Το κλειδί, του Παντελή Κυραμαργιού  

By  |  0 Comments

Όταν είμαστε μικροί ζούμε με μια βεβαιότητα. Ότι γεννηθήκαμε για να ξεχωρίσουμε. Ότι κάποια στιγμή θα πετύχουμε κάτι αδιανόητο. Ένα θαύμα. Θεωρούμε ότι δεν είμαστε σαν όλους τους άλλους. Είμαστε καλύτεροι. Κι αυτό αργά ή γρήγορα θα φανεί.

Αργότερα εμφανίζεται η αμφιβολία και πριν καλά καλά το καταλάβουμε η βεβαιότητα υποβιβάζεται σε ελπίδα. Στην πορεία η πραγματικότητα μετατοπίζει την ελπιδα στη σφαίρα της ουτοπίας. Τέλος, η ίδια η ζωή σβήνει σαν γόμα την ουτοπία και δε μένει τίποτα. Το τίποτα είναι συνώνυμο του συμβιβασμού. Αυτό ισχύει κι ας μην το γράφει σε κανένα λεξικό. Είναι κοινό μυστικό. Μόλις λοιπόν είμαστε μεγάλοι πια και συνειδητοποιούμε πόσες φορές έχουμε συμβιβαστεί, δηλαδή πόσα τίποτα έχουμε δημιουργήσει τότε ξεπροβάλλει «εκείνη». Μια βαθειά, συνεχής, υφέρπουσα μελαγχολία που μας συνοδεύει ως το τέλος. Μια ενόχληση σαν κάτι να έχει κολλήσει ανάμεσα στα δάχτυλα και να μη μπορούμε να το βγάλουμε όσο επίμονα κι αν τα τρίβουμε με σαπούνι.

Ο Θάνος ήταν ένα παιδί σαν όλα τα άλλα. Κάθε πρωί περπατούσε μέχρι το σχολείο, λίγο μουτρωμένος αλλά κατά βάθος χαρούμενος που θα δει τους φίλους του και θα μάθει καινούργια πράγματα. Πήγαινε στην έκτη δημοτικού και μάλιστα εκείνη τη χρονιά ξεκινούσε μόνος του απο το σπίτι αφού ένιωθε πια μεγάλος για να συνοδεύεται απο τη μαμά του. Ντρεπόταν τους συμμαθητές του όπως τα περισσότερα αγόρια σε αυτή την ηλικία.

Το μεσημέρι επέστρεφε στο διαμέρισμα όπου έμενε με τους γονείς του και την αδερφή του, έτρωγε χαζεύοντας λίγο στην τηλεόραση και μετά διάβαζε τα μαθήματα της επόμενης μέρας ή έφευγε για το φροντιστήριο αγγλικών. Κατα το σούρουπο έπαιζε με τα παιδιά της γειτονιάς στην αλάνα που βρισκόταν στην πίσω πλευρά της πολυκατοικίας του. Η αλάνα αυτή ήταν απο τους ελάχιστους ελεύθερους χώρους της πόλης, ξεχασμένη απο την πολεοδομία και τους ιδιώτες. Μόνο χώμα και παιδικές φώνες. Αποτελoύσε το σύμβολο της νιότης για τις γενιές που μεγάλωναν στα γύρω στενά φορτωμένη με αναμνήσεις και όνειρα.

Ύστερα απο το παιχνίδι ο πιτσιρικάς ανέβαινε ξανά σπίτι του για να τελειώσει τη μελέτη και να δει επιτέλους τον μπαμπά του που  δούλευε πάντα σχεδόν ως αργά το βράδυ. Δειπνούσαν όλοι μαζί οικογενειακά και σιγά σιγά, η ώρα να ξαπλώσει στο κρεβάτι του διαγραφόταν στο ολοστρόγγυλο ρολόι τοίχου που κρεμόταν πάνω απ΄το παράθυρο της κουζίνας.

