Ζήτημα εμπιστοσύνης, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

 «Η αλήθεια βρισκόταν μέσα στο τετράδιο, ή απ’ έξω;»

Ο πρόωρα συνταξιοδοτημένος επιθεωρητής της αστυνομίας Ασίλ Ντυνό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στο τετράδιο, όπου καταγράφει την πορεία της έρευνας για την εξαφάνιση της Εμιλί Μπρυνέ. Οι λόγοι ποικίλλουν και είναι συναρπαστικοί. Καταρχάς, ο Ντυνό πάσχει από προχωρητική αμνησία, από τότε που ένας ογκώδης τόμος αστυνομικής λογοτεχνίας τού ήρθε κατακέφαλα. Θυμάται τις γνώσεις και τις εμπειρίες της μέχρι τότε ζωής του, αλλά μετά το βιβλιοφιλικό του ατύχημα ξεχνά κάθε μέρα οτιδήποτε διαδραματίστηκε την προηγουμένη. Τα όσα σημειώνει πριν κοιμηθεί και αφού διαβάσει για πολλοστή φορά όσα έχει ήδη σημειώσει, βαρύνονται με τη σοβαρή υποψία της ανυποληψίας. Αδυνατεί να γνωρίζει με βεβαιότητα αν το υπό εξέλιξη γραπτό του προκύπτει από εικασίες ή από πιστά καταγεγραμμένες μαρτυρίες. Στα διάκενα των φράσεων παραμονεύουν η φαντασία και οι παραχαράξεις της φθίνουσας μνήμης του. Ο Ντυνό δυσπιστεί, επίσης, στην πιστότητα της καταγραφής των μαρτυριών, καθώς δεν γίνεται να αποκλείσει ενδεχόμενες αποκλίσεις, παρερμηνείες και παραλείψεις. Από την άλλη, δεν είναι καθόλου σίγουρος αν οι διάσπαρτες στις σελίδες διαγραφές οφείλονται στον επουσιώδη χαρακτήρα των εν λόγω καταγραφών ή αν καίρια σημεία της έρευνας καταστράφηκαν εξαιτίας της παρορμητικής του γραφίδας. Εν ολίγοις, υπηρετεί με ζήλο την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά είναι εντόνως καχύποπτος απέναντι στο προς αναζήτηση αντικείμενο, όπως απέναντι και στο πρόσωπο αυτό καθαυτό που την αναζητά. «Είμαι αναγκασμένος, για να προχωρήσω, να εμπιστευτώ τον εαυτό μου, τη στιγμή που η δουλειά μου συνίσταται ακριβώς στο να μην εμπιστεύομαι κανέναν».

Ο αντίπαλος του Ντυνό, ο Κλωντ Μπρυνέ, σύζυγος της Εμιλί και υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος, ως διαπρεπής νευρολόγος έχει καταφέρει να αποδείξει επιστημονικά πως η δύναμη της βούλησης μπορεί να διαπλάσει τον εγκέφαλο. «Δεν διαμορφώνει ο εγκέφαλος τη σκέψη μας, αλλά η σκέψη μας διαμορφώνει τον εγκέφαλό μας». Μια ανακάλυψη, την οποία έσπευσε να εφαρμόσει στον δικό του νεοφλοιό, ασκούμενος μεθοδικά στην λεπτολόγο οργάνωση του νευρωνικού του δικτύου, δημιουργώντας νέες συνάψεις, επεκτείνοντας και ενισχύοντας άλλες. Στις ελεύθερες ώρες του έκλεινε τα μάτια και εξερευνούσε εταστικά την εικόνα του εγκεφάλου του, διατρέχοντας τα δύο ημισφαίρια, δρασκελίζοντας το μεσολόβιο και εισδύοντας στους θαλάμους, όπου ανασκάλευε τη φαιά του ουσία. Συνεπώς, ο Ντυνό, μολονότι θεωρεί εαυτόν ειδήμονα της ανθρώπινης ψυχής και μέχρι τότε εμπιστευόταν την εξιχνίαση των υποθέσεων στα μικρά φαιά εγκεφαλικά του κύτταρα, καλείται να αντιμετρηθεί με κάποιον για τον οποίο τα άδυτα του νου είναι ευκόλως προσπελάσιμα. Όπως του λέει μία μάρτυρας, ο Μπρυνέ ήταν «ένα δείγμα τού τι θα μπορούσε να γίνει το είδος μας, αν αφοσιωνόταν με σοβαρότητα στην ανάπτυξη των ικανοτήτων του».

