριστα. Είναι λέκτορας Νεοελληνικής φιλολογίας, Πρόεδρος του Τμήματος Ελληνικών Σπουδών στο University of International Business and Economics της Κίνας και στο παρελθόν ήταν Λέκτορας νεοελληνικής φιλολογίας στο Beijing Foreign Studies University. Έχει λάβει τρείς υποτροφίες από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας για εκπόνηση της μεταπτυχιακής διατριβής, το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων για έρευνα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.

 

 

41,838 total views, 628 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Έναν μύθο θα σας πω – Ή πολλούς! γράφει ο Κώστας Στοφόρος

Είναι πραγματικά ελπιδοφόρο ότι οι εκδοτικοί οίκοι θυμήθηκαν και πάλι τη Μυθολογία. Και η δουλειά αυτή και ποιοτική είναι και...

Close