Η καθημερινότητα του ήταν φυσιολογική και συνηθισμένη. Όμως όταν τα φώτα σβήναν αργούσε πάντα να τον πάρει ο ύπνος. Έβαζε τα χέρια του πίσω απ’το κεφάλι πλέκοντας μεταξύ τους τα μακριά του δάχτυλα και έκανε σκέψεις και σχέδια για το μέλλον. Τα μάτια του έλαμπαν σαν αστέρια μέσα στο σκοτάδι και μια αόριστη προσμονή έκανε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Πίστευε κι αυτός, όπως όλοι μας, ότι είναι γεννημένος για κάτι σπουδαίο. Περίμενε πως και πως τη στιγμή που θα πετάξει σαν πουλί όπως στα όνειρα του, την ημέρα που θα κερδίσει το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς αγώνες, τη μεγάλη συναυλία όπου θα τραγουδήσει μπροστά σε χιλιάδες κόσμο, τους δικούς του αγώνες για έναν σπουδαίο και οικουμενικό σκοπό… Περίμενε κάτι. Και ήταν σίγουρος ότι θα τα καταφέρει. Δεν ήξερε για τι ακριβώς τον προορίζει η μοίρα αλλά ένα ήταν ξεκάθαρο. Το μέλλον τού επιφύλασσε μεγάλες στιγμές.

Μια Κυριακή η μητέρα του τον ξύπνησε μέσα στο χάραμα. Της το είχε ζητήσει ο μικρός για να μη χάσει κανένα από τα παιδικά προγράμματα στην τηλεόραση, που μεταδίδονταν απο πολύ νωρίς. Μόλις αισθάνθηκε το μητρικό χάδι στα μαλλιά του ο Θάνος σήκωσε αργά αργά τα βαριά του βλέφαρα, ευχαρίστησε τη μαμά του που δεν τον ξέχασε και τη διαβεβαίωσε πως θα χουζουρέψει δυο-τρία λεπτά ακόμα προτού σηκωθεί. Εκείνη βγήκε αθόρυβα απ΄το δωμάτιο και ο πιτσιρικάς έγειρε στο πλάι τρίβοντας το δεξί του μάγουλο στο απαλό μαξιλάρι που μύριζε ακόμα μαλακτικό. Ένιωσε κάτι κρύο και άκαμπτο να γρατζουνάει το δέρμα του και έβαλε το χέρι του ψαχουλεύοντας μέσα απο τη μαξιλαροθήκη. Με μεγάλη έκπληξη άγγιξε ένα μικρό αντικείμενο με ακανόνιστο σχήμα και μεταλλική υφή. Ήταν ένα κλειδί. Έμοιαζε παλιό, σαν εκείνα που ανοίγουν τα κρυμμένα σεντούκια με τους χαμένους θησαυρούς στις ταινίες με πειρατές. Σκούντηξε την αδερφή του που κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι και τη ρώτησε αν αυτή το είχε βάλει εκεί. «Παράτα με! Κοιμάμαι», μουρμούρισε εκείνη κάνοντας σαφές οτι δεν είχε καμία σχέση με το παράξενο αυτό γεγονός. Ο Θάνος έβαλε τις κάλτσες του και σέρνοντας γρήγορα τις πατούσες του, προχώρησε ως την κουζίνα όπου η μητέρα του έφτιαχνε ομελέτα για πρωινό.

– «Μήπως άφησες εσύ ή ο μπαμπάς αυτό εδώ στο μαξιλάρι μου;» ρώτησε καχύποπτα επιδεικνύοντας το κλειδί.

– «Ποιo;» απάντησε απορρημένη.

– «Αυτό εδώ σου λέω! Αυτό!» φώναξε κουνώντας πιο ζωηρά αυτη τη φορά το κλειδί μπροστά στα μάτια της.

– «Δεν αφήσαμε τίποτα», ξεκαθάρισε η μάνα του κι ο μικρός έτρεξε στο μπάνιο κλειδώνοντας την πόρτα για να μην τον ενοχλήσει κανείς.