Ο εχθρός του Ντυνό όχι μόνο ξέρει πολύ καλά τη λειτουργία του μυαλού και μαζί την ιδιαίτερη φύση της νόσου του επιθεωρητή, αλλά και πέρασε το επίμαχο Σαββατοκύριακο της εξαφάνισης γράφοντας ένα άρθρο, που αφορούσε «τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να ξεγελάσει έναν ανιχνευτή ψεύδους». Άλλωστε, τον απασχολούσε επίμονα η δυνατότητα του μυαλού να «αντισταθεί στις προσπάθειες παραβίασης της σκέψης του από τις δυνάμεις της τάξης». Πίστευε, λόγου χάριν, ότι ο καλύτερος τρόπος αντίστασης στα βασανιστήρια συνίσταται στο να λέει ο βασανιζόμενος ψέματα «όντας πεπεισμένος ότι λέει την αλήθεια». Ο ίδιος, μάλιστα, για να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τον ανακριτή του, διατείνεται ότι πάσχει από πρόσκαιρη αμνησία αναφορικά με τα γεγονότα του Σαββατοκύριακου, συνεπεία της κακοποίησής του από τον αστυνομικό στον οποίο δήλωσε την εξαφάνιση της γυναίκας του. Η μονοήμερης διάρκειας μνήμη του ανακριτή και η ικανότητα του ανακρινόμενου να υποδύεται τα συμπτώματα της αμνησίας, δημιουργούν εξαρχής τις προϋποθέσεις για μία εξαίσια αναμέτρηση. Η μονομαχία προβλέπεται να αποδειχθεί ακόμη πιο συναρπαστική, τη στιγμή που ο πρώτος διαθέτει ποσοστό 100% στις εξιχνιάσεις ανθρωποκτονιών, ενώ ο άλλος, «ένας ύποπτος που έχει κάθε κίνητρο και κανένα άλλοθι», διαθέτει αξιοσημείωτα συγκροτημένες απόψεις για τη διάπραξη του τέλειου εγκλήματος.

Εκείνο, ωστόσο, που πρωτίστως ναρκοθετεί την έρευνα του Ασίλ Ντυνό είναι η αγάπη του για την αστυνομική λογοτεχνία, ένα πάθος που τον τραυμάτισε ανεπανόρθωτα. Ο αμέριστος θαυμασμός του για την Άγκαθα Κρίστι τον έχει καταστήσει εμβριθέστατο μελετητή των έργων της, τα οποία παρεισδύουν συχνά στην εξέλιξη της έρευνας, καθώς ο Ντυνό αρέσκεται σε συγκλίσεις, συγκρίσεις, ψυχολογικές αναλύσεις, διερευνήσεις κινήτρων και ενδείξεων, αντιπαραβάλλοντας τους μυθοπλαστικούς χαρακτήρες με τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην εξαφάνιση της Εμιλί Μπρυνέ. Εναβρύνεται, επίσης, για την ταύτισή του με τον Ηρακλή Πουαρό, ο λόγος του οποίου ήταν το πιο απροσμάχητο όπλο του. Ο Μπρυνέ, περισσότερο «Νάρκισσος του πνεύματος» παρά λάτρης του αστυνομικού είδους, μπαίνει στο λογοτεχνικό παιχνίδι που στήνει ο Ντυνό, φανερώνοντας λεκτική δεξιοσύνη αντάξια της ευφυΐας του. Πέρα από οξύνους συνομιλητής, ικανότατος στην κωδικοποίηση της σκέψης του και το ζύγισμα του αντίλογου, ο Μπρυνέ, αναδιφώντας το έργο της Κρίστι και συζητώντας το διεξοδικά με τον επιθεωρητή, εκδηλώνει αξιοθαύμαστη αναγνωστική δεινότητα, που υποχρεώνει τον συνομιλητή του να ξανασκεφτεί υπό άλλο πρίσμα τα αγαπημένα του βιβλία. Πρωτίστως, όμως, τον υποχρεώνει να αμφισβητήσει την έπαρση του Πουαρό και την αδιάσειστη βεβαιότητά του για την κατοχή της αλήθειας, κεντρίζοντάς τον με την υπόνοια της αδικίας τού να κερδίζει πάντα ο ντετέκτιβ. Όσες περισσότερες λογοτεχνικές σελίδες μοιράζονται, τόσο καλύτερα ο Ντυνό κατανοεί πως τροφός της φαντασίας είναι η άγνοια και όχι η βεβαιότητα. Η λογοτεχνία, άλλωστε, προϋποθέτει, ώς έναν βαθμό, την τέχνη της άγνοιας. Και η ήττα στο πλαίσιο της δημιουργίας μπορεί να συνεπάγεται απρόσμενες ανταμοιβές. Στο πιο κρίσιμο σημείο της μονομαχίας του με τον Μπρυνέ, ο Ντυνό είναι πλέον έτοιμος να αποδεχθεί ότι «όταν οι ερμηνείες είναι πάρα πολλές, η φρόνηση επιτάσσει ενίοτε να μην επιλέγει κανείς καμία». Δόγμα κάθε έντιμου αναγνώστη.

