Θέατρο αγάπης, της Λίνας Πανταλέων

By  |  1 Comment

 «Στο τέλος, ο ανθρώπινος νους ίσως είναι το καλύτερο μέρος να παραμένεις, όσο κι αν λιμνάζεις ως ύπαρξη».

Η Αγάπη λιμνάζει στο καινούργιο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η κυριολεκτική, ενσώματη έκφανσή της είναι κατάκοιτη, αναδιπλωμένη ολόκληρη στο μυαλό της, όπου σοβούν η μνησικακία και ο φόβος. Η πραγματικότητα της Αγάπης είναι κατακυριευμένη «από τη θέαση του ίδιου της του εαυτού». Ακινητοποιημένη από μια αρρώστια λιγότερο σοβαρή απ’ όσο θα άρεσε στη ματαιοδοξία της, επιτίθεται στον φόβο της, τον φόβο όχι του θανάτου, αλλά ενός μοναχικού θανάτου, κομματιάζοντάς τον σε ιστορίες, σε αποκυήματα του νου, σε φανταστικές εκδοχές ενός τέλους διαφορετικού από αυτό που ξέρει ότι θα της επιφυλάξει η πραγματικότητα. Η Αγάπη θέλει να ζήσει κι άλλο, «και η απαρχή του θέλω είναι ο φόβος». «Θέλω ίσον μπαίνω σε κάτι με πιθανότητα καταστροφής». Κατά την εκδίπλωση της αφήγησης αυτή η έμφοβη επιθυμία μετεξελίσσεται στην απόλυτη τρομοκρατία του «θέλω», που μετέρχεται κάθε θεμιτό και αθέμιτο τέχνασμα και από την οποία υποφέρουν όλα τα μυθοπλαστικά πρόσωπα.

Ο Σταμάτης μετατρέπει ένα υπνοδωμάτιο αστικού σπιτιού, κάπου στα Μελίσσια, σε θεατρική σκηνή, όπου ένα απόγευμα συνωθούνται έξι πρόσωπα με κεντρικό εξ αυτών το ξαπλωμένο, την Αγάπη, που αντιμετριέται με τα υπόλοιπα από χαμηλότερο ύψος και ωστόσο αφ’ υψηλού. Το κάλεσμά της προς τους οικείους της συνιστά το grand finale της αυτοβιογραφίας της, το οποίο ενορχηστρώνει με επιμελή δολιότητα. Η Αγάπη γνωρίζει τη σημασία τού να βρίσκεται κανείς μέσα σε αυτό το δωμάτιο. «Σημαντικά πράγματα. Σημαντικό πράγμα είναι να βρίσκεσαι σ’ ένα δωμάτιο με μια ετοιμοθάνατη που κοιμάται. Σημαντικό πράγμα είναι το οξυγόνο. Σημαντικό πράγμα είναι ο έρωτας. Επίσης σημαντικό πράγμα είναι οι ρίζες, είτε τις τρως είτε όχι. Σημαντικό πράγμα είναι να έχεις αναπνοή. Όχι πως αν δεν έχεις είσαι ασήμαντος. Είσαι όμως ένας σημαντικός που δεν αναπνέει. Άρα ένας σημαντικός νεκρός».

Εκείνη την ημέρα, σε εκείνο το δωμάτιο, θα ειπωθούν τα πάντα, όλα τα σημαντικά και όλα τα μικρά. Και θα ειπωθούν συμμορφούμενα στους λεκτικούς ελιγμούς της Αγάπης, υποταγμένα στον τρόπο της να κάνει οτιδήποτε αρθρώνει «να γλιστρά απαλά αλλά με απόλυτη ακρίβεια στο στόχο». Μολονότι έχει πλέον εξελιχθεί σε «επαγγελματία του κάτω κειμένου», αναγνωρίζει πως «πολύ λίγα πράγματα είναι πιο ελκυστικά από μια σταράτη φράση που περιέχει εντός της όλους τους πιθανούς χώρους όπου επαληθεύεται».

Οι νεκροί γράφουν τις ιστορίες. Οι συγγραφείς επίσης. Και η Αγάπη έχει ήδη γράψει αρκετές και αρκετά καλές ώστε να αναδειχθεί σε μεγάλη κυρία των γραμμάτων. Τώρα αγωνιά να διασώσει το ύστατο έργο της, το απαύγασμα της αυτοβιογραφίας της, το απόσταγμα, την πεμπτουσία του παρελθόντος της, και αναζητά συνεργούς. Θέλει να προλάβει το θάνατο για να ζήσει ακόμα μια φορά τη φρεναπάτη τού θαυμαστά υποθετικού «αν». «Τι θα γινόταν αν;» Εφαλτήριο κάθε επίνοιας. Όταν στο μυαλό αρχίζουν να τρεμοφέγγουν «αυτά τα μικρά όμορφα ‘τι θα μπορούσε να γίνει’», «φωταγωγούνται τα πράγματα σε όλες τους τις αποχρώσεις».

