ξυπόλητη και ξεκάλτσωτη, της Ελένης Γκίκα

By  |  0 Comments

«Υπάρχουν άνθρωποι χωρίς δέρμα σε εποχή που υπάρχουν άνθρωποι με σιδερένιο δέρμα. Φαντάζεσαι μια σταγόνα βροχής σε ανθρώπους χωρίς δέρμα;»

Ήταν απόγευμα Τρίτης στο σπίτι της Φωτεινής Τσαλίκογλου με βροχή. Η ερώτηση που ξεχάστηκε αφορούσε το θύμα, τον θύτη και την επιλογή. Την αποφασιστική επιλογή να είσαι το θύμα για να μην είσαι ο θύτης, δηλαδή, σε εκείνες εκεί τις περιπτώσεις που δεν έχεις άλλη επιλογή. Από του να τραυματίσεις, επιλέγεις εσύ να είσαι αυτός που θα τραυματιστείς. Συχνά και να αυτοτραυματιστείς.

Η ερώτηση που κάπως αργά εκστομίστηκε ήταν «γιατί κάποιοι αντέχουν και κάποιοι όχι» και η απάντηση και πάλι ήταν εκεί. Στην πανοπλία που είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει. Και στην επιλογή της, τις περισσότερες φορές ασυνείδητη, ωστόσο πάντα δική μας γι’ αυτό και σοφή.

Στα ανείπωτα «ο ευαίσθητος εαυτός» και η υποθηκευμένη ζωή. Η ανατροπή. Μπορεί να απελευθερωθεί, τελικά, μια υποθηκευμένη ζωή; Έχουμε επιζήσαντες, Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν, Χόρχε Σεμπρούν, Μαρία Κάλλας, Πρίμο Λέβι, αυτοί τα κατάφεραν, μπήκαν στο παραμύθι τους, σ’ ένα σύμπαν που βρήκαν ή έφτιαξαν και τους χώρεσε και τους γιάτρεψε, κι έζησαν τη δική τους, ολοδική τους ζωή.

«Στην ιστορία μιας ζωής, δεν έχουμε παρά ένα πρόβλημα να λύσουμε: το πρόβλημα που δίνει νόημα στην ύπαρξή μας και επιβάλλει ένα στιλ στις σχέσεις μας». Αυτό ισχυρίστηκε στον «Ευαίσθητο εαυτό» ο Μπόρις Σιρούλνικ. Ψυχίατρος, ηθολόγος και ψυχαναλυτής, παιδί που και ο ίδιος μεγάλωσε σε Ίδρυμα, αποτελώντας ένα από τα υποτιθέμενα «καμένα από χέρι παιδιά». Πέρασε όλα τα παιδικά του χρόνια παρακολουθώντας μυρμήγκια, κι ύστερα σπουδάζοντας και ερευνώντας κατόρθωσε να καταλύσει όλα αυτά.

Μιλώντας για «την υπέροχη δυστυχία του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν» έλυσε την εξίσωση αποδεικνύοντας πως δεν υπάρχουν καταδικασμένες περιπτώσεις στη ζωή.

Ο μεγάλος Δανός παραμυθάς παρά την επιμονή του να δηλώνει «η ζωή μου είναι ένα ωραίο παραμύθι, πλούσιο και ευτυχισμένο», χρειάστηκε να βιώσει μια ουσιαστικά άθλια ζωή: Η μητέρα του εξαναγκάστηκε να γίνει πόρνη από την ίδια της τη μητέρα. Με τον μικρό Χανς στην κοιλιά το έσκασε από το σπίτι κι έγινε πλύστρα προτού πεθάνει, σε μια κρίση τρομώδους παραληρήματος, αγράμματη και αλκοολική, ενώ ο άντρας της παραφρόνησε κι αυτοκτόνησε. Παρ’ όλα αυτά, όμως, ο κόσμος του μικρού Άντερσεν «έμελλε να οργανωθεί γύρω από μια, σε πρώτη όψη, παράδοξη «υπέροχη δυστυχία», όπως υπογραμμίζει η Φωτεινή Τσαλίκογλου «μέσα από την τέχνη ο μικρός Χανς μεταμορφώνει το βούρκο σε ποίηση, την οδύνη σε έκσταση, υπερβαίνοντας τους ίσκιους της καταγωγής του για να ζήσει μέσα στη φωτεινότητα της αγάπης και την παράξενα σαγηνευτική ομορφιά των μύθων της πολιτισμικής του παράδοσης».

Υπάρχουν κι άλλοι που δεν τα κατάφεραν. Τσάκισαν κι έσπασαν όπως η Μέριλιν Μονρόε σαν πορσελάνινη κούκλα. Μονάχα το φάντασμά τους γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε.

Κατά τον Σιρούλνικ, η μαγική έννοια της ανθεκτικότητας ευθύνεται για όλα αυτά. Κι «ανθεκτικότητα» σημαίνει τη δυνατότητα που έχει ένα πρόσωπο αντιμέτωπο με οδυνηρές καταστάσεις να κινητοποιεί μηχανισμούς άμυνας που του επιτρέπουν να απορροφήσει το σοκ, να ανταπεξέλθει και να αντλήσει από αυτό και οφέλη. Ακόμα κι όταν είναι ή αισθάνεται χωρίς δέρμα, να βρει έναν τρόπο να μη τον πονά τόσο η κάθε σταγόνα της βροχής.

