Το κόκκινο τσίρκο, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

«Ο πρώτος και απλούστερος κανόνας της τέχνης του κλόουν είναι να πέφτεις στα μαλακά πάνω στον φιόγκο».

Ο Πραβιέν Σεργκέγεβιτς Μακάρεφ, ήρωας του δέκατου μυθιστορήματος της Σώτης Τριανταφύλλου, ήταν ήδη αρκετά πεσμένος προτού μυηθεί στα κόλπα του τσίρκου. Για έναν άνθρωπο για τον οποίο κάθε καινούργια μέρα σημαίνει μια ακόμα προσπάθεια να μείνει ζωντανός, η χαρά της ζωής δεν είναι σίγουρα έμφυτο χάρισμα. Συνεπώς η κλίση του στο «κλοουνίκι» δεν εκπηγάζει από ένα πλεόνασμα ευθυμίας, αλλά αντιθέτως μοιάζει με σύμπτωμα του «συνδρόμου του θλιμμένου κλόουν». Το γέλιο των κλόουν πάντα ξεβάφει. Ο Πραβιέν φέρει στον απόηχο του ονόματός του την «αλήθεια του Λένιν» («Πράβντα Λένινα»), η αλήθεια, όμως, αυτή δεν τον γλιτώνει από τη δυστυχία, ατόπημα ιδιαίτερα επιλήψιμο στα χρόνια, όπου η Σοβιετική Ένωση, υπό την πατρική επιστασία του Στάλιν, ετοιμαζόταν να γιορτάσει την κατατρόπωση του καπιταλισμού. Η ευφορία, που όφειλε να τον συνταράζει στην προοπτική των θαυμάτων, επίγειων και διαστημικών, που έταζε ο κομμουνισμός, είναι για τον Πραβιέν σταθερό έλλειμμα. Η Τριανταφύλλου επιμελείται με ειρωνικό βλέμμα την προσωπογραφία του, ενθέτοντάς της λεπτομέρειες δηλωτικές της σαθρότητας και της απροσμάχητης αλλοφροσύνης της εποχής. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι οπωσδήποτε εύστοχη η απόκρυψη της θλίψης του ήρωά της, ενός καλού κομμουνιστή, πίσω από το βαμμένο χαμόγελο του μακιγιαρισμένου προσωπείου του. Ένας οξύς σαρκασμός παρωθεί επίσης τη συγγραφέα να αναθέσει σε έναν κλόουν τον διάπλου μιας αγέλαστης χώρας, όπου το χιούμορ αντιμετωπιζόταν, αν μη τι άλλο, με δυσπιστία. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το παράθεμα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου (Martin Amis, Koba the Dread), «Η διαφορά ανάμεσα στον ναζισμό και στον κομμουνισμό είναι ότι ο κομμουνισμός προκαλεί, περιέργως, κάποια γέλια».