Η συγγραφική εμπειρία επιτρέπει στην Αγάπη να ζυγίζει με κακεντρεχή ειρωνεία τις φράσεις, τους δισταγμούς, τις υπεκφυγές, τις ενστάσεις, τις ομολογίες και τις αποκρύψεις, εν ολίγοις καθετί που αρθρώνεται ή αποσιωπάται εντός του δωματίου. Φαντάζει σαν μετρονόμος του γλωσσικού ρυθμού, των δολιχοδρομήσεων και των εκβολών του. Ο προφορικός λόγος είναι ατελής, ξεγλιστρά εύκολα από το μείζον, και η ίδια προτιμά τον επεξεργασμένο, που ελέγχεται και χειραγωγείται, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ό,τι πρόκειται να ειπωθεί στο δωμάτιο είναι εκ των προτέρων προβαρισμένο στο μυαλό της. Συνεπώς, οι ατάκες των καλεσμένων της αξιώνουν μόνο έναν μικρό βαθμό ειλικρίνειας και αυθορμησίας, στο μέτρο που εκρέουν, ερήμην τους, από τον ναρκοθετημένο λόγο της Αγάπης. Μια ευφυής σκηνοθεσία, από την οποία επιδιώκει να εκμαιεύσει το οικογενειακό αφήγημα, με όλο το αίμα εγκιβωτισμένο. «Μόνο καρναβαλικά ζει κανείς το φρικτό».

Η Αγάπη, με τη σκιά του θανάτου να στιλβώνει τα λόγια της, εκμεταλλεύεται στο έπακρο την επιδεξιότητά της στη γλώσσα και τα ψυχογραφήματα, για να μεθοδεύσει τις συγκρούσεις μεταξύ των επισκεπτών της. Με υπολογισμένες παρατηρήσεις καιροφυλακτεί για τις αναπότρεπτες εκρήξεις, που πυροδοτούν τα πιο άγρια ξεγυμνώματα. Κάθε απαρχή διαλόγου καταλήγει σε βεβιασμένες, σαρωτικές αναφλέξεις. Όλοι, αργά ή γρήγορα, γίνονται συνεργοί στο άδηλο παιχνίδι της. Μυστικά και ψέματα, καταχωνιασμένοι θυμοί, σωροί πικρίας και λύπης, κακίες και πληγές, ανεξάλειπτα σημάδια, της σάρκας και της ψυχής, κατακλύζουν τους τέσσερις τοίχους, εξουθενώνοντας με την ασφυκτική τους πίεση τα πρόσωπα, τα οποία περιβάλλουν. Το ίδιο το σπίτι στα Μελίσσια μεγεθύνεται σε θύλακο των πράξεών τους, τις διαβρωτικές συνέπειες των οποίων φέρει εγχαραγμένες στα θεμέλιά του. Διότι «αυτό που φθείρεται μέσα εμφανίζεται στην επιφάνεια». Άλλωστε και οι ένοικοί του αντικείμενα ήταν, «από εκείνα που σπάνε εύκολα κι επισκευάζονται δύσκολα».

Ας παρατηρήσουμε τις μαριονέτες της Αγάπης με τη σειρά που μπαίνουν στο δωμάτιο. Καταρχάς, ένας μυστήριος άντρας, ο Σέργιος, ο οποίος εμφανίζεται σε ρόλο μπάτλερ, φορώντας μια ιατρική μάσκα στο πρόσωπο. Εξαιρετικό εύρημα. Η μάσκα καθιστά έκτυπο τον θεατρινισμό των χειρονομιών της Αγάπης, υποδεικνύοντας τη δική της αθέατη μάσκα, που διαφυλάσσει την αληθινή της όψη, ενόσω επίσης κρύβει την ταυτότητα του άντρα, τον πραγματικό του ρόλο στο θέατρο της Αγάπης. Από την άλλη, η αντιμικροβιακή της χρησιμότητα σαρκάζει την τοξικότητα των λόγων, που δηλητηριάζουν την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Ο μπάτλερ, η παρουσία του οποίου υπαινίσσεται και άλλες, αμφίσημες ιδιότητες, έχει αναπτύξει με την κυρία του σπιτιού μια δυσεξήγητη οικειότητα, που θα μπορούσε να έχει τη διάσταση της συνενοχής. Ωστόσο, η προσεγμένη, ύποπτη διακριτικότητά του δεν επιτρέπει να φανερωθεί τίποτε το άρρητο. Η αδιατάρακτη αποστασιοποίησή του από οτιδήποτε διαμείβεται μεταξύ των επισκεπτών, μοιάζει να περιγελά τους τραγικοκωμικούς παροξυσμούς τους. «Η εικόνα φαίνεται σχεδόν αστεία. Που φυσικά δεν είναι».