Ο ευφάνταστος συγγραφέας Αντουάν Μπελό, επιρρεπής στις μηχανορραφίες του πνεύματος και τα θαύματα των λέξεων,  με το πρόσχημα του αστυνομικού μυστηρίου, προεξάρχοντος στη σπαρταριστή μυθοπλασία,επαναφέρει τα ερωτήματα που είχε θίξει στους απολαυστικούς Παραχαράκτες (Πόλις, 2009).

Και τα δύο μυθιστορήματα ερεθίζει το υποθετικό ερώτημα κατά πόσο η λογοτεχνία μπορεί να πραγματωθεί στην αληθινή ζωή. Στους Παραχαράκτες οι πράκτορες, που εργάζονταν για τον ΟΠΠ (Όμιλος Παραχάραξης της Πραγματικότητας), είχαν το μοναδικό προνόμιο να βλέπουν τη φαντασία τους να μεταστοιχειώνεται σε πραγματικότητα. Τα έργα της διάνοιάς τους μετατρέπονταν σε υπαρκτική συνθήκη. Συγγράφοντας σενάρια, εμπνευσμένα από την πολυπλοκότητα και ασυναρτησία του κόσμου, επενέβαιναν δυναμικά στη διάρθρωσή του. Ακόμα και αν η αφετηριακή έμπνευση των σεναρίων υποδαυλιζόταν από ιδιωτικές εμμονές και έγνοιες, οι συγγραφείς του ΟΠΠ δεν διέθεταν την πολυτέλεια της ομφαλοσκόπησης, καθώς ήταν χρέος τους να θεωρούν «το ανθρώπινο γένος ένα αδιαίρετο σώμα, που κάθε μέρα αποκτά ολοένα και περισσότερη εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να διαμορφώνει τη μοίρα του». Τα γραπτά τους όφειλαν να πληρούν την «αξίωση της οικουμενικότητας» και τη «δυνατότητα κινητοποίησης», στο μέτρο που εμφορούνταν από ένα διορθωτικό πνεύμα. Οι ιδιόρρυθμοι υπάλληλοι που ο Μπελό εγκατέσπειρε σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, «μια χούφτα φαρσέρ», είχαν την εξουσιοδότηση να αλλάξουν τον κόσμο, και δη μέσω της γραφής. Η δουλειά τους εκκινούσε ακριβώς από τις ατέλειες της πραγματικότητας.