«Επιτέλους!», σκέφτηκε. «Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου!». Όπως ακριβώς στα παραμύθια που του άρεσε να διαβάζει. Όπως στα έργα που ξετρελαινόταν να παρακολουθεί. Αυτή τη φορά όμως πρωταγωνιστής ένιωθε πως θα ήταν ο ίδιος. Ήταν ο εκλεκτός. Αυτός που το σύμπαν είχε επιλέξει για να ανοίξει μια μυστική πόρτα και να αρχίσει ένα μαγικό ταξίδι. Ίσως να περνούσε σε μιαν άλλη διάσταση. Να επισκεφτεί το μέλλον. Να δει μέρη που οι άνθρωποι αγνοούν πως υπάρχουν. Να ηγηθεί μιας ένδοξης επανάστασης. Ίσως να σώσει τον κόσμο απο την καταστροφή και να γίνει ήρωας! Σίγουρα πάντως αυτό το κλειδί αποτελούσε το εισιτήριο για εκείνο το ιδιαίτερο μέλλον που ακαθόριστα υφαινόταν απο τον αργαλειό των παιδικών του επιθυμιών επι δώδεκα σχεδόν χρόνια.

Συγκεντρώθηκε, τέντωσε τα χέρια του και σπάζοντας τους καρπούς γράπωσε τον νιπτήρα. Έγειρε τον κορμό του ελαφρώς προς τα εμπρός και κοίταξε στον καθρέφτη. Απέναντι του στεκόταν ένας γενναίος άνδρας, δυνατός, οξυδερκής, γρήγορος, μοναδικός. Ήταν έτοιμος!

Αποφάσισε να μην αναφέρει ξανά τίποτα σε κανέναν για το κλειδί. Άλλωστε μόλις το μυστήριο λυνόταν όλοι θα μάθαιναν τα κατορθώματά του και θα τον λάτρευαν σαν Θεό.

Βγήκε γρήγορα από το μπάνιο και δοκίμασε το κλειδί σε όλες τις ντουλάπες και τα συρτάρια του σπιτιού. Έψαξε στην αποθήκη και στο πατάρι. Δεν ταίριαζε πουθενά. Λογικό, σκέφτηκε. Δεν θα μπορούσε να είναι κάτι τόσο απλό. Η πορεία του προς τη δόξα είχε μόλις ξεκινήσει. Έπρεπε να φερθεί έξυπνα. Έφαγε το πρωινό του σαν να μη συμβαίνει τίποτα και προσποιήθηκε ότι παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τις εκπομπές με τα καρτούν. Δεν ήθελε να κινήσει υποψίες ότι κάτι σκαρώνει. Κατά τις δέκα ενημέρωσε τη μητέρα του ότι θα κατέβει να παίξει με τους φίλους του και θα είναι και πάλι πίσω, στην ώρα του για το μεσημεριανό.

Ξεχύθηκε στους δρόμους και επιθεωρούσε όλες τις πόρτες των σπιτιών, των μαγαζιών και των παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Αναζητούσε την κλειδαρότρυπα που θα υποδεχόταν το σκύπτρο του προσωπικού του «έπους». Κατέστρωσε ένα πλάνο στο μυαλό του για να οργανωθεί και να μην αναλλώνεται στα ίδια μέρη ξανά και ξανά. Ξεκίνησε με τα γειτονικά οικοδομικά τετράγωνα και σιγά σιγά ανοιγόταν κυκλικά. Μόλις η ακτίνα της περιοχής που είχε οργώσει άγγιξε το τέταρτο παράλληλο στενό απ΄την οδό του σπιτιού του, κατά τις δύο το μεσημέρι, επέστρεψε όπως είχε υποσχεθεί για φαγητό. Έμεινε καμιά ώρα με τους δικούς του και μόλις εκείνοι ξάπλωσαν για να ξεκουραστούν ξεπόρτισε και πάλι.

Μετά από ώρες ο ήλιος χλώμιασε κι άρχισε να σκύβει προς τον ορίζοντα. Οι έρευνες του Θάνου παρέμεναν ατελέσφορες. Αυτό βέβαια δεν τον πτοούσε καθόλου. Ήταν ενθουσιασμένος που είχε ανακαλύψει ένα νέο νόημα στη ζωή του.