Ο Πραβιέν αρχίζει να συντάσσει τα απομνημονεύματά του το 1963, σε ηλικία τριάντα έξι ετών, έχοντας προλάβει να εμπεδώσει τόσο την καλοσύνη όσο και την πυγμή της σοβιετικής του πατρίδας. Τόπος της συγγραφής είναι η γενέτειρά του, το Μουρμάνσκ, στην ακτή της Λευκής Θάλασσας, όπου έχει επιστρέψει μετά από σύντομες διαμονές στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ και περιπλανήσεις στις στέπες και τα δάση της ρωσικής ενδοχώρας. Το λυκόφως που διέστιζε τις λευκές νύχτες του τόπου του, μοιάζει να έχει φυλακιστεί πίσω από τα βλέφαρά του, κάνοντάς τον να υποφέρει από χρόνιες αϋπνίες. Ο Πραβιέν σκέφτεται πως οι καταναγκαστικές του αγρυπνίες δεν οφείλονται μόνο στην υπνοφοβία του, στον φόβο του θανάτου καθ’ ύπνους, αλλά και στην αγωνία της ζωής, στην ανάγκη του για ασφάλεια, καθώς, όπως παραδέχεται, «όλα αυτά που με κάνουν άυπνο χρειάζονται θάρρος τόσο στον ύπνο όσο και στον ξύπνιο». Ο ίδιος αναγνωρίζει τη δειλία του, ένα πρόσκομμα που αδυνατεί να παραμερίσει είτε για να ζήσει είτε για να πεθάνει. Η επιθυμία θανάτου επανέρχεται στη σκέψη του το ίδιο συγκεχυμένη και ανίσχυρη με τη θέλησή του για ζωή. Η δειλία θέλγεται από ήσυχες λύσεις και ο Πραβιέν ονειρεύεται να τον κοιμίζει μια γάζα με χλωροφόρμιο, ονειρεύεται έναν «θάνατο με αναισθητικό» ή έναν θανάσιμο ύπνο, αν και καταλάβαινε πως για να πεθάνει στον ύπνο του, έπρεπε πρώτα να καταφέρει να κοιμηθεί. Όπως και να ’χει, στο Μουρμάνσκ, στις εσχατιές του ρωσικού Βορρά, περνούσε «τις νυχτερινές ώρες με τα μάτια ανοιχτά στο μισοσκόταδο και τις ώρες της μέρας με τα μάτια μισόκλειστα στο φως». Η Τριανταφύλλου δεν παραλείπει να διαγνώσει αντισοβιετικές ροπές («ένδειξη ένοχης συνείδησης», «μικροαστική ασθένεια») στις αϋπνίες του ήρωά της, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη θέση του στο βιβλίο. Σε μια χώρα καταμεσής του ιμπεριαλιστικού κλοιού, όπου η διαρκής επαγρύπνηση ήταν το πρωταρχικό καθήκον κάθε συντρόφου, ο Πραβιέν διέπλεε τις ημέρες του με το ληθαργικό βήμα του υπνοβάτη.

«Στον μακρινό Βορρά οι ψεύτικες αυγές κάνουν ψεύτικο το πέρασμα του χρόνου· οι αναμνήσεις ξεχνιούνται γρήγορα, τα όνειρα ξεθωριάζουν προτού ξυπνήσεις». Μεγαλωμένος μέσα σε μια αχλή διεσταλμένου φωτός, που θάμπωνε τον κόσμο γύρω του, ο Πραβιέν ανακαλύπτει πως κάτω από την πολύχρωμη τέντα του τσίρκου η πραγματικότητα μπορούσε να διασταλεί με τρόπο εξίσου υπνωτιστικό. Φορώντας τη γκροτέσκα στολή του κλόουν και σβήνοντας το πρόσωπό του πίσω από μια μπογιατισμένη μάσκα, παραδινόταν σε μια ολοδική του φαντασιοπληξία, που τον διέσωζε από ό,τι απαιτούσε την εγρήγορσή του. Όσο έπεφτε πάνω στον φιόγκο του, καμία συντριβή δεν τον απειλούσε. Η ιδιοσυγκρασία του, που έκλινε προς έναν λαθραίο, καμουφλαρισμένο βίο, συμπληρώνεται ευρηματικά από την επίσημη επαγγελματική του ιδιότητα του εδαφολόγου, «ένα είδος χημικού μεταλλειολόγου». Μετά την αποφοίτησή του από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Λένινγκραντ, ο Πραβιέν συνεισέφερε στον Ψυχρό Πόλεμο συμμετέχοντας στις έρευνες μιας επιστημονικής ομάδας, που περιδιάβαινε τις αχανείς εκτάσεις της χώρας σε αναζήτηση σπανίων γαιών· κοιτασμάτων νευραλγικών για την επικράτηση της Σοβιετικής Ένωσης στο πεδίο των πυρηνικών όπλων. Ο Πραβιέν έχοντας μάθει να κρατά μια ζωή το κεφάλι του χαμηλά, συνειδητοποιεί ξαφνικά πως με τα μούτρα στο χώμα είχε την ευκαιρία να αναδειχθεί σε ήρωα του σοσιαλιστικού τεχνολογικού θριάμβου.