Καίριο στοιχείο της μυθοπλαστικής του παρουσίας είναι το ότι εκείνος φέρνει τα πρόσωπα στο υπνοδωμάτιο της Αγάπης. Ένα στοιχείο, από το οποίο ο Σταμάτης επωφελείται πολύ έξυπνα σε μια απροσδόκητη τροπή της αφήγησης.  Από το άλλο μέρος, ο Σέργιος κατέχει τα πιο βαρύτιμα μυστικά της Αγάπης, τις ιστορίες της, τις λέξεις της. Από τότε που εκείνη αρρώστησε, εκείνος είναι που, τρόπον τινά, γράφει τα βιβλία της. Άλλοτε δακτυλογραφεί τις υπαγορεύσεις της και άλλοτε απομαγνητοφωνεί αποσπάσματα, επεκτείνοντας τη δικαιοδοσία του επί του κειμένου μέχρι μια «ελάχιστη επιμέλεια». Σε κάποιο σημείο, σαν να έπρεπε να επαναπροσδιορίσει το πλαίσιο της τελευταίας τους συμφωνίας, ο άντρας αποσαφηνίζει στην Αγάπη τον φιλολογικό όρο τού υπό διαμόρφωση βιβλίου της: «Ένα κατά βάση αυτοβιογραφικό κείμενο με ‘εγκατεσπαρμένα αποσπάσματα από παλαιότερα κείμενα της συγγραφέως’».

Ο Σταμάτης συναιρεί αυτή την αφηγηματική δομή με το μονόπρακτο, που διαδραματίζεται στο δωμάτιο. Έτσι, η συγγραφική δουλειά της Αγάπης παρεισδύει στην πραγματικότητά της, εκείνη τη συγκεκριμένη ημέρα, που την επισκέφτηκαν οι δικοί της. Από τη στιγμή που ο αναγνώστης αποκτά επίγνωση αυτής της επιτήδειας συναίρεσης, δεν μπορεί να είναι καθόλου βέβαιος για το τι πραγματικά συμβαίνει στο δωμάτιο. Με ένα αμιγώς διανοητικό τέχνασμα, ο Σταμάτης κατορθώνει να επιβάλει ένα ευλογοφανές σασπένς στην εξέλιξη της αφήγησης.

Πριν αρχίσει η καρναβαλική, καίτοι σαρκοβόρα, παράσταση της Αγάπης, παρακολουθούμε το «διπλό θέατρο», που παίζεται επί χρόνια ανάμεσα σε εκείνη και τον Σέργιο. Τα λόγια των ρόλων τους ψηλαφούν τις υποφωτισμένες γωνίες της κοινής τους μνήμης, ακραγγίζουν αλήθειες που ζεματάνε, καταψύχουν το καύμα των λέξεων με περιφράσεις καταπραϋντικές, αμφίρροπες, ακροθιγείς. «Τι κάνει αυτό που της λέει να είναι αλήθεια ή να είναι ψέμα; Τι κλειδώνει το πρόσημο της πραγματικότητας;»

«Σκέφτεται ότι βρίσκονται σε μια σκοτεινή γωνιά της γλώσσας, σ’ ένα κομμάτι δυσδιάκριτο, όπου δεν μπορούν να έχουν και τόσο εμπιστοσύνη στα λόγια. Μια γιρλάντα από λέξεις τούς συνδέει. Γιορτινό στολίδι, επί χρόνια».

Οι διαφυγούσες λέξεις φώλιαζαν στα βλέμματά τους, όπου εκδιπλώνονταν αδιάκοπα οι παλιές ιστορίες, ο χρόνος, που είχε μεσολαβήσει. «Τον κοιτάζει. Την κοιτάζει. Η επαναληπτικότητα αυτών των βλεμμάτων. Η κυκλική αναπαραγωγή τους. Η διαρκής τους αναπαράσταση. Στατικά αλλά όχι ίδια. Ακόμη και στην επανάληψη, τα πράγματα αλλάζουν. Πόσω μάλλον στη γραμμική διάρκεια».