Τις επόμενες μέρες τις πέρασε γυρεύοντας μανιωδώς την πολυπόθητη πόρτα. Σκαρφιζόταν τα πιο απίθανα μέρη. Παρατηρούσε τα πεζοδρόμια, την άσφαλτο, τους τοίχους, τις τζαμαρίες, τα πάντα. Παρέμενε όμως συνεπέστατος στις υποχρεώσεις του. Δεν έμεινε ούτε μια μέρα αδιάβαστος, δεν αργούσε ποτέ και δεν ανησυχούσε την οικογένεια του με τις αυξημένες σε αριθμό και διάρκεια βόλτες του. Όλα γίνονταν με πρόγραμμα.

Ο καιρός όμως είναι πάντα βιαστικός και διαρκώς άνοιγει τη δρασκελιά του. Κι άμα το σίδερο δεν κολλήσει στη βράση το αφήνουμε πίσω για να μη μας βαραίνει και κυνηγάμε το χρόνο που μόλις μας εχει προσπεράσει. Γιατί αν μας ξεφύγει το χάσαμε το παιχνίδι. Ο χρόνος ξέρει πάντα τον προορισμό του. Μπροστά. Γι’ αυτό θεωρούμε πως είναι ο καλύτερος οδηγός.

Έτσι, όσο περνούσαν οι μήνες το πάθος του Θάνου για το κλειδί μειωνόταν. Στις ελεύθερές του ώρες άρχισε να ασχολείται ξανά και με άλλα πράγματα και όχι μόνο με την αναζήτηση της περίφημης πύλης. Η όλη διαδικασία τον είχε κουράσει όσο να ‘ναι και το ενδιαφέρον του συνεχώς εξασθενούσε. Φυσικά είχε πάντα το νου του και τα μάτια του σε εγρήγορση όποτε επισκεπτόταν ένα μέρος για πρώτη φορά μην τυχόν και προσπεράσει την κρυφή θύρα χωρίς να το συνειδητοποιήσει. Αλλά δεν ήταν πια ο σκοπός της ζωής του.

Ο καιρός πέρασε και σιγά σιγά τα πράγματα δυσκόλεψαν στο σχολείο και ο μικρός έπρεπε να διαβάζει περισσότερο γιατί πλέον οι πανελλαδικές πλησίαζαν με γοργούς ρυθμούς. Ήταν χρέος του να γράψει καλά και να πετύχει υψηλή βαθμολογία. Μια αποτυχία θα ήταν καθοριστική για το μέλλον του όπως του είχαν εξηγήσει και οι γονείς και οι καθηγητές του.

Έτσι, χωρίς πολλούς συναισθηματισμούς, ένα βράδυ έκλεισε μερικά αγαπημένα του παιχνίδια και ενθύμια της εποχής της ξεγνοιασιάς και της αθωότητας σε ένα κουτί. Ένα τσίγκινο στρογγυλό κουτί απο ελβετικά μπισκότα, εκείνα που άρεσαν στην γιαγιά του και αγόραζε συχνά απο το ψιλικατζίδικο της γωνίας. Μέσα εκεί στρίμωξε και το κλειδί. Κούμπωσε καλά το καπάκι και τοποθέτησε σταυρωτά χαρτοταινία. Το κούνησε λιγάκι με τα δυο χέρια και σιγουρεύτηκε ότι δεν πρόκειται να ανοίξει αν κάποιος κάποτε το μετακινήσει. Έκρυψε λοιπόν το θησαυρό του στο κάτω κάτω συρτάρι της ντουλάπας, όσο πιο βαθιά μπορούσε. Κι όπως οι ράγες αυτού του συρταριού ήταν χαλασμένες και δε μπορούσε να το τραβήξει κανείς μέχρι έξω όσο κι αν προσπαθούσε, όποιος κατόρθωνε να το ανοίξει  θα έβλεπε μόνο κάλτσες σε ζευγάρια σαν πουγκιά.