Στο τσίρκο «η τραγωδία παραμονεύει: ένα τριμμένο σχοινί…». Σε αυτά τα δυσοίωνα αποσιωπητικά τον παρατηρεί η Τριανταφύλλου να ισορροπεί, καιροφυλακτώντας για την πτώση εκείνη που δεν θα είναι πια τέχνασμα. Ο Πραβιέν, «ειρηνικός με τάση προς την πίκρα», «επιρρεπής στις γκάφες, στο τραύλισμα και στο πέσιμο στο πάτωμα», εγκυμονούσε το λάθος που θα τον ξυπνούσε οριστικά από τον λήθαργο. Η υποχωρητική του ιδιοσυστασία, η ατολμία του και η τάση του προς την αδράνεια υπονόμευαν τις βαθύτερες επιθυμίες του και πρωτίστως την ψευδαίσθηση της αθωότητάς του. Μπορεί, λόγου χάριν, η δειλία του να τον απέτρεψε από την πραγματοποίηση των αυτοκτονικών του φαντασιώσεων, αλλά δεν τον προφύλαξε από έναν άλλο θάνατο, που ποτέ δεν θέλησε. Από το άλλο μέρος, η ταπεινοφροσύνη και η έμφοβη φύση του δεν τον εμπόδιζαν να ονειρεύεται παρασημοφορήσεις και μια περίλαμπρη ανέλιξη στην κομματική ιεραρχία. Η καχυποψία του απέναντι στο Κόμμα ουδέποτε υποσκέλιζε την αδήριτη παρόρμηση της υποταγής. Οι άνωθεν εντολές όχι μόνο υπερέβαιναν ακόμα και την υπόνοια της απείθειας, αλλά και τον απάλλασσαν, ως απαραβίαστες επιτάσεις, από το βάσανο της ευθύνης.

Η Τριανταφύλλου δομεί δεξιοτεχνικά την ψυχοσύσταση του ήρωα, συναιρώντας στοιχεία κωμικά και συνάμα εύφλεκτα. Η προσωπογραφία του προκύπτει σαν σύνθεμα, όπου κανένα υλικό δεν είναι αρκετά στέρεο για να επικρατήσει και να σχηματοποιηθεί σε ταυτότητα. Ο Πραβιέν ήξερε από τη χημεία πως το κάθε πράγμα συνίστατο σε εκατοντάδες στοιχεία· σκέψη συναρπαστική, αλλά ανώφελη όταν αγνοείς πώς να αξιοποιήσεις ή να καταστείλεις τα πιο ευγενή και τα πιο τοξικά, αντιστοίχως, από αυτά. Εν ολίγοις, την υπόστασή του συνέχουν αντινομίες, που τον κρατούν στο μεταίχμιο καλού και κακού. Μια προμελετημένη παλινδρόμηση, στο μέτρο που η Τριανταφύλλου επιχειρεί να ψυχογραφήσει τον μέσο όρο, συμπαθή για τις μειονεξίες και τις ήττες του και δυνητικά επικίνδυνο ακριβώς για αυτές. Λίγο πριν το τέλος του βιβλίου, ο Πραβιέν αποτολμά να αντικρίσει κατάματα την εικόνα του εαυτού του, από την οποία νόμιζε ότι θα κρυβόταν για πάντα. «Είσαι ο homo sovieticus, ο συμβιβασίας, ο κοινός και ευτελής νους που μπορεί να διαπράξει εγκλήματα εκτελώντας εντολές».