Ο Σταμάτης υποδεικνύει τις παραδηλώσεις της ιδιότυπης σχέσης αυτών των σημαινόντων για τη μυθοπλασία χαρακτήρων, παραβάλλοντάς την με μια παρτίδα σκάκι· παρτίδα εφάμιλλης κρισιμότητας με εκείνη που σφραγίζει την Έβδομη σφραγίδα. «Είναι σαν μια παρτίδα σκάκι που έχει φτάσει σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο απειλής του βασιλιά που δεν οδηγεί σε ματ: check perpetual».

Αξίζει να προσεχθεί μια σκηνή, που υποδηλώνει τη δυναστική, καθότι ακατάλυτη, σχέση μεταξύ Αγάπης και Σέργιου. Μια σκηνή δηλωτική, επίσης, της ζείδωρης επενέργειας των λέξεων σε μια λογοτεχνική φύση. Η Αγάπη δυσκολεύεται να αναπνεύσει και ο Σέργιος της δίνει να εισπνεύσει από μια φιάλη οξυγόνου. Εκείνη εισπνέει άπληστα, λες και είναι οι τελευταίες της ανάσες. «Λέξη λέξη, ανάσα ανάσα. Το θέμα της κάποτε ήταν να κατάφερνε να βρει δέκα είκοσι λέξεις που να ταιριάζουν με την ψυχή της. Τις λέξεις-ψυχές. Το ίδιο έψαχνε και με τις ανάσες. Είναι κάποιες ανάσες που είναι ανάσες-ψυχές. Και μ’ αυτές τις λέξεις-ανάσες-ψυχές να γεννήσει ό,τι είναι να γεννηθεί. Μπορεί κάποτε να ήταν κι ένα είδος σωτηρίας. Τώρα όμως οι λέξεις είναι στοιβαγμένες πίσω της, χιλιοχρησιμοποιημένες, και οι ανάσες είναι υποβοηθούμενες».

Επιστρατεύοντας όλη τη δύναμη αυτών των υποβοηθούμενων αναπνοών και μαζί τα γλωσσικά της πυρομαχικά, η Αγάπη ετοιμάζεται να υποδεχτεί τους πρώτους καλεσμένους της, την κόρη της Ειρήνη και τον σύζυγό της, τον Ανέστη. Η Ειρήνη είναι η πιο ευάλωτη παρουσία μέσα στο δωμάτιο. Αν το σπίτι ήταν σφαγείο, εκείνη σίγουρα θα ήταν το σφάγιο. Ανίκανη για ειρήνευση με το οικογενειακό παρελθόν, γίνεται βορά της οργής και της απελπισίας της, της μνήμης, όπου λυσσομανούν οι εφιάλτες. Κάθε λέξη της μητέρας της τη βρίσκει ανοχύρωτη, τη σημαδεύει κατάσαρκα. Δεν έχει πια αντοχές για την παραμικρή, την πιο παροδική, εκεχειρία. Δεν αντέχει το έμμονο γρατζούνισμα των ίδιων, παλιών τραυμάτων. Εκείνη φροντίζει να τα αφήνει ανέγγιχτα, προτιμά να την τρώνε από μέσα. Σε κάθε υπαινιγμό της μητέρας της νιώθει να τη γδέρνουν αιχμές. Της είναι ακατανόητη η σκηνοθεσία της, ο υποδόριος σαδισμός της, η απώτερη στόχευσή της. Ενοχοποιεί ακόμα και τα πιο ιλαρά, τα πιο αβαρή σχόλια. Η Αγάπη σκέφτεται για την κόρη της: «Σταγόνα χιούμορ η Ειρήνη. Πόσω μάλλον σε τέτοιες θερμοκρασίες».

Η Ειρήνη είναι η πιο δεκτική μαριονέτα της Αγάπης. Στο παραμικρό τάνυσμα του σχοινιού ηλεκτρίζεται. Συμμετέχει σύγκορμα στο μαύρο θέατρο της μητέρας της, με σπασμωδικές κινήσεις και άτσαλα, αδέξια λόγια. Η άμυνά της είναι αξιοθρήνητη, όλο φάλτσα. Οι φθίνουσες αντιστάσεις της καταρρέουν με το ελάχιστο κέντρισμα. Εισβάλλει μαινόμενη στην αρένα, αλλά δεν διαθέτει τις σωστές λέξεις, εκείνες που καταφέρουν θανάσιμα πλήγματα. Φαρμακερός ο συλλογισμός της Αγάπης: «Υπάρχει ένα σημείο που άνθρωποι σαν την Ειρήνη δεν το αντέχουν ούτε και ως θέατρο του εαυτού τους. Κι όμως συνειδητά το ξεπερνούν. Γιατί από μέσα δουλεύει μια ακόμη πιο σκληρή δύναμη. Η πρόκληση, το άχτι, το έλλειμμα».

