«Τηγανητή πατάτα», του Πασχάλη Πράντζιου

By  |  0 Comments

Με λένε Σοφία κι είμαι σαν τηγανητή πατάτα.

Τώρα θα μου πείτε, πώς είναι ένας άνθρωπος σαν τηγανητή πατάτα. Κατ’ αρχάς, ποιος σας είπε ότι είμαι άνθρωπος – είμαι γυναίκα και μάλιστα γυναίκα στην κατηγορία  της τηγανητής πατάτας. Το ‘ξερα από μικρή ότι είμαι έτσι, μα πρώτη φορά το συνειδητοποίησα όταν το είπα στο φίλο μου τον Πάνο στο Πανεπιστήμιο:

«Πάνο, ξέρεις γιατί δεν με θέλει κανένας εμένα; Γιατί είμαι σαν την τηγανητή πατάτα. Όλοι την επιθυμούν, μα κανένας δεν την προτιμά για κυρίως πιάτο».

Ο Πάνος γέλασε, αλλά συμφώνησε κι εγώ επίσημα από τότε είμαι η Σοφία και είμαι σαν τηγανητή πατάτα. Το δήλωσα και τελείωσε. Κι ο Πάνος παραδέχτηκε πως στα είκοσι χρόνια που με ξέρει άλλο έξυπνο δεν ξαναείπα. Χρόνια το επαναλαμβάνει. Όπως και το να έχω ελπίδα.

«Σου συμβαίνουν και χειρότερα, Σοφία», μου λέει. «Ξεχνάς ότι βρωμάς;».

Ξέρετε, εγώ δεν μυρίζω. Αλήθεια σας λέω. Δεν έχω όσφρηση. Πάλι ο Πάνος το ανακάλυψε στη Θεσσαλονίκη, που δεν καταλάβαινα ότι μύριζε το μπάνιο. Κι από τότε δεν σταμάτησε το στόμα του να με πειράζει: «Σοφία, βρωμάς», κι εγώ η χαζή τον πιστεύω κι όλη μέρα σαπουνίζομαι.

Όμως εμένα τώρα άλλο μ΄ απασχολεί. Μπορεί να υπάρξει άνθρωπος που προτιμά για κυρίως πιάτο τις τηγανητές πατάτες; Θα βρω επιτέλους εγώ έναν άντρα; Ε, λοιπόν, σας πληροφορώ ότι τον βρήκα.  Ναι, σας λέω. Τον συνάντησα και τρώει μόνο τηγανητές πατάτες. Δύο μέρες φάγαμε μαζί μεσημέρι και βράδυ και το μόνο που έφαγε ήταν τηγανητές πατάτες. Με βασανίζει βέβαια κι η αμφιβολία μήπως κάποιος μου κάνει πλάκα (αυτό το γουρούνι ο φίλος μου, σκέφτηκα), αλλά πάλι κάτι μου λέει πως και απόψε το βράδυ ο Θεμιστοκλής πάλι πατάτες θα φάει – ήδη έφαγε το μεσημέρι, άρα δυόμισι οι μέρες. Γι’ αυτό τολμώ και σας το λέω: Βρήκα τον άντρα της ζωής μου.

«Πάνο, δεν θα το πιστέψεις. Βρήκα τον Θεμιστοκλή».

«Ποιον Θεμιστοκλή, καλέ, τον αρχαίο;» μου λέει. «Τον άντρα που θα παντρευτώ, φίλε μου!»

Χρόνια τον έψαχνα, ας μ’ ερωτευτεί και μένα ένας, ας με διεκδικήσει, και τι στον κόσμο! Εγώ, ξέρετε, όλο μονάχη ερωτεύομαι. Όμως αυτή τη φορά δεν πέφτω έξω. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό που σας λέω. Ο Θεμιστοκλής είναι ερωτευμένος μαζί μου. Με κοιτάζει συνέχεια κι ας κοροϊδεύει ο κακούργος ο Πάνος  πως φταίει το   βοδινοαπατηλό μου βλέμμα. Αλλά, Πάνο, πέφτεις έξω.

«Σοφία», μου λέει, «στο τέλος θα μείνεις ανύπαντρη. Ο Θεμιστοκλής δεν είναι ούτε τριάντα και συ… ας μην πούμε πόσο».

