Διήγημα: Η στριφτόπιτα της νοσταλγίας, της Αγλαΐας Παντελάκη

By  |  0 Comments

    Αν ετοιμάζεσαι να ξεκινήσεις την ανάγνωση αυτής της ιστορίας κρατώντας μολύβι στο χέρι και έχοντας μπροστά σου το χαρτί που σημειώνεις τα ψώνια που χρειάζεσαι από το σούπερ-μάρκετ, προεξαγγελτικά σε ενημερώνω, φίλε αναγνώστη, ότι μάλλον θα μείνεις νηστικός…

   «Αργώ, γιατρέ μου! Αργώ!»

   «Γίνε πιο σαφής, Μάρκο.»

   «Δεν αργώ στη δουλειά μου, γιατρέ μου. Εκεί είμαι πάντοτε συνεπής. Φροντίζω, μάλιστα, να βρίσκομαι στο γραφείο είκοσι με τριάντα λεπτά πριν από τις εννιά.»

   «Και, τότε, πού αργείς; Στα ραντεβού σου;»

   «Ποια ραντεβού…»

   «Ας το αφήσουμε για άλλη συνεδρία αυτό, Μάρκο. Πες μου τώρα, πού αργείς;»

   «Θα θυμάσαι, γιατρέ μου… Εδώ και μερικούς μήνες έχω ξεκινήσει μαθήματα ζωγραφικής. Σίγουρα θα το θυμάσαι, γιατρέ μου. Σ’ το είχα πει, άλλωστε…»  

   «Ναι, Μάρκο, το θυμάμαι. Συνέχισε.»

   «Τα μαθήματα γίνονται στο εργαστήρι του δασκάλου. Πολύ μεγάλο και γνωστό όνομα στην πόλη. Δύο φορές την εβδομάδα, από τρεις ώρες τη φορά. Οκτώ με έντεκα. Το πρόβλημα είναι ότι, με εξαίρεση την πρώτη εβδομάδα, δεν φτάνω ποτέ στο εργαστήρι νωρίτερα από τις οκτώ και μισή. Και μένω σχεδόν δίπλα, με τα πόδια πηγαίνω. Δεν είναι ότι μπλέκω στην κίνηση ή κάτι τέτοιο. Ούτε υπάρχει κάποιο πρακτικό ζήτημα που με καθυστερεί. Ίσα-ίσα, είμαι έτοιμος ήδη από τις επτά. Απλώς, δεν μπορώ να φύγω από το σπίτι, αν δεν πάει οκτώ και τέταρτο, τουλάχιστον. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει… Εγώ που είμαι συνεπής σε όλα μου… Μέχρι και ο δάσκαλος μου έκανε παρατήρηση τις προάλλες. ‘Εντάξει να μου το ‘κανε κανένα μικρό, ρε Μάρκο. Αλλά εσύ είσαι ολόκληρος άντρας. Όταν λέμε μια ώρα, λέμε μια ώρα!’ Ντρέπομαι, γιατρέ μου…».

   «Πλησιάζει Πάσχα, Μάρκο. Θα μείνεις εδώ;»

   «Όχι, γιατρέ μου. Θα πάω στο χωριό, στους δικούς μου.»

   «Χριστούγεννα στην πόλη, Πάσχα στο χωριό, που λένε.»

   «Αυτό ακριβώς! Αφήστε που… Δεν ξέρω, σαν να με τραβάει μια μυρωδιά κάθε Πάσχα εκεί πίσω.»