Να απεκδύεται εαυτού «ήμουν ο Όμηρος σε λίγο θα είμαι ο κανένας» προκειμένου να γίνει ο εαυτός του. Ν’ αλλάζει συνέχεια μέχρι, τελικά, να τον βρει: «Είμαστε σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων που στην ερώτηση της κάμπιας “ποια είσαι;” Απαντάει “δεν ξέρω, κύριε. Ξέρω τουλάχιστον ποια ήμουν όταν ξύπνησα το πρωί, αλλά νομίζω ότι έχω αλλάξει πολλές φορές από τότε».

Χόρχε Λούις Μπόρχες, η πανοπλία μου σταθερά. Και τα λόγια τους, τα λόγια του, λόγια μου, λόγια, τελικά δανεικά. Και ναι, ο κόσμος φτιάχτηκε για να χωρέσει σε ένα βιβλίο, είχε απόλυτο δίκιο ο Μαλλαρμέ.

Η ανάκαμψη, πάντως, δεν είναι ουτοπία. Μπορώ μετά λόγου γνώσεως να το παραδεχτώ μετά από μισόν αιώνα δανεικό. Με λόγια γυμνά πια, έστω και μη μου άπτου, χωρίς δέρμα, με χάρτινο δέρμα, παρατηρώντας τα δικά μου μυρμήγκια, αγαπώντας και θρηνώντας τους δικούς μου ζώντες και τεθνεώτες, ξυπόλυτη και ξεκάλτσωτη, στους ολοδικούς μου πια δρόμους.

Τα παπούτσια

«Δρόμος χωρίς Θεό δεν αντέχεται»’

μαζεύει τα πόδια της. Το κρύο το αισθάνεται πάντα στα γόνατα. Όπως τον φόβο ακριβώς στο στομάχι.

Τον ακούει να παλεύει με ανύπαρκτους δαίμονες.

«Είμαι εδώ, μη φοβάσαι», «Ποια είσαι εσύ!»

Τονε βλέπει κάθε βράδυ να κοιμάται με τα παπούτσια στο μαξιλάρι του. «Φόρεσέ τα μου!» Κάθε βράδυ!

Τα ίδια ακριβώς κι απόψε.

Κάποια βράδια, του έκανε το χατίρι και του τα φόραγε. Εχθές δεν άντεχε, παιδικά πείσματα, σκέφτηκε, ήταν και κουρασμένη. Σαν κούτσουρο έγειρε και κοιμήθηκε.

Όλη τη νύχτα τον άκουγε σα μέσα σ’ όνειρο «βάλε μου τα παπούτσια». Και το πρωί είχε φύγει ξυπόλητος.

«Μπαμπά μου», τον έκλαψε. Κι ακόμα κλαίει. Κάθε βράδυ. Και του φορά τα παπούτσια του.

Δρόμος χωρίς τα παπούτσια δεν περπατιέται’ το έμαθε. Εκείνο εκεί το πρωί που τον είδε να φεύγει ξυπόλητος.

Παρασκευή 13 Δεκ. 2013

υγ1. Μπόρις Σιρούλνικ, Πρόλογος: Φωτεινή Τσαλίκογλου, Μετάφραση: Γιάννης Καυκιάς, Εκδ. «Λιβάνη», σελ. 333.

Γεννήθηκε στο Μπορντό της Γαλλίας το 1937.Σπούδασε ιατρική και στη συνέχεια ακολούθησε διάφορους κλάδους της ψυχολογίας, μεταξύ των οποίων τη νευροψυχιατρική και την ψυχανάλυση. Ασχολήθηκε επίσης με την ηθολογία. Το βιβλίο αυτό αποτελεί συνέχεια των δύο προηγούμενων βιβλίων του, Un mervelleux malheur και Les Vilains Petrits Canards, που επίσης ασχολούνται με το θέμα των παιδικών τραυμάτων και της μετέπειτα ικανότητας ανάκαμψης. Όλα τα βιβλία του είχαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία.

Η ατομική του ιστορία, όπως μας πληροφορεί, η Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι μια ιστορία ανθεκτικότητας και ανάκαμψης: Ορφανός, γεννημένος το 1937 στο Μπορντό της Γαλλίας από γονείς ρωσικής καταγωγής που εκπατρίζονται, μεγαλώνει σε ίδρυμα και γεμίζει το κενό της καθημερινότητάς του παρατηρώντας μυρμήγκια. Μέρες ολόκληρες, ξαπλωμένος μπρούμυτα, προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει με αυτά τα έντομα. Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κανείς που στόχος του έγινε να κατανοήσει και να θεραπεύσει την οδύνη.

υγ2: «Τα παπούτσια» είναι από τις «Κυριακές του μπαμπά» (ατέλειωτο κι ανέκδοτο).

 

 

 

Φωτογραφία: Alice In Wonderland, Tim Burton 

5,496 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2014 – Οι βραβευθέντες

Η Ελληνοαμερικανική Ένωση, το Goethe-Institut Athen, το Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα και το Instituto Cervantes de Atenas, απένειμαν, με...

Close