Τα εντυπωσιακά μυθοπλαστικά ευρήματα συνέτειναν στους Παραχαράκτες σε μια αριστοτεχνική μεταφορά για τον φασματικό κόσμο της λογοτεχνίας. Η μυστική οργάνωση έμοιαζε με σεμινάριο δημιουργικής γραφής διεθνούς εμβέλειας, ενώ οι πράκτορές της υπέφεραν συχνά από τα αδιέξοδα, τις οδυνηρές αγωνίες, αλλά και τις ένθεες παρακρούσεις της συγγραφής. Τώρα, ο Ασίλ Ντυνό έχει την ευκαιρία να δοκιμάσει τη «δυνατότητα κινητοποίησης» του κειμένου του στην υπόθεση της Εμιλί Μπρυνέ. Στο τετράδιό του αποθήκευε σπαράγματα της κάθε ημέρας, αποσπασματικές αφηγήσεις, εντυπώσεις και υποψίες, ευσύνοπτα ψυχογραφήματα και φευγαλέες απορίες, στα οποία προσπαθούσε να προσδώσει συνοχή μέσα από τις επαναληπτικές αναγνώσεις των σελίδων, τις διορθωτικές επεμβάσεις και τις μυθοπλαστικές υποδείξεις της Άγκαθα Κρίστι. Το σημαντικότερο είναι ότι ο Ντυνό αρχίζει πραγματικά να ενδιαφέρεται για τη μορφή και το νόημα του κειμένου του, όταν δίνει κάποιες σελίδες στον Μπρυνέ, προκειμένου ο τελευταίος να του επιτρέψει την πρόσβαση στο ημερολόγιό του. Έτσι ξεκινά μια αμιγώς βιβλιοφιλική συναλλαγή, που σχεδόν παραμερίζει τη μεθοδολογία της ανάκρισης. Οι δυο τους συζητούν επί μακρόν για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, ανταλλάσσοντας γραπτώς πνευματώδεις απόψεις, άλλοτε φιλονικώντας, άλλοτε συμφωνώντας, πάντοτε όμως με σεβασμό στη διανοητική σκευή ο ένας του άλλου.

Διαβάζοντας τις σημειώσεις του ο Ντυνό διακρίνει τον φιλοφρονητικό τόνο ορισμένων επισημάνσεών του για τον ύποπτο, στον οποίο αναγνωρίζει όχι μόνο έναν ισότιμο αντίπαλο, αλλά και έναν ισάξιο αναγνώστη. Ωστόσο, η δεδηλωμένη εκτίμησή του προς εκείνον γίνεται όλο και πιο παρακινδυνευμένη, καθώς, όπως διαπιστώνει από το τετράδιο, φτάνει στο σημείο να ακούει συναρπασμένος τις θεωρίες του Μπρυνέ για το τέλειο έγκλημα. Παραδέχεται, επίσης, ότι δύσκολα θα ξεχώριζε κανείς στις σημειώσεις του τον μάρτυρα από τον ανακριτή. «Για ποιο λόγο δέχτηκα αυτή την αντιστροφή, την οποία, ακόμη και εν θερμώ, δεν μπορεί να μην παρατήρησα; Ήλπιζα τάχα ότι, επιτρέποντας στον Μπρυνέ να εξετάσει τη θωράκισή μου για να βρει τα αδύνατα σημεία της, εκείνος θα μου αποκάλυπτε ασυλλόγιστα τις ρωγμές της δικής του;»

Σταδιακά ο Ντυνό νιώθει τόσο πολύ να ασφυκτιά από τις λέξεις του τετραδίου του, που φτάνει στο σημείο να αναζητά τη λύτρωση «στις μουντζούρες και τις διαγραφές». Το ημερολόγιο του Μπρυνέ τού επέτρεπε να πάρει μια ανάσα από τις δικές του λέξεις, που αλλοίωναν την αντίληψή του, καθώς στις σημειώσεις του αντίκριζε τον φερόμενο ως ένοχο «μέσα από το παραμορφωτικό κάτοπτρο της γλώσσας». «Οι λέξεις στο τετράδιό μου είναι σαν ένα βρόμικο φίλτρο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τα μικρά φαιά μου κύτταρα. Ο Μπρυνέ μού προσφέρει, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, την ευκαιρία να καθαρίσω αυτό το φίλτρο».