Η θερμοκρασία δωματίου ολοένα πυρακτώνεται. Οι πυροσβεστικές παρεμβάσεις του Ανέστη πέφτουν στο κενό, αλέθονται από την επιθετική, βίαιη σιωπή, που λυμαίνεται τον χώρο. Ο Ανέστης δείχνει να ισορροπεί στα όρια του ρόλου του. Μοιάζει παρείσακτος στο δωμάτιο, δεν μετέχει του χυμένου αίματος. Σε εκείνον δεν φτάνει παρά ο απόηχος της εκκωφαντικής ιστορίας, που συντίθεται βαθμιαία και αποσπασματικά, με εξημμένες αναιρέσεις και οδυνηρές καταφάσεις, μέσα από τις τεμνόμενες, διασταυρούμενες φωνές. Ο Ανέστης έχει αδικηθεί από τη διανομή και το ξέρει. Παραμένει στην περίμετρο του δράματος. «Όλα πάνω του κραυγάζουν: είμαι ο τρίτος ρόλος και περιμένω τη σειρά μου – παρασύρομαι σπάνια, ναι, συμβαίνει, αλλά στον πυρήνα μου έχω υπομονή, και ξέρω πως κάποτε θα αποζημιωθώ γι’ αυτό».

Δαιμόνιος ενορχηστρωτής των παύσεων, όπως και των λέξεων, είναι η Αγάπη, δεξιοτέχνις της σιωπής. Διότι «πάντα η σιωπή τα λέει καλύτερα». Και δυνατότερα, τόσο «που λες και τρίζουν τα τζάμια του δωματίου και του σπιτιού ολόκληρου». Η Αγάπη ξέρει να σιγεί σωστά, είναι ασκημένη στη φιλέκδικη σιωπή, που βυσσοδομεί στα χάσματα του λόγου. «Είναι ο φυσικός της τρόπος. Η φύση της, ο τρόπος που ζει. Αυτό την ενδιαφέρει. Ένας τρόπος να βρίσκεται όχι μέσα στα πράγματα, ούτε έξω ή πίσω από αυτά, αλλά κάπου στο ενδιάμεσο. Θα έλεγε κανείς στο διάκενο, όπως κάποτε διάβαζε στον αγαπημένο της Κορτάσαρ».

Στα διάκενα, που δημιουργούν η αμηχανία, η καχυποψία, ο πληγωμένος εγωισμός των άλλων, καθώς και κάποιες στιγμές «κάθετες, αποστομωτικές», η Αγάπη εξυφαίνει την κλειστού δωματίου ιστορία της. Μια ιστορία που ενθυλακώνει παραχαραγμένες τις επιμέρους, βιωματικές ιστορίες των προσώπων ολόγυρά της. Τις περιέχει, όπως περιέχει την ίδια το δωμάτιο. Με μια κραυγή από τα κατάβαθα της ψυχής της, που δονείται μέσα της, αναφωνεί: «Είμαι συγγραφέας εγώ! Μέσα σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα δωμάτιο, ξαναγράφω τον κόσμο. Και το βιβλίο μου ένα σπίτι είναι, με πολλά παράθυρα, και καθένα τους έχει διαφορετική θέα».

Ωστόσο, δεν πιστεύει πια με τόση αυτοπεποίθηση στην εξουσία της. Εδώ και καιρό είχε αναγκαστεί να αναθεωρήσει. Το πραγματικό, στην πιο αναξιόπιστη όμως εκδοχή του, τη μνήμη, την πολιορκούσε. Το δωμάτιό της είχε μικρύνει υπερβολικά, είχε γεμίσει με παρελθόν. Τα παράθυρά του τώρα έμοιαζαν στενά και θαμπά, σαν φινιστρίνια, που ατενίζουν ένα ναυάγιο. Όλο αυτό το φορτίο χρόνου, που είχε στοιβαχτεί στο σπίτι, ήταν η πηγή, από την οποία άρδευε το μέλλον, το μέλλον των κειμένων της. Η Αγάπη θεωρώντας εαυτόν ειδήμονα του παρελθόντος πάσχιζε να το μεταπλάσει σε αφήγηση. Ρουφούσε το παρελθόν, όπως το οξυγόνο από τη φιάλη. «Το ’χει κάνει κομμάτια πια. Ό,τι σημαντικό υπήρξε το ’χει καταβροχθίσει και το ’χει ξαναγεννήσει γραμμένο. Κείμενο». Και μεταγράφοντας το παρελθόν φιλοδοξούσε να το τοποθετήσει λίγο πάνω από την πραγματικότητα, από την οποία το είχε υφαρπάξει. «Η μνήμη ενός συγγραφέα διαμορφώνει, παραλλάσσει. Κάνει το ντοκουμέντο αξιοδιάβαστο». Έχοντας, όμως, συναίσθηση της συνθηκολόγησής της με το πραγματικό, δεν διστάζει να καγχάσει την εξάρτηση της γραφής της από το ντοκουμέντο.