Έτσι είναι ο Πάνος. Πάντοτε σε προσγειώνει. Γι’ αυτό και ‘γω μπορεί και να του κρύψω τις εξελίξεις.

«Σοφία», μου ξαναλέει, «ζυγώνουν τα σαράντα. Δεν βλέπεις; Σε λίγα χρόνια σαρανταρίζουμε».

Ας σαρανταρίζουμε. Εγώ θα το ζήσω το όνειρο…  Κι ας μην κρατήσει. Αφού με θέλει. Κι είναι και σαν εκείνο τον ηθοποιό, τον πώς τον λένε, σε νεότερο!

Όλα ξεκίνησαν στην Αλεξανδρούπολη σαν πήγα ωρομίσθια σε γυμνάσιο. Ξέρεις, (Καβάλα – Αλεξανδρούπολη)  τρεις φορές την εβδομάδα.

«Σοφία, μη με δουλεύεις εμένα. Δέχτηκες την ωρομισθία, για να μη δώσεις ΑΣΕΠ. Να το βγάλεις όμως αυτό απ’ το μυαλό σου, γιατί ΑΣΕΠ θα ξαναδώσεις».

Εγώ όμως πήγα. Κι ας επιβεβαιώθηκε πάλι ο φίλος μου.

«Σ’ έβλεπα εγώ, Σοφία, από το καλοκαίρι το κωλοβαρούσες».

Εγώ πάντως πήγα. Κι έδωσα και ΑΣΕΠ αδιάβαστη. Κι ας πήγαινα (Καβάλα – Αλεξανδρούπολη) πέρα δώθε. Κι όλο κοίταγα δεξιά κι αριστερά, γιατί ο Πάνος μου ‘πε να ‘χω τα μάτια μου ανοιχτά. Κι όλο ήλπιζα, κι όλο περίμενα. Αυτόν περίμενα. Γιατί, στο σταυρό που σας κάνω, στις συγκοινωνίες που άλλαξα φέτος, εγώ δεν πεθύμησα τίποτα περισσότερο πέρα από δύο πράγματα. Να περάσω στον ΑΣΕΠ και να βρω έναν άντρα να μ’  αγαπήσει. Ε, λοιπόν τον βρήκα. Στο σχολείο.

Στην αρχή, βέβαια, βρήκα μονάχα έναν φαλακρό γυμναστή παντρεμένο κι έναν διευθυντή κακιασμένο, αλλά τον Μάρτιο, λίγο πριν απ΄ το Πάσχα, ήρθε στο γυμνάσιο ο Θεμιστοκλής, ωρομίσθιος Πληροφορικής. Με την πρώτη ματιά τον ερωτεύτηκα. Ναι, Πάνο, κι αυτόν. Και σε πληροφορώ ότι άρχισε ήδη να με διεκδικεί. Εμένα πλησίασε απ’ όλο το σύλλογο.

«Αφού εδώ που τα λέμε, ρε Σοφία, όλες οι άλλες είναι για απόσυρση»λέει ο φίλος μου γελώντας.

Ας γελάει όσο θέλει. Ο Θεμιστοκλής μπορεί να ήταν στην αρχή λιγάκι ντροπαλός, αλλά από την εκδρομή και μετά όλο μαζί είμαστε. Και πλέον ούτε οι θείες του σχολείου με αγχώνουν, γιατί δεν βγάζω την ύλη των  Αρχαίων στο χειρότερο τμήμα που μου δώσανε, ούτε ο διευθυντής που ξεχνάει να μου δηλώσει τις ώρες, ούτε ο Πάνος που επιμένει να την πέσω στον Θεμιστοκλή να τελειώνουμε.

«Θεμιστοκλή, πάμε για φαγητό μετά το εφτάωρο», του προτείνω.

«Δεν πεταγόμαστε, ρε Σοφάκι, μέχρι τα Goody’s  να φάμε κάτι και να βγούμε το βράδυ;»

Μου την έπεφτε! Φως φανάρι αυτό. Μα δεν φαίνεται;  Σίγουρα με θέλει.

Καθίσαμε στα Goody’s έξω στα τραπεζάκια και του είπα να μου φέρει μια σαλάτα. Σαν τη λυσσασμένη πείναγα, όμως θυμήθηκα και τον Πάνο που μου ‘λεγε πως οι γκόμενες δεν αλείφονται με σάλτσες από χάμπουργκερ. Κι ούτε να τη δω δεν ήθελα αυτή τη στιγμή τη σαλάτα! Σ’ αυτή τη σκέψη ήρθε το πρώτο θεϊκό σημάδι.