Οι γραπτές λέξεις του Μπρυνέ αποκτούν βαθμιαία για τον Ντυνό πολύ μεγαλύτερη αξία απ’ ό,τι οι προφορικές του. Ο ερευνητής υποψιάζεται πως η αλήθεια βρίσκεται στο ημερολόγιο του Μπρυνέ και όχι στα όσα του λέει. Τη στιγμή, όμως, που αρχίζει να ενθέτει κομμάτια από το κείμενο του Μπρυνέ στο δικό του τετράδιο, τον τρομάζει η αμφιβολία μήπως η καταβύθισή του στις λέξεις τον απομακρύνει από τις αποκαλύψεις, που μαίνονται μακριά από αυτές. Βρίσκεται, συνεπώς, καθηλωμένος από το κατεξοχήν συγγραφικό δίλημμα, γραφή ή δράση, μέσα ή έξω. «Οι όροι του διλήμματος είχαν τεθεί με τρομερή σαφήνεια». Έπρεπε να παρατήσει το τετράδιο και να πάει να ανακρίνει μέχρι τελικής πτώσεως τον Μπρυνέ, ή «να χωθώ ακόμη βαθύτερα στο κείμενό μου, αναζητώντας μια σοφία που θα έσβηνε τη στιγμή που θα γλιστρούσα κάτω από τα σεντόνια;»

Ο Ασίλ Ντυνό μπορεί να απογοητεύεται επανειλημμένως από την αποτυχία της λογοτεχνίας να δίνει απαντήσεις και να κομίζει ατράνταχτες αλήθειες, αλλά περισσότερο τον αποθαρρύνει η αδυναμία του να σταθεί στο ύψος των συγγραφικών του προσδοκιών. Φυλλομετρώντας το τετράδιο, το οποίο λόγω της πραγματολογικής φειδούς του γίνεται ολοένα και πιο λογοτεχνικό, ενοχλείται από το επίπεδο των συλλογισμών του, τη φτώχεια του λεξιλογίου του, την κοινοτοπία των παραλληλισμών, τη σύνθεση των προτάσεων, τον πλεονασμό των επιρρημάτων, τους άχρηστους πλατειασμούς, κυρίως όμως από τις διαγραμμίσεις, που του στερούν σημαντικό μέρος του γραπτού. Σκεφτόταν εκ των υστέρων πως τα μέρη που είχε διαγράψει χάριν της αφηγηματικής και αναγνωστικής οικονομίας, μπορεί εντέλει να ενείχαν κάποια κρυφή σημασία ή και να διασφάλιζαν τη συνοχή του κειμένου. Το ίδιο το κείμενο, από την άλλη, διέφευγε βαθμιαία τον έλεγχό του και έτεινε να αυτονομηθεί. Σε κάθε νέα ανάγνωση αισθάνεται όλο και πιο αποξενωμένος από αυτό. Μόνο ο γραφικός χαρακτήρας τον βεβαιώνει για την ταυτότητα του γράφοντος. Όλα τα άλλα πρόσωπα του φαίνονται πλασματικά, ακόμα και ο Μπρυνέ, που η γραφή του αδυνατεί να τον πείσει πως διαθέτει ένσαρκη υπόσταση, καθώς το ύφος τους στις σελίδες δεν αποκλίνει σημαντικά. Ενδεχομένως το τετράδιο κατέγραφε την απόπειρά του να γίνει από αναγνώστης συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Έμοιαζε να έχει αποσπαστεί από κάποιο μυθιστόρημα της Κρίστι και να επειγόταν να επιστρέψει στα ράφια της βιβλιοθήκης του. Ταυτόχρονα, ωστόσο, το διαπερνούσε ένα ρίγος, που ήταν σαν να αναδυόταν από τα σπλάγχνα του. Οι λέξεις είχαν κάτι το μύχιο. «Το πιο εκπληκτικό στο τετράδιό μου είναι αυτή η ένταση, αυτή η άγρια αποφασιστικότητα που διακρίνεται και στην παραμικρή μου πράξη, λες και το πραγματικό διακύβευμα της μονομαχίας μου με τον Μπρυνέ δεν ήταν τόσο η ζωή της Εμιλί όσο η δική μου». 