   «Μυρωδιά;»

   «Ναι, μυρωδιά. Μου ξανάρχεται στον νου, όταν ανθίζουν οι πρώτες φρέζες. Ήταν Παρασκευή και επιστρέφαμε με τον παππού μου από τους Χαιρετισμούς. Ήμουν πολύ μικρός. Τεσσάρων… πέντε, το πολύ. Και πηγαίναμε κάθε βδομάδα μαζί. Εκείνη η Παρασκευή, όμως, ήταν διαφορετική, γιατρέ μου. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά, και οι φρέζες μοσχοβολούσαν σε όλες τις γειτονιές. Μαγικά γλυκιά βραδιά! Όταν φτάσαμε στο σπίτι, η μαμά μου είχε μόλις βγάλει από τον φούρνο μία στριφτόπιτα με τυρί. Την είχα δει να ανοίγει το φύλλο το μεσημέρι, μετά το φαγητό. Ζεματούσε, άχνιζε, αλλά δεν κρατιόμουν, πεινούσα πολύ, τρελαινόμουν και για τυρόπιτα, και ζήτησα από τη μαμά μου να μου βάλει ένα μεγάλο κομμάτι. ‘Πρόσεχε, καίει!’ Το καλύτερο κάψιμο αυτό του λιωμένου τυριού στη γλώσσα! Όμως, πλέον, δεν υπάρχει παππούς. Ούτε πηγαίνω στην εκκλησία. Και, επιστρέφοντας στο σπίτι το βράδυ, αφού έχω εισπνεύσει μπόλικο καυσαέριο, πρέπει να ετοιμάσω μόνος μου το φαγητό μου.»

   «Τις μέρες που πηγαίνεις στο εργαστήρι, γίνονται κι άλλα μαθήματα προηγουμένως;»

   «Ναι, εννοείται. Ο δάσκαλος είναι εκεί μέρα-νύχτα. Τα πρωινά ασχολείται με τα δικά του και από το απόγευμα και μετά κάνει μαθήματα. Τρίωρα όλα.»

   «Πέντε με οχτώ ποιος έχει μάθημα;»

   «Τα μικρά. Δημοτικό. Μικρές τάξεις. Που πρέπει να έρχονται οι… γονείς τους να τα παίρνουν μετά. Άλλοι στις οκτώ, άλλοι στις οκτώ και πέντε. Οι πιο καθυστερημένοι στις οκτώ και είκοσι…»

   Κατόπιν της σιωπηλής συγκατάθεσης του ψυχολόγου στο σιωπηλό αίτημα του ασθενή του, ο Μάρκος σηκώθηκε από την αναπαυτική καρέκλα, βγήκε κλείνοντας την πόρτα, αντάλλαξε δυο σύντομες κουβέντες με τη γραμματέα και έφυγε.

   Μόλις έφτασε στο σπίτι, κατευθύνθηκε αμέσως στο δωμάτιο που είχε διαμορφώσει σε ατελιέ. Φόρεσε τη ρόμπα του και τοποθέτησε στο καβαλέτο τον καμβά με το έργο που αντέγραφε τον τελευταίο καιρό. Την «Εμμονή της Μνήμης» του Νταλί. Στα τετράδιά του είχε δώσει στον πίνακα τον εναλλακτικό τίτλο “Hour faces”. Πριν πιάσει το πινέλο, πήρε το στυλό και έκανε μια μουτζούρα που κάλυψε ολόκληρο το “H”.

   Ύστερα από αρκετές ώρες, βγήκε από το ατελιέ, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, έβγαλε από την κατάψυξη μια τυρόπιτα που είχε αγοράσει την προηγούμενη εβδομάδα και την έβαλε στα μικροκύματα. Προτού καλά-καλά κρυώσει, την έφαγε όλη. Την επόμενη μέρα τηλεφώνησε στον προϊστάμενό του και τον ενημέρωσε ότι δεν θα πήγαινε στη δουλειά. Η στριφτόπιτα του είχε πέσει βαριά, και θα αργούσε να χωνέψει.     

 

 

Aglaia Pantelaki

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Προσευχή από μουσική, γράφει η Λίνα Πανταλέων [Να σώσουμε τον Μότσαρτ, Raphaël Jerusalmy]

  «Κατά βάθος, κάθε αυτοκτονία βάζει τέλος σε κάτι παράλογο».     Ο Αυστριακός μουσικοκριτικός Ότο Στάινερ σκέφτεται για πρώτη φορά...

Close