«Πάλι θεϊκά σημάδια είδες, Σοφία;»

«Ναι, Πάνο, πάλι».

Σηκώνω τα μάτια και τι να δω! Βλέπω τον Θεμιστοκλή να κουβαλάει στο δίσκο τη σαλάτα και δυο μερίδες τηγανητές πατάτες. Ε, από τότε εγώ ζω ένα όνειρο. Ακύρωσα τα ιδιαίτερα στην Καβάλα και βγαίνω το βράδυ με τον Θεμιστοκλή. Πάμε σε μια ταβέρνα απόμερη και τον ακούω πάλι να παραγγέλνει τηγανητές πατάτες. Δύο μάλιστα, για να χορτάσει. Δεύτερο θεϊκό σημάδι. Είναι ο άντρας της ζωής μου. Το γραφτό μου.

«Α, κι αυτός;»

«Με κοιτάζει, σου λέω, και ‘γω λιώνω, εξατμίζομαι».

Και βγαίνουμε στο καπάκι και την επομένη, και παραγγέλνει πάλι τηγανητές πατάτες. Κι εγώ τον ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ.

Τώρα μετράω τις ώρες να ‘ρθει το βράδυ. Το μεσημέρι στα Goody’s πάλι πατάτες έφαγε. Ε, τι άλλο θέλω πια; Άμα φάει και το βράδυ, αυτό ήταν. Ο Θεμιστοκλής θα γίνει δικός μου. Μέχρι και που τον παντρεύομαι. Εν τω μεταξύ θα γίνω μια κούκλα, μια θεά, μια οπτασία. Ευτυχώς δεν μας είχαν πληρώσει απ’ τον Νοέμβριο και πήραμε μαζεμένα εννιακόσια ευρώ. Βγαίνω στην αγορά, μεταμορφώνομαι κι όταν γυρίζω σπίτι παίρνω τηλέφωνο τον Πάνο.

«Σοφία», μου λέει. «Να είσαι θηλυκή» – εγώ ήμουνα ούτως ή άλλως – «δεν πιστεύω να βρωμάς;» και γελάει.

«Μωρέ, πες ό,τι θες! Εγώ πετάω».

Ήρθε και με πήρε απ’ το σπίτι κι ήταν σαν πρίγκιπας. Ναι, αυτόν τον άντρα περίμενα. Πάμε σε μια μπιραρία με θέα στο πέλαγος κι εγώ είμαι η πιο ερωτευμένη γυναίκα στον κόσμο. Ο Θεμιστοκλής κάθεται  απέναντί μου και καπνίζει νευρικός.

«Τι έχεις», τον ρωτάω τρυφερά κι ανοιγοκλείνω τα μάτια με χάρη.

«Έχω φρικάρει με τόση τηγανητή πατάτα. Κάνω μια χημική δίαιτα και τρώω για τρεις μέρες μόνο τηγανητές πατάτες. Τις σιχάθηκα».

Μου ήρθε σκοτοδίνη. Από τη μια η θάλασσα, από την άλλη το αγόρι και στη μέση μια σαλάτα για μένα και δύο μερίδες πατάτες τηγανητές. Το τρίτο θεϊκό σημάδι! Πόσο ηλίθια ένιωσα, Θεέ μου!

«Σοφία», μου λέει, «έτσι μου ‘ρχεται να πλακώσω τα σουβλάκια! Ε, μα είναι δυνατόν να τρως για κύριο πιάτο τηγανητές πατάτες και να μην τρως τίποτ’ άλλο; Μου φαίνεται πως θα κάνω χρόνια ν’ αγγίξω ξανά τηγανητή πατάτα».

Και ποιος ακούει πάλι τον Πάνο…

 

39,393 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Εξερευνώντας το Λονδίνο του Όλιβερ Τουίστ, του Δημήτρη Μαραντίδη

Θα βρείς πολλά λογοτεχνικά βιβλία να μιλούν για το Λονδίνο, άπειρα. Αλλά σε κανένα απο αυτά δεν έχουμε έναν παιδικό...

Close