Γεννημένος μια δεκαετία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και στιγματισμένος από τη σύλληψη του πατέρα του κατά την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου, ο Πραβιέν ενηλικιώνεται με την αίσθηση πως παρέμενε «άμαθος, αρχάριος μέσα στο σύμπαν». Τον Β΄ Παγκόσμιο, τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο των Σοβιετικών, που αποδείχθηκε για εκείνον αναίμακτη εμπειρία, τον βίωσε με αποστασιοποίηση, σαν έναν εφιάλτη που παρεισέφρησε στην προσωπική του ιστορία, «σαν μια αφήγηση μέσα σε μια άλλη αφήγηση». Ακόμα και η αφοσίωσή του στον Στάλιν έμοιαζε περισσότερο με πατρογονικό έθιμο παρά με συνειδητή, ή έστω εκβιασμένη, επιλογή. Η επιθυμία του να αναδειχθεί άξιος σύντροφος διαλυόταν μέσα στην ιλιγγιώδη, παραμορφωτική του σύγχυση. Συστραμμένος μες στη μοναχική του ιδιοσυγκρασία, δυσκολευόταν να συμμορφωθεί με το πρόταγμα της συντροφικότητας, καθώς συλλογιζόταν πως «η αδελφοσύνη που επιβάλλεται στη χώρα μας μοιάζει με ζουρλομανδύα». Άλλωστε την πιο έντονη ψυχική ταύτιση του την είχε εμπνεύσει ένας Άγγλος κατάσκοπος, που θρηνούσε την εγκατάλειψη του νησιού του, μετανιώνοντας κάθε μέρα για την απόφασή του να διαφύγει στη Σοβιετική Ένωση. Από την άλλη, οι διωγμοί, οι εκκαθαρίσεις, τα στρατόπεδα εργασίας, τα εκατομμύρια των καταδικασμένων για εσχάτη προδοσία, και πάνω απ’ όλα οι αλλεπάλληλες αποφάνσεις και εντολές του Κόμματος, που τον «βάραιναν σαν αρχαίοι χρησμοί», δεν τον βοηθούσαν καθόλου να καταλάβει τι του επιτρεπόταν και τι όχι, πού ακριβώς βρισκόταν το σύνορο μεταξύ σοβιετικής και αντισοβιετικής συνείδησης και πώς εκείνος θα απέφευγε την καταπάτησή του.

Τη μόνη οχύρωση που επιστρατεύει ενάντια στην επίφοβη ρευστότητα και την εκφοβιστική παράνοια της εποχής είναι η άγνοιά του. Είχε πειστεί «ότι η ελευθερία του κάθε ανθρώπου έγκειται κυρίως στην προστασία του από ερωτήσεις. Άμα αρχίζουν να σου κάνουν ερωτήσεις, είσαι χαμένος». Ιδίως αν τις θέτεις εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου. Μεταξύ όλων εκείνων που τον κρατούσαν μακριά από τον ύπνο, ήταν και τα αναπάντητα ερωτήματα, που σωρεύονταν όσο αυτός ξεγλιστρούσε από άβολες απαντήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η ομολογημένη άγνοια του Πραβιέν ήταν, κατά κάποιον τρόπο, σύμφωνη με το σοβιετικό πρότυπο, καθώς σκεφτόταν πως «όλο το σοβιετικό μας σύστημα ήταν χτισμένο πάνω στην άγνοια, πως έδινε χοντροκομμένες απαντήσεις όχι μόνο στην επιστήμη αλλά και σε προαιώνια ανθρώπινα ερωτήματα».

«Δεν καταλαβαίνω», «Δεν ξέρω», τον βάζει να επαναλαμβάνει η Τριανταφύλλου, αμφισβητώντας δολίως την αμβλύνοιά του. Μολονότι ο Πραβιέν οχυρώνεται πίσω από την προνοητική, υποτακτική σιωπή του, -«πιο σιωπηλός απ’ το νερό, πιο ταπεινός απ’ το χορτάρι»- διακατέχεται από μια ενδοστρεφή αμετροέπεια, που τον παρασύρει σε παρακινδυνευμένους συλλογισμούς για τον σοσιαλιστικό παράδεισο, όπου έχει το προνόμιο να ενοικεί. Όσο καθησυχαστική και αν ένιωθε την επίκληση της άγνοιάς του, μέσα του δεν έπαυε να φοβάται μήπως τελικά ήξερε κάτι που δεν έπρεπε να ξέρει. «Η αληθινή τραγωδία είναι να νιώθεις μόνος στο σύμπαν κι απόλυτα υπεύθυνος για τις πράξεις σου. Ελεύθερος και καταδικασμένος». Ανίκανος να αντέξει τον τρόμο μιας τόσο συντριπτικής μοναξιάς, με πυριφλεγή πυρήνα την ατομική ευθύνη, ο Πραβιέν τεμάχιζε τον μικρόκοσμό του σε περίκλειστα σύμπαντα -το Κόμμα, το τσίρκο, το χώμα-, που περιέθαλπαν την αυταπάτη της ασφάλειας, χωρίς όμως να απαλύνουν την αίσθηση της εξορίας από έναν απροσπέλαστο τόπο ονείρου.