«Ξαναγράφει τον κόσμο, αλλά όπου την οδηγεί εκείνος, όπου την οδηγεί η αφόρητη νοσταλγία για την πραγματικότητα. Πέρασε από το αποσπασματικό, το αυτοαναφορικό, την ηθελημένη ασάφεια, μετά από τα επιλεγμένα θραύσματα, το παραξένισμα, την ειρωνεία, και εντέλει έμεινε μόνο μ’ αυτό: την αφόρητη πραγματικότητα».

Η παράστασή της αποθεώνει αυτή ακριβώς την «αφόρητη νοσταλγία για την πραγματικότητα». Η Αγάπη παλεύει να γραπωθεί στο «εδώ και τώρα», επιζητεί μια παράταση. «Αυτό το ‘κι άλλο, κι άλλο’ των πνευμόνων… Δεν σταματά». Είναι αρπαγμένη από τη ζωή, «η ζωή είναι το υλικό της».  Γι’ αυτό στήνει ενώπιόν της τα μείζονα πρόσωπα της αυτοβιογραφίας της, αναδαυλίζοντας απωθημένα μυστικά, ερεθίζοντας ξεχασμένους πόνους, ξύνοντας ρωγμές πρόχειρα επικαλυμμένες με φτηνά υλικά. Θέλει να ξαναζήσει ανάμεσά τους σαν όλες οι εκκρεμότητες και οι προοπτικές να ήταν ακόμη ανοιχτές. Η τρομοκρατία του «θέλω». Διαρρηγνύει έτσι κάθε σύμβαση, που προφύλασσε τις μεταξύ τους σχέσεις, λαχταρώντας να ξαναρχίσουν όλα από την αρχή, να τα πουν όλα ξανά. Θέλει η συνάντησή τους να γίνει γιορτή του παρόντος, αλλά συνάμα να είναι, τρόπον τινά, επετειακή, μια δεξίωση του παρελθόντος στον ενεστώτα.

«Η πλέον εθιστική ανθοφορία που μπορεί να υπάρξει είναι η ύπαρξη. Η αέναη καινούργια νεότητα του κάθε πράγματος είναι ανεπανάληπτη, πρόκειται περί ενός μεγαλείου ασύλληπτου, ο ενεστώτας είναι η πιο εκρηκτική γιορτή που μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Είναι ποιότητα pura, τέλος».

Η συνάντηση που οργανώνει η Αγάπη είναι και μία πρόβα για το μετά. «Όταν –όπως φαντάζεται- θα δει τη φόδρα της ζωής». Συνιστά την κορυφαία πράξη της αυτοβιογραφίας της, την οποία γράφει και υποδύεται ταυτοχρόνως. Κάποτε, βέβαια, η παράστασή της θα τελειώσει και τότε το πραγματικό και εκείνη θα αντικριστούν καταμέτωπο. Η θεατρική σκηνοθεσία, οι μεταμφιέσεις των προσώπων, η υπονόμευση των λόγων και των κινήσεών τους, η υπόγεια καθοδήγησή τους, δυναμιτίζουν τον ρεαλισμό, που όμως παραμένει σαρωτικός. «Τι φόρμες και τρίχες, σε θεατρική σκηνή είμαστε εδώ ή στην πραγματικότητα; Ποιος τη γαμεί την ιταλική σκηνή, την κατασκευή, τα κοστούμια και τις ατμόσφαιρες, όταν υπάρχει αίμα; Πραγματικό αίμα;»

Ο ρεαλισμός εκδικείται, ο πολύς ρεαλισμός είναι αβάσταχτος. Όπως επισημαίνει η Αγάπη στις πρώτες σελίδες: «Όποιος βλέπει ρεαλιστικά τον κόσμο, ο κόσμος τού ανταποδίδει το βλέμμα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο». Στην πρόκλησή της για αλήθειες τα δραματικά πρόσωπα αντιδρούν απρόβλεπτα, συχνά παρεκκλίνουν από το προμελετημένο έργο της, δραπετεύουν από το πλάνο, αιφνιδιάζοντάς την, προδίδοντας τις αφηγηματικές της προσδοκίες. Ο τόνος τους, άλλοτε υποτονικός και άλλοτε στεντόρειος, σπανίως ανταποκρίνεται στα τινάγματα της αόρατης μπαγκέτας της. Ως μυθοπλαστικοί χαρακτήρες αποδεικνύονται ανυπότακτοι, ανερμήνευτοι.