Παρ’ όλα αυτά, τα αναφαίρετα εξουσιαστικά δικαιώματα του γράφοντος κολάκευαν τη ματαιοδοξία του Ντυνό. Όταν, για παράδειγμα, δίνει το τετράδιο στον Μπρυνέ ηδονίζεται στη σκέψη ότι χάρη στα αδιόρατα επίπεδα και τα κωδικά σημεία της γραφής του, θα κατάφερνε να χειραγωγήσει το αναγνωστικό του βλέμμα και να προδικάσει την έκβαση της πρόσληψης του γραπτού του, πεπεισμένος πως μόνο ο συγγραφέας κατέχει το κλειδί των λέξεών του. «Μπορεί να του άνοιξα τις πόρτες του ημερολογίου μου, ποτέ ωστόσο δεν του υποσχέθηκα ότι θα τον βοηθήσω και να περάσει το κατώφλι».

Υπό την επήρεια μάλλον αυτής της παροδικής αλαζονείας, δεσμεύεται στον Μπρυνέ ότι θα ανακαλύψει όσα εκείνος έχει ξεχάσει. Η επιλογή του ρήματος είναι δηλωτική των λογοτεχνικών του τάσεων. Ίσως, πάλι, ο επιθεωρητής να πίστευε πως για να μπεις μες στο μυαλό του άλλου, αρκεί απλώς να φανταστείς τι ακριβώς υπάρχει εκεί. Και ο Ντυνό ήταν από εκείνους που θεωρούν τη φαντασία περισσότερο αρμόδια από τη γνώση στην υπόθεση της αλήθειας. Όταν, λόγου χάριν, αναρωτιέται αν είχε δει ποτέ φωτογραφίες της Εμιλί, σκέφτεται πως την έβλεπε «καλύτερα έτσι», χωρίς την αναπαράσταση της μορφής της.

Γράφει σε μια σελίδα του ημερολογίου του προτρέποντας τον Ντυνό να συμμεριστεί την αναγνωστική του οπτική πάνω σε ένα μυθιστόρημα της Κρίστι: «Ο λόγος για τον οποίο σας ζητώ να με ακολουθήσετε σε αυτή την εξερεύνηση είναι πως είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι μπορεί να αποβεί ευεργετική για σας». Όταν κάποια στιγμή ο Ντυνό σταματά να γράφει στο τετράδιό του, ο Μπρυνέ τον παρακινεί με πάθος να ξαναπιάσει το στυλό του. Ο λόγος τού ενός είναι αλληλένδετος με εκείνον του άλλου. Μάλιστα ο Ντυνό, προδίδοντας κάπως τη λατρεία του για την Άγκαθα Κρίστι, παραδέχεται πως βρίσκει «αναζωογονητική» την εικονοκλαστική οπτική του Μπρυνέ.

Η λογοτεχνική συνεργασία μεταξύ Ασίλ Ντυνό και Κλωντ Μπρυνέ οδηγείται στην αποθέωσή της κατά τη διάρκεια της δίκης, ιδίως όταν ο δεύτερος καλεί τον πρώτο ως μάρτυρα υπεράσπισης. «Δεν υπήρχε πια θήραμα και κυνηγός: ο Μπρυνέ κι εγώ θα γράφαμε μαζί τις τελευταίες σελίδες της έρευνας. Και δεν υπήρχε περίπτωση να του αποσπάσω την αλήθεια· εκείνος θα προσπαθούσε να με κανοναρχήσει. Ο αναγνώστης της αστυνομικής λογοτεχνίας μέσα μου ριγούσε από έξαψη».