Κατά τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του, δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Στάλιν, εκβάλλει στον γραπτό λόγο η φωνή, που ο ίδιος φίμωνε μέχρι τότε. Ο φόβος έχει υποχωρήσει για να πάρει τη θέση του ένα αίσθημα πολύ πιο δυναστικό, η ενοχή, καθώς ο Πραβιέν γράφει υπό το βάρος του εγκλήματος, που ποτέ δεν διανοούνταν ότι θα διαπράξει. Όπως του υπενθυμίζει σε ένα γράμμα ένας γνωστός του, η άγνοια «δεν είναι φτιαγμένη από κενό» και «κανείς δεν είναι αθώος». Απλώς, «μερικοί είναι πιο ένοχοι από άλλους».

Η εν λόγω επιστολή –το κορυφαίο ίσως σημείο του μυθιστορήματος- βάζει τέλος στη θυματοποίηση του ήρωα, υποχρεώνοντάς τον να επωμιστεί την αυτουργία του, τη σφαίρα που δεν αρνήθηκε να ρίξει. Το ξημέρωμα μιας Τρίτης του 1952, στις φυλακές Κρέστι στο Λένινγκραντ, από μέλος του Κόμματος προήχθη σε μέλος ενός εκτελεστικού αποσπάσματος, που θανάτωσε, μεταξύ άλλων, τον μοναδικό έρωτα της ζωής του, την Ντάρια Πλατόνοβα, μια ακόμα εχθρό του λαού. Εμπνευσμένη η απόφαση της Τριανταφύλλου να τον καταδικάσει μετά την εκπυρσοκρότηση του όπλου του σε πενταετή εγκλεισμό στην περιβολή του κλόουν. Είχε γίνει περίτρανα ο παλιάτσος του εαυτού του. «Για μια ακόμα φορά, η υπαρκτή μου καθημερινότητα, αυτό που έκανα τελικά, ήταν μία μονάχα από τις άπειρες δυνατότητες που είχα: να μην πυροβολήσω, να βάλω φωτιά στο στρατόπεδο, ή να καώ ο ίδιος».

Ωστόσο, ο αιφνιδιασμός του Πραβιέν από την ικανότητά του για μια τόσο αδιανόητη πράξη, δεν ακολουθείται από τη διάπυρη αγωνία της μεταμέλειας, αλλά έρχεται να επιβεβαιώσει την απεχθή όψη της δειλίας του. Διότι η ενοχή του απέναντι στην Ντάρια συνυφαινόταν με την ενοχή του απέναντι στην πατρίδα και το Κόμμα. Αισθανόταν πως τα είχε και τα δύο προδώσει επειδή είχε αγαπήσει μια προδότρια. Σε πιο νηφάλιες στιγμές, δίσταζε να αποφασίσει αν η Ντάρια ήταν «απάτη ή αίνιγμα». Προσπαθούσε, με άλλα λόγια, να πιστέψει πως είχε και πάλι εξαπατηθεί από την αβελτηρία του. Μια φίλη του με κραταιό σοσιαλιστικό φρόνημα του είχε κάποτε πει: «Χάσαμε τον ωραίο καιρό της επανάστασης και να που τώρα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τους εχθρούς της». Ο Πραβιέν περιτριγυριζόταν από κάμποσους, από τον πατέρα του, που εκτοπίστηκε στη Σιβηρία για να διαπρέψει ως ήρωας της σοσιαλιστικής εργασίας, από τη μητέρα του, που πέθανε μισότρελη στο αρκτικό ψύχος της τούνδρας, χαρακτηρισμένη για ελιτιστικά κατάλοιπα λόγω μιας ανεδαφικής φινλανδικής καταγωγής, από την αδελφή του, που παρέλειψε να ασπαστεί επισήμως τον κομμουνισμό, και από την Ντάρια, ένα ακόμη κακό στοιχείο της σοβιετικής του πατρίδας, μολονότι ο ίδιος για αρκετό καιρό την ένιωθε σαν τη δική του σπάνια γαία· ένα πολύτιμο ορυκτό, που το βρήκε χωρίς να ξέρει τι να το κάνει. Όμως, εξαιτίας της ελλιπούς σοβιετικής του επαγρύπνησης ο Πραβιέν όχι μόνο δεν εντόπισε κανέναν από τους εχθρούς με τους οποίους επί χρόνια συμβίωνε, αλλά και αμέλησε να συμπεριλάβει σε αυτούς τον εαυτό του.