Ο ανήμερος Κυριάκος, για παράδειγμα, ο γιος της, δεν δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία στην τήρηση των ισορροπιών, του μέτρου της υπόδυσης. Οι λέξεις του, μουλιασμένες στο αλκοόλ, βγαίνουν ακατάσχετες και εξαγριωμένες από το στόμα του, παραβιάζοντας κάθε φίλτρο αυτολογοκρισίας. Αδιαφορώντας για το κόστος, γίνεται παρανάλωμα των παθών του, έχοντας ως σημείο αναφοράς της ζωής του την επιθυμία του να «υπάρχει δυνατά», να αφήνεται να τον τραντάζει, να τον συνεπαίρνει «το υπέροχο». Η μαθητεία του στην υποκριτική τού είχε διδάξει πώς να αποσπά από το ψέμα την αλήθεια. Πίσω από την κατασκευή διέκρινε αλάνθαστα τον σκελετό. Τώρα τα λόγια του, αδέσμευτα από σκηνικές οδηγίες, εφορμούν οξύληκτα ενάντια στα μισόλογα των άλλων, ξεσπαθώνουν. Η ζαρωμένη από τη μεμψιμοιρία αδελφή του και ο βολεμένος στον κομφορμισμό του σύζυγός της τον απωθούν. «Δεν θα άλλαζα ούτε το πιο μεθυσμένο μου, το πιο ξευτιλισμένο μου δευτερόλεπτο για τις ζωούλες σας», τους φωνάζει.

Την Αγάπη ενδιέφεραν οι λέξεις, «που ζωντανεύουν δράσεις στο νου, όχι στο βλέμμα». Ο Κυριάκος ήθελε οι λέξεις του να ζωντανεύουν τις νεκρές ιστορίες, να εξορύσσουν το αίμα. Ως ηθοποιός πίστευε πως το αίμα έπρεπε να είναι διαρκώς πάνω στη σκηνή, περιφρονώντας τη μητέρα του, που του υπενθύμιζε: «Το αίμα, αγόρι μου, δεν είναι για να φαίνεται». Έχει σημασία για την έκβαση του βιβλίου μια σκηνή, που παρατίθεται στην αρχή του. Η μητέρα, στην πλήρη ακμή της και στο απόγειο της φιλαρέσκειάς της, δίνει μια συνέντευξη, ενόσω ο γιος της, μικρός ακόμα, βρίσκεται κάπου παράμερα, κρατώντας στο ένα χέρι ένα βιβλίο και στο άλλο ένα ψεύτικο πιστόλι. Η εικόνα, υποβλητικά σκηνοθετημένη, κυοφορεί τη σφοδρότητα της επικείμενης ρήξης τους.

Τη διανομή συμπληρώνουν δύο παρουσίες μάλλον φασματικές. Ο Βασίλης, ο άλλος γιος της Αγάπης, χρόνια αυτόχειρας, και η Ίρις, φιγούρα δυσεξιχνίαστη, που μπαίνει στο δωμάτιο σχηματίζοντας γύρω της μια λίμνη· στάζει ολόκληρη. «Ένα πλάσμα απόλυτα σωματικό και διαισθητικό μαζί. Χοϊκό αλλά και υπερβατικό». Δείχνει να παρεισέφρησε λαθραία στη μυθοπλασία, καθότι είναι μια κατεξοχήν ονειρική ύπαρξη. Τελικά, όχι η μόνη…

Η μορφή του Βασίλη, τυραννική αν και απούσα, διαμεσολαβείται από τον ιδιόχειρο πίνακά του, που δεσπόζει πάνω από το κρεβάτι της Αγάπης, σαν δυσοίωνο νεύμα από το επέκεινα. Ο πίνακας, ένα εκρηκτικό αμάλγαμα βίαιων χρωματισμών, που κρυπτογραφεί την αναπαράστασή του, αναστατώνει τους πάντες. Κανένας, όμως, δεν ομολογεί τη βαθύτερη αιτία της ενόχλησής του. Κάθε απόπειρα νοηματοδότησης μοιάζει να υπεκφεύγει. Υπό μία έννοια, ο πίνακας τους περιέχει όλους. Και αυτό το εύρημα λειτουργεί καταλυτικά στην αφήγηση. Σιγά σιγά οι υπαινιγμοί ξεβάφουν, σαν νερομπογιά.