Ο Θάνος διέπρεψε. Αρίστευσε στις εξετάσεις και πέρασε στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ως φοιτητής υπήρξε επίσης υποδειγματικός. Πτυχίο, μεταπτυχιακό, διδακτορικό, φανταρικό και πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε υψηλόβαθμο στέλεχος πολυεθνικής εταιρίας. Ήταν εξαιρετικός στη δουλειά του και ο αγαπημένος υπάλληλος του ποδοσφαιρόφιλου διευθυντή του. Ήταν το δεξί του χέρι, ο έμπιστος του. Όλοι οι φάκελοι απόρρητοι και μη περνούσαν απ’ αυτόν. Οι ευθύνες του διαρκώς αυξάνονταν καθώς τα χρόνια περνούσαν. Το ίδιο και ο μισθός του.

Στα σαράντα του διέθετε ακριβά ιταλικά κοστούμια στη γκαρνταρόμπα του, πολυτελές γερμανικό αυτοκίνητο στο γκαράζ του και γρήγορο καναδέζικο σκάφος στη μαρίνα του Φλοίσβου. Είχε ακόμα μία ολοκαίνουργια μονοκατοικία στα βόρεια προάστια και το αφεντικό τον λάτρευε για τις επιτυχίες του. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί κάτι καλύτερο ούτε στα πιο τρελά του όνειρα. Μόνο που ο ελεύθερος χρόνος του ήταν πια πολύ περιορισμένος και, καμιά φορά, τη νύχτα πριν ξαπλώσει ένιωθε σαν κάτι να κολλάει ανάμεσα στα δάχτυλα του και τα έπλενε με μανία για να του φύγει η ιδέα.

Ένα φθινοπωρινό πρωί, καθώς ο Θάνος ήταν στο γραφείο του σκυμμένος πάνω απο δεκάδες έγγραφα χτύπησε το τηλέφωνο του. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ο ήχος κλήσης ακούστηκε στα αυτιά του πιο πένθιμος απο ποτέ και μια παράξενη μελαγχολική αύρα πότισε ολόκληρη την αίθουσα.

– «Παρακαλώ;» είπε σηκώνοντας το ακουστικό.

– «Μ’ ακούς;»  απάντησε η μάνα του με υγρή φωνή στην απέναντι γραμμή.

– «Τι έγινε μαμά;» ρώτησε αν και η στιγμή του είχε ήδη μαρτυρήσει την απάντηση.

– «’Εφυγε ο πατέρας σου… τον χάσαμε γιε μου…»

Για μερικά δευτερόλεπτα ο σαραντάρης γιάπης έγινε ο πιο φτωχός άνθρωπος του κόσμου. Ένιωθε σαν τον είχαν ληστέψει. Κάποιος του είχε κλέψει ότι πιο πολύτιμο είχε και δεν θα το ξανάβρισκε ποτέ. Ένα κενό που τίποτε δε θα μπορούσε να καλύψει είχε καταλάβει την καρδιά του και του προκαλούσε δυσφορία και τάση για εμετό.

«Έρχομαι», είπε στη μητέρα του και η χροιά της φωνής του τού φάνηκε τόσο ξένη. Όπως και ο εαυτός του.

Σα χαμένος κάθισε μέσα στη διθέσια Μερσεντές του και για πρώτη φορά ένιωσε κάποια ενοχή τη στιγμή που άναψε τη μηχανή. Ίσως επειδή, προκειμένου να την αποκτήσει, ελαχιστοποίησε τις επισκέψεις στο πατρικό του και το χρόνο που αφιέρωνε στον πατέρα του. Κι αυτό ήταν τώρα μη αναστρέψιμο.

Μπήκε στο σπίτι που μεγάλωσε. Είχαν περάσει χρόνια απο την τελευταία φορά που είχε πατήσει τα μπεζ πλακάκια με τα γκρι νερά. Η εγκατάλειψη είχε αφήσει τα σημάδια της. Υγρασία στους τοίχους, σκασμένοι σοβάδες, σκουριά στα κάγκελα του μπαλκονιού. Κι όμως ο Θάνος ένιωθε παιδί καθώς η ματιά του, μέσα απο τη τζαμαρία, συναντούσε ξανά την εγκαταλελειμμένη πλέον αλάνα.