Ο Αρκάντι Νταβίντοβιτς Γκόμαν, του οποίου το σκιαγράφημα εσωκλείεται με εκπληκτική πληρότητα στις λιγοστές σελίδες της επιστολής του, αποφεύγει τις περιστροφές. «Ξέρεις ποιοι φταίνε, Πραβιέν; Οι άνθρωποι με τους οποίους διασταυρώνεσαι στον διάδρομο. Αυτοί φταίνε, εμείς». Η Τριανταφύλλου φροντίζει να μη φέρει τον ήρωα ενώπιον ενός άμεμπτου κατηγόρου, καθώς σε τέτοια περίπτωση τα λόγια του θα στρέβλωνε η κακοφωνία του διδακτισμού. Ο Νταβίντοβιτς απευθύνεται στον Πραβιέν με την επίγνωση της συνενοχής. Ο κυνισμός του πρώτου δεν ηχεί πιο απωθητικά από τις υπεκφυγές του δεύτερου. Βέβαια, οι ευθαρσείς παραδοχές του Νταβίντοβιτς δεν λειαίνουν τη φαυλότητα των επιλογών στις οποίες προτίθεται να προβεί. Είναι έτοιμος να κάνει το αναγκαίο άλμα πίστης ώστε να προσηλυτιστεί στον κομμουνισμό, απλώς γιατί μετά από χρόνια αντιρρήσεων είχε καταλάβει πως είναι καλύτερα μέσα παρά έξω. Εν προκειμένω, η συναλλαγματική ισοτιμία μετατρέπει τα τριάκοντα αργύρια σε εξακόσια ρούβλια το μήνα. Η αντιμισθία του για τη λιποψυχία και τη συναίνεσή του. Καθώς οι πάγοι λιώνουν, ο Νταβίντοβιτς συλλογίζεται πως «Το μόνο που απέμεινε από τις ζωές των μπολσεβίκων είναι πνιχτοί αντίλαλοι σε μια απέραντη σιωπή από χαρτιά, αρχεία και απόρρητα έγγραφα».

Αν ο Νταβίντοβιτς αυτοσυστήνεται στην επιστολή του σαν μετανοημένος –καιροσκοπικά- αντισοβιετικός, ο Γκάυ Μπέρτζες εμφανίζεται στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος σαν μετανοημένος κομμουνιστής. Το πορτρέτο του, διεισδυτικά εξεικονισμένο, έρχεται να ακουμπήσει στην ψυχοσύνθεση του Πραβιέν και μέσα από τη συνύπαρξή τους στις σελίδες η Τριανταφύλλου μεταφέρει με ένταση τη σπαρακτική απογοήτευση για τη διάψευση ενός συλλογικού, μεγαλοπρεπούς ονείρου. Ο Μπέρτζες, ένας Βρετανός κατάσκοπος, μέλος του Δακτυλίου του Κέμπριτζ, βρήκε πολιτικό άσυλο στη Σοβιετική Ένωση, αλλά όχι και το μέρος όπου θα ήθελε πραγματικά να βρίσκεται. Όσο δούλευε στο Υπουργείο Εξωτερικών, όντας μυστικός πράκτορας της KGB, νόμιζε ότι θα αυτομολούσε στη Μόσχα για να κάνει πάρτι στο Κρεμλίνο, όμως δεν άργησε να διαπιστώσει πως ο σοσιαλιστικός παράδεισος δεν είχε καθόλου πλάκα. Η σοβιετική σκουριά οξείδωσε μέσα σε λίγα χρόνια τον παράφορο τυχοδιωκτισμό του και ό,τι απέμεινε από τον αλλοτινό ενθουσιασμό τού εύπιστου ιδεαλιστή είχε διαστραφεί σε έναν ηττοπαθή μηδενισμό, το ίδιο κεφάτο με το βαμμένο χαμόγελο του Πραβιέν. Ο τελευταίος αναγνωρίζει στον Μπέρτζες το αντεστραμμένο του είδωλο, νιώθοντας να τον παρηγορεί αυτή η παράδοξη συμμετρία των ζωών τους. Ενσάρκωναν σε μια ιλαροτραγική μικρογραφία τους δύο πόλους του Ψυχρού Πολέμου. Είχαν και οι δύο αποτύχει περισσότερο απ’ όσο μπορούσαν ποτέ να φανταστούν, είχαν προδώσει και προδοθεί, ήταν, δηλαδή, δυστυχισμένοι με τρόπο παρόμοιο και ονειρεύονταν περιπαθώς μια λυτρωτική φυγή, και για τους δύο ανέφικτη. Η ανίατη λύπη του κλόουν βρίσκει αναπάντεχο καταφύγιο στο σκοτεινό γέλιο του ευπατρίδη κομμουνιστή. Εξόριστοι από τις ονειροφαντασίες τους και προσμετρώντας διαφορετικές απώλειες, είχαν καταλήξει πως η πραγματική ζωή ήταν για αυτούς το «παραλήρημα της απουσίας».