Πριν γίνει συγγραφέας, η Αγάπη «ήθελε να γράψει λογοτεχνία που να είναι σαν το λευκό χρώμα: να περιέχει όλα τα άλλα. Έτσι ώστε μόνο ένα πρίσμα να μπορεί να διαχωρίσει τα χρώματα και να τα κάνει να εμφανιστούν».

Η Ίρις εμπεριέχει στην υπόστασή της όλες τις αποχρώσεις. Συμβολοποιεί ένα πρίσμα, που διαλύει το ανακάτωμα χρόνου και αισθημάτων, ξεχωρίζοντας κάθε ένα στοιχείο και καταυγάζοντάς το στο φως, που του αναλογεί. Από τα φαντάσματα, που κουβαλά ο καθένας στο δωμάτιο, εκείνη είναι το μόνο ενσαρκωμένο. Είναι το φάσμα, που αποκαλύπτει τους δυσδιάλυτους τρόπους με τους οποίους έχουν αναμειχθεί μεταξύ τους τα κύρια πρόσωπα του δράματος. Η Ίρις έρχεται να διασπάσει τον εφιάλτη του συσσωρευμένου χρόνου «σε χίλια τρομακτικά κομματάκια».

Όταν φεύγει από το δωμάτιο, ο αέρας μοιάζει διάστικτος από «πληγές, χαραματιές, γρατζουνιές», από όλα εκείνα τα λόγια, που έριχναν με λύσσα ο ένας πάνω στον άλλο σαν φτυαριές. «Λόγια σπαρακτικά μέχρι και λόγια συμφεροντολογικά, λόγια, λόγια, λόγια. Λόγια που έζησαν σε αυτό το δωμάτιο τόσην ώρα. Και κυρίως λόγια που υπαινίχθηκαν. Λόγια κρυφά. Λόγια στη σκιά όσων ειπώθηκαν. Λόγια μέσα στα λόγια».

Βαθμιαία οι φωτοσκιάσεις υποκύπτουν στο σούρουπο. Οι φωνές κοπάζουν, οι συρράξεις αναβάλλονται, τα ερωτήματα πεταρίζουν, αλλά οι απαντήσεις θα παραμείνουν άλεκτες, φυλαγμένες καλά στις κυψέλες ανομολόγητων σκέψεων. Όσο για τον πίνακα, μες στο ημίφως δεν θα είναι παρά μια ακατάληπτη μουντζούρα. Ακίνδυνη.

«Αν κοίταζαν έξω, θα έβλεπαν τις σκιές να πέφτουν, να πέφτουν στην αυλή, στο οικόπεδο, στην περιοχή, στην πόλη, στη χώρα, στο Σύμπαν, να πέφτουν απαλά επάνω σε όλους τους ζωντανούς και σε εκείνους που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί».

Όταν η πόρτα του υπνοδωματίου κλείνει για τελευταία φορά, η Αγάπη βρίσκεται εγκαταλελειμμένη σε μια απόκοσμη ερημιά. Τα πάντα γύρω της μοιάζουν θολά, σαν να διηθούνται μέσα από νερό, ενόσω η ίδια αισθάνεται πως διαπλέει αυτό τον καινοφανή, υδάτινο κόσμο σαν ένα πλάσμα αίφνης αμφίβιο, που όντως είναι, καθώς πέρασε όλη της τη ζωή παλινδρομώντας ανάμεσα στις όχθες του πραγματικού και τις αβύσσους του φανταστικού.

Πρόκειται, αναμφίβολα, για το πιο ώριμο και πιο βαθύ μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη.

 

 

978-960-03-5809-4b

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μελίσσια, Αλέξης Σταμάτης, Εκδόσεις Καστανιώτη

 

 

 

53,917 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

1 τα σχολιά σας..

  1. Pingback: Το Literature.gr σας προσκαλεί σε λογοτεχνικό δείπνο με τον συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη | Literature.gr

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
To Literature.gr προτείνει: «Μελίσσια» του Αλέξη Σταμάτη

H Αγάπη, grande dame της ελληνικής λογοτεχνίας, βρίσκεται κατάκοιτη στο κρεβάτι της σ’ ένα μεγάλο αρχοντικό στα Μελίσσια. Στον ίδιο...

Close