Αγκάλιασε αμίλητος την αδερφή του, έσφιξε το χέρι του άντρα της και έγνεψε αμήχανα στα δίδυμα οχτάχρονα αγοράκια της, στα οποία ήταν σχεδόν άγνωστος. Ύστερα κατευθύνθηκε προς τη μητέρα του που ήταν καθισμένη στην αγαπημένη της πολυθρόνα. Γονάτισε μπροστά της, της φίλησε τα χέρια και έμεινε εκεί σκυφτός.

Εκείνη βύθισε τα αποστεωμένα της δάχτυλα στα μαλλιά του, έκλεισε τα μάτια της και άφησε το σώμα της να ταλαντεύεται μπρος πίσω σαν εκκρεμές. Οι κρόταφοι και τα μάγουλά τους φούσκωναν και ξεφούσκωναν καθώς έσφιγγαν δυνατά τα δόντια τους. Εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να σπάσουν την εύθραυστη ασπίδα ψυχραιμίας που είχαν μηχανικά προτάξει στα βλέμματα και τις κινήσεις τους. Έκλαψαν με λυγμούς, χωμένοι ο ένας μέσα στον άλλον, μέχρι που στέγνωσαν τα μάτια τους και ύστερα σώπασαν.

Η μέρα εκείνη ήταν πραγματικά ασήκωτη και με μεγάλη δυσκολία την εκτόπισε η επόμενη για να πάρει τη θέση της.

Μετά την κηδεία γύρισαν ξανά στο σπίτι. Έδειχνε κι αυτό ωχρό λες και έκλαιγε σιωπηλά τις ώρες που η ψυχή του πατέρα ταξίδευε για την απέναντι όχθη. Ξεσήκωσαν παλιές φωτογραφίες και μνημόνευσαν όμορφες στιγμές. Γέλασαν αρκετές φορές μα πάντα το γέλιο μαρμάρωνε απότομα στα χείλη τους, φρικτή η διαπίστωση πως το παρελθόν δεν θα ξανασταθεί στο πλάι τους.

Ξαφνικά εκείνο το απόγευμα ο Θάνος θυμήθηκε το κουτί. Ήξερε ότι το δωμάτιο του παρέμενε ακριβώς όπως το είχε αφήσει. Έτρεξε στη ντουλάπα του και άνοιξε με δυσκολία το τελευταίο συρτάρι. Ψαχούλεψε κάτω απ’ τις κάλτσες και τράβηξε έξω τον θησαυρό του. Τον κράτησε για λίγο με την ίδια τρυφερότητα που χάιδευε χθες τα χέρια της μάνας του και ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Ύστερα κάθισε σα μικρό παιδί, οκλαδόν στο ξεφλουδισμένο ξύλινο πάτωμα, ξεσκόνισε το κουτί, αφαίρεσε την ταινία και το άνοιξε. Η μυρωδιά της νιότης επέστρεψε κι έκανε το χαμόγελο του πιο φωτεινό. Βλέποντας τα αγαπημένα του αντικείμενα ζωντάνεψε για τα καλά μέσα του ο ονειροπόλος πιτσιρικάς. Εικόνες και συναισθήματα που είχαν θαφτεί κάτω απο τη στάχτη της υπευθυνότητας και της σοβαροφάνειας όλα αυτά τα χρόνια ανασύρθηκαν στην επιφάνεια.

Πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μέσα από το κουτί έλειπε εκείνο το κλειδί που ο ίδιο είχε φυλάξει τόσο προσεκτικά! Μα πως; Αφού σίγουρα κανείς δεν άνοιξε ποτέ το κουτί μου, σκέφτηκε.

Πήγε στην κατάκοπη μητέρα του να ζητήσει εξηγήσεις.