«Καμιά φορά σκεφτόμουν πως η μοίρα έστειλε τον Γκάυ Μπέρτζες στον δρόμο μου σαν ένα παιχνίδι συμμετρίας: εκείνος προερχόταν από την ανώτερη κοινωνική τάξη που είχε αποτύχει, που είχε επιτρέψει δυο παγκοσμίους πολέμους – εγώ ήμουν ένα φτωχόπαιδο από τα ρωσοφινλανδικά σύνορα, από τα ακραία, υπερβόρεια τοπία· εκπροσωπούσα, απρόθυμα κι αφηρημένα, μια κοινωνική τάξη που θριάμβευε: το κάποτε εξουθενωμένο προλεταριάτο που είχε επιβάλει τη δικτατορία του».

«Ήμασταν κι οι δυο μας “underdogs”, όπως έλεγε εκείνος – οι τελευταίοι τροχοί της αμάξης, άνθρωποι ασήμαντοι που είχαν αποτύχει σε όλα και που κανείς τους δεν είχε αγαπήσει αρκετά. Ο Γκάυ είχε προδώσει την τάξη του και την πατρίδα του – εγώ είχα προδώσει την Ντάρια, και τον εαυτό μου».

Ο Μπέρτζες κατέληξε όμηρος στη Σοβιετική Ένωση, συνειδητοποιώντας πως είχε λιποτακτήσει για ένα δόγμα στο οποίο πολύ γρήγορα έπαψε να πιστεύει, ενώ το ληγμένο του διαβατήριο επισφράγιζε την ανεπίστρεπτη εξορία του. Στη δυστυχία του Πραβιέν, από το άλλο μέρος, έμοιαζε να έχει μεταγγιστεί και η νοσταλγία του Μπέρτζες για την Αγγλία. Ξαφνικά άρχισε να επιθυμεί σφοδρά ένα ταξίδι στην πατρίδα του φίλου του, όχι σαν φυγή αλλά σαν επιστροφή, και η επιθυμία αυτή αναδαύλιζε ένα αλλόκοτο αίσθημα εκτοπισμού στη ρωσική γη. Μπορεί η αγγλική λογοτεχνία και γλώσσα να τον είχαν κρατήσει στη ζωή, όπως υποστήριζε, αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν παρά υποκατάστατα μπροστά στην προσμονή της μετοίκησης στη Δύση. Όσο ο Μπέρτζες απελπιζόταν για τον ανέκκλητο αποκλεισμό του από τη ζωή, που με επιπολαιότητα και περιπαθείς ελπίδες είχε εγκαταλείψει, ο Πραβιέν φαντασίωνε «τη ζωή που είχε αφήσει πίσω του ο Μπέρτζες, ή έστω μια απομίμησή της». Παγιδευμένος σε όνειρα, που δεν είχε την τόλμη να διεκδικήσει, και απομυζώντας τη θλίψη του Άγγλου φίλου του, βούλιαζε στη δική του οδύνη, διαπιστώνοντας για πρώτη φορά το ανύποπτο βάθος της. «Η προσκόλλησή μου στον Μπέρτζες, το θάμβος μου για τον ίδιο του τον ξεσκισμένο μύθο μαρτυρούσε το κενό της δικής μου ζωής – όχι το διογκωμένο τίποτα, αλλά το συρρικνωμένο τίποτα».

Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει αναμφίβολα δουλέψει στη λεπτομέρειά της τη μυθιστορηματική σύνθεση, εστιάζοντας την προσοχή της τόσο στην κοινωνικοπολιτική σκηνογραφία όσο και στα πρόσωπα που την ενοικούν. Η εξαιρετικά αποδοσμένη αλληλεπίδραση μεταξύ των ιστορικών συγκυριών και των χαρακτήρων μαρτυρά ενδελεχή μελέτη, η οποία συγκαλύπτεται επιδέξια μέσα στην αφηγηματική ροή. Αν και, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει ένα ζήτημα όσον αφορά την επιλογή της θεματικής, νομίζω πως η Τριανταφύλλου με τον μυθοπλαστικό χειρισμό της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, κατάφερε να αναδείξει όχι μόνο τη διαχρονικότητα των αναφυόμενων ερωτημάτων, αλλά και να ενθέσει πλαγίως το βλέμμα της πάνω στη σημερινή εποχή. Οι ήρωές της υποφέρουν από ένα δράμα χιλιοειπωμένο και εξουθενωτικά αναλυμένο, συνάμα όμως οικουμενικό και αυτή ακριβώς η οικουμενικότητα με τις απρόβλεπτες απολήξεις της τους επιτρέπει να μιλούν πέρα από χρονικούς και γεωγραφικούς φραγμούς. Αν η ιστορία επαναλαμβάνεται, υπαινίσσεται η Τριανταφύλλου, αυτό συμβαίνει επειδή εκείνοι που κάθε φορά αναλαμβάνουν να την ιστορήσουν, φροντίζουν να υποκαθιστούν τις παλιές αλήθειες με καινούργια ψέματα. Οι σκευωρίες της ηθελημένης λήθης.

«Η ιστορία είναι μεγαλύτερη από μας, ταβάρις. Κι εμείς προσπαθούμε να την κρίνουμε με τις μικρές μας ζωές. Η ιστορία μορφάζει σαν τέρας», λέει ο Μπέρτζες στον Πραβιέν στην πρώτη τους συνάντηση. Ακόμα και αν «οι τερατώδεις μορφασμοί της ιστορίας» πνίγουν την ηχώ των μικρών ζωών, αυτές οι ζωές είναι που ζωογονούν τη λογοτεχνία, όταν πασχίζει να αφουγκραστεί τους πιο εκκωφαντικούς τριγμούς του κόσμου. Σε τελική ανάλυση, τόσο οι μικρές όσο και οι μεγάλες ιστορίες μένουν εν μέρει ανερμήνευτες και σε εκείνους που τις υφίστανται αφήνουν την πικρία ενός διαφυγόντος ζωτικού νοήματος, την αίσθηση μιας ημιτελούς αφήγησης. Σε μια εποχή που όλοι, λίγο πολύ, αισθανόμαστε την οικεία μας, και γι’ αυτό σπάνια, γαία να τρέμει κάτω από τα πόδια μας, δεν μπορεί παρά να υπάρχουν στιγμές που να ανησυχούμε σοβαρά για την ενδεχόμενη επαλήθευση του τρομοκρατικού συνθήματος του Αρκάντι Νταβίντοβιτς Γκόμαν: «Το μέλλον δεν θα περάσει».

 gaiesvivlio-570-403x600

  Σπάνιες Γαίες,  Σώτη Τριανταφύλλου, Εκδόσεις Πατάκη

 

1,698 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Ο παράγων «Μ» στo βιβλίο: Μάρκετινγκ, διαβατήριο λογοτεχνικής απογείωσης; του Παναγιώτη Κάπου

Ο παράγων «Μ» στo βιβλίο: Μάρκετινγκ, διαβατήριο λογοτεχνικής απογείωσης; Έχετε αγοράσει ένα βιβλίο παρακινημένοι μόνο από το όνομα του συγγραφέα...

Close