Απόγειο του αυτοαναφορικού παιγνίου είναι η προτροπή του Μπρυνέ προς τον μάρτυρα να περιγράψει τις κινήσεις του υπόπτου, του ιδίου δηλαδή, το επίμαχο Σαββατοκύριακο. Ο Ντυνό συνειδητοποιεί τότε με απόλυτο τρόπο ότι η αμνησία του Μπρυνέ (όπως και η δική του) δεν ήταν απαγορευτική, αλλά απελευθερωτική. «Δεν ήταν ένα μαύρο πέπλο αλλά ένα λευκό χαρτί, η αρχή μιας ιστορίας που μας καλούσε να τη γράψουμε μαζί».

Ο Μπρυνέ γίνεται εθελουσίως από αναγνώστης του Ντυνό ένας μυθοπλαστικός χαρακτήρας, που τίθεται στην υπηρεσία της φαντασίας του. Παραινώντας τον επιθεωρητή να εμπιστευτεί τη διαίσθησή του, τον μεταφέρει ακαριαία στις σελίδες της Άγκαθα Κρίστι, όπου η Αριάδνη Όλιβερ θριαμβεύει επί του υπερβολικά ορθολογιστή Πουαρό χάρη στη διαίσθησή της, που της επιτρέπει να φαντάζεται την αλήθεια, απαλλάσσοντάς την από την προσπάθεια να την ανασυνθέσει. Κατά τον Μπρυνέ, η πραγματική δημιουργός στα έργα της Κρίστι δεν ήταν ο Πουαρό, αλλά η Όλιβερ, καθώς «με τη μαγεία του λόγου-δημιουργού, οι λέξεις της διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Ό,τι γράφει, ανυπερθέτως υλοποιείται».

Οι Παραχαράκτες ήταν συνηθισμένοι σε τέτοια μαγικά και τώρα είναι η σειρά του Ασίλ Ντυνό να απολαύσει τη μαγική επενέργεια των λέξεών του. Στην αίθουσα του δικαστηρίου συντελείται ένα θαύμα. Οι μάρτυρες αναπαρήγαν με ακρίβεια τις φράσεις του τετραδίου και η φυσικότητα με την οποία άρθρωναν τις σκέψεις του τους μετέτρεπε σε πλάσματα του δικού του λόγου, πολύ λιγότερο αυτεξούσια από οποιοδήποτε ζωντανό πλάσμα. Ακούγοντάς τους, ο Ντυνό βίωνε την ύψιστη συγγραφική ηδονή, ήταν ο «δημιουργός μιας μυθοπλασίας που ζωντάνευε μπροστά στα μάτια» του. Ο Μπρυνέ τον είχε απολυτρώσει από την «τυραννία της μονοσήμαντης αλήθειας, ανοίγοντάς του τις πύλες της λογοτεχνικής δημιουργίας». Ο ανακριτής του θύμιζε πια εκείνους τους μυστικούς πράκτορες, που τόσο θαύμαζε, επειδή είχαν καθυποτάξει σε τέτοιο βαθμό το νευρολογικό τους σύστημα, που παρέμεναν διά βίου εγκλωβισμένοι στις επινοημένες ιστορίες τους. Ο Ντυνό είχε μεταμορφωθεί σε κάποιον, ο οποίος «περιφέρεται μέσα σε ένα οικείο όνειρο, που ο ίδιος έχει χαράξει τα περιγράμματά του».

Βέβαια, οφείλω κλείνοντας να επισημάνω πως ούτε ο Ασίλ Ντυνό ούτε ο Κλωντ Μπρυνέ θα φαίνονταν τόσο χαρισματικοί χωρίς τη μεταφραστική αρωγή της Τιτίκας Δημητρούλια.

bello+polis

Antoine Bello, Έρευνα για την εξαφάνιση της Εμιλί Μπρυνέ, Πόλις

184,785 total views, 3 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Επάγγελμα: Φύλακας στη σίκαλη, της Ιωάννας Γιολδάση

Ονειροπόληση, επιθυμία, άγχος, απογοήτευση, αναζήτηση…Ο μικρόκοσμος ενός εφήβου κλονίζεται. Ο J.D Salinger κατάφερε στο μυθιστόρημά του, Ο Φύλακας στη σίκαλη...

Close