– «Άνοιξες ποτέ αυτό το κουτί;»

– «Το είχα βρει ένα απόγευμα που καθάριζα αλλά δεν το πείραξα. Κατάλαβα ότι το έκρυψες εσύ εκεί και το άφησα να το ξαναβρείς αν κάποια στιγμή το θελήσεις»

– «Λείπει ένα κλειδί»

– «Τι κλειδί; Για τι πράγμα;»

– «Δεν ξέρω. Σου το είχα δείξει μια μέρα. Ήταν πάνω στο κρεβάτι μου και σε ρώτησα αν το είχες βάλει εκει εσύ ή ο μπαμπάς. Θυμάσαι;»

– «Α. λες εκείνο το κλειδί… φυσικά και θυμάμαι. Μου είχε κάνει εντύπωση που ρώταγες…»

– «Γιατί σου είχε κάνει εντύπωση;»

– «Γιατί με ρωτούσες για κάτι ενώ δε μου έδειχνες τίποτα».

– «Μαμά τι λες; Τι εννοείς;»

– «Είχες άδεια χέρια αγόρι μου αλλά επέμενες ότι κρατάς κάτι…»

Ο Θάνος ξαναπήγε στο παιδικό του δωμάτιο και έπεσε ανάσκελα στο κρεβάτι του απορημένος. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Πως γίνεται το κλειδί να μην υπήρξε ποτέ; Μόνο σε έναν τρελό θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. Κι όλες οι ώρες που είχα ξοδέψει ψάχνοντας τι ξεκλειδώνει; Όλα τα σχέδια που έκανα και τα σενάρια που έπλαθα; Όμως ακόμα κι αν υπήρχε στα αλήθεια το κλειδί τι θα άλλαζε; Μπορεί και τίποτα, σκέφτηκε. Αφού ποτέ δεν το χρησιμοποίησε. Το αποθήκευσε σε ένα κουτί μαζί με τα μικρά και μεγάλα όνειρά του και το παράτησε για να χτίσει μια ζωή καθώς πρέπει. Και τα κατάφερε. Είχε αποκτήσει ότι ακριβώς επιθυμούσε κι ακόμα περισσότερα. Ή μήπως όχι; Μήπως είχε αποκτήσει ότι του είχαν επιβάλλει να θέλει;

Και τότε κατάλαβε. Σαν κάποιος να του το ψιθύρισε στο αυτί. Ο μικρός Θάνος πίστευε ότι γεννήθηκε για να ξεχωρίσει. Έφτιαξε ένα φανταστικό κλειδί. Έπρεπε όμως να φτιάξει και μια φανταστική πόρτα για να περάσει σε μια πραγματική ζωή. Δυστυχώς δεν το έκανε και μέχρι τώρα ζούσε μια ζωή πλασματική, άχρωμη και χωρίς ουσία.

Ποτέ όμως δεν είναι αργά. Ακόμα σιγοκαίγονταν  μέσα του οι ανεκπλήρωτοι πόθοι και η ελπίδα. Απλά όλα αυτά δε μπορούσαν να συμβαδίσουν με το τακτοποιημένο του παρόν. Είχε δύο επιλογές. Ή να συνεχίσει στη σιγουριά της σκιάς του ή να ρισκάρει κυνηγώντας τον εαυτό του.

Έβγαλε το κινητό του απ’ την τσέπη και κάλεσε το αφεντικό του.

– «Ορίστε;»

– «Καλησπέρα κύριε διευθυντά!»

– «Τι κάνει ο παιχταράς μου! Τι κάνει ο σέντερ φορ μου!»

– «Κύριε διευθυντά πολύ φοβάμαι πως σήμερα ο επιθετικός σας κρεμάει τα παπούτσια του…»

 

1,161 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η μαγεία των χρωμάτων, της μουσικής, των αριθμών και της ….γιαγιάς! του Κώστα Στοφόρου

Όλα μπορείς να τα βρεις μέσα στα βιβλία   Όταν διαβάζω μαζί με τα παιδιά μου ένα βιβλίο και βλέπω...

Close