Οι ετερώνυμοι Άλβαρο Ντε Κάμπος και Μπερνάντο Σοάρες του Πεσσόα, του Γιώργου Λίλλη

By  |  0 Comments

Ποιος είναι ο Φερνάντο Πεσσόα; Είναι ο «αγγλομανής, μύωψ, ευγενής, αλλοπαρμένος, ντυμένος στα σκούρα, απόμακρος  και οικείος», σύμφωνα με τον Οκτάβιο Πάζ, είναι ο  Ρικάρντο Ρεις,  ο Αλμπέρτο Καέιρο ή ένας  ψηλός, κομψός, με μονόκλ, μαύρα μαλλιά με χωρίστρα στο πλάι, όπως τον ήθελε ο Αντόνιο Ταμπούκι, που άκουγε στο όνομα Άλβαρο Ντε Κάμπος; 

Ο ιδιοφυής ποιητής μας κληροδότησε ένα τεράστιο έργο, του οποίου η καταγραφή και η ταξινόμηση συνεχίζεται εδώ και μισό πλέον αιώνα. Το θέμα δεν εξαντλείται όμως στον όγκο του συγκεκριμένου έργου, αλλά κυρίως στην επινόηση των 72 ετερώνυμων χαρακτήρων του Πεσσόα, οι οποίοι με τον έναν ή τον  άλλο τρόπο έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στη λογοτεχνική σκηνή της Πορτογαλίας.

Μάλιστα, τρεις από αυτές τις μεταμορφώσεις του ποιητή, αποτέλεσαν το ρόλο όχι απλώς ενός προσωπείου, αλλά αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένα σωματικά χαρακτηριστικά και μάλιστα σε μια συγκεκριμένη βιογραφία.

«Αυτό που επέτυχε ο Πεσσόα αγγίζει το θαύμα», αναφέρει ο Αντόνιο Κουάντρος: «γιατί καθένας από τους ετερώνυμους ποιητές παράγει όχι απλά κάτι διαφορετικό από την λογοτεχνική παραγωγή του Πεσσόα την οποία υπογράφει με το όνομά του, αλλά έργα των οποίων η εγγενής συνοχή είναι ισχυρή, χωρίς να ξεχνάμε τη λεπτή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο περιεχόμενο και την ψυχοσύνθεση του υποδυόμενου συγγραφέα». 

Ο Άλβαρο ντε Κάμπος είναι η πιο επιβλητική μορφή των ετερώνυμων που κατασκεύασε ο Πεσσόα. Ο ποιητής θέλησε να τον εντάξει στη διαχρονικότητα των θνητών, σαν ένα υπαρκτό φάντασμα που ταξιδεύει, ερωτεύεται, συμμετέχει στη δημόσια ζωή, το οποίο μίσησε, δέχθηκε επιθέσεις, εισηγήθηκε κινήματα.

Ο ίδιος ο Πεσσόα, σε επιστολή του στον Adolfo Casais Monteiro, είχε καταγράψει τα βιογραφικά χαρακτηριστικά του επινοημένου του ποιητή: «Ο Άλβαρο ντε Κάμπος γεννήθηκε στην Ταβίρα στις 15 Οκτωβρίου 1890. Είναι ναυπηγός μηχανικός, αλλά τώρα βρίσκεται εδώ στη Λισσαβόνα, άνεργος….είναι ψηλός (1,75 ύψος, δηλαδή 2 εκατοστά ψηλότερος μου), λεπτός και σκύβει ελαφρώς……ούτε καστανός ούτε μελαχρινός, μοιάζει αόριστα με Πορτογάλο Εβραίο, αλλά τα μαλλιά του είναι ίσια……..» 

Σ΄ ένα από τα ποιήματα του Κάμπος φαίνεται να αυτοβιογραφείται ο ίδιος ο Πεσσόα σχετικά με το ρόλο που έπαιξαν στη ζωή του τα πολλαπλά του προσωπεία, θέτοντας ίσως μια εξήγηση γι΄ αυτήν του την εμμονή. Γράφει:

Όσο πιο πολύ αισθανθώ, όσο πιο πολύ αισθανθώ σαν

    διαφορετικά πρόσωπα

όσο πιο πολλές προσωπικότητες αποκτήσω,

όσο πιο έντονα, πιο στριγκά τις αποκτήσω,

όσο πιο ταυτόχρονα αισθανθώ μ΄ όλες αυτές,

όσο πιο ομοιότροπα διαφορετικός, ανομοιότυπα

      προσεκτικός,

υπάρξω, αισθανθώ, ζήσω, είμαι,

τόσο πιο πολύ θ΄ αποκτήσω τη συνολική ύπαρξη του

   σύμπαντος,

τόσο πιο πλήρης θα΄ μαι σ΄ ολόκληρη την έκταση του

διαστήματος, 

τόσο πιο όμοιος με τον Θεό, όποιος και να ΄ναι………….

Από τους στίχους αυτούς φαίνεται ότι ο ποιητής παλεύει ν΄ ανακαλύψει τον εαυτό του, την πολυπλοκότητα της ύπαρξής του, την πολυδιάστατη προσωπικότητά του. Θα ήταν λάθος να εντάξουμε τον Πεσσόα στις διχασμένες προσωπικότητες. Απλώς η ευφυΐα του επέτρεψε στον ίδιο να συνειδητοποιήσει το χάος της ψυχής του. Η διαδικασία της γραφής για τον Πεσσόα, είτε αυτή έχει το δικό του επώνυμο, είτε κρύβεται πίσω από επινοημένα ποιητικά μοντέλα, είναι ένα και το αυτό: ν΄ ανακαλύψει μέσα από τον καθρέφτη των λέξεων την ταυτότητά του.

Αυτό που συγκλονίζει είναι ότι κάθε προσωπικότητα που επινόησε ο Πεσσόα για να εξωτερικεύσει τα αισθήματα και τις ιδέες του είναι τόσο ετερόκλητες που διαφαίνεται ξεκάθαρα η αγωνία του να οριοθετήσει το σύμπαν του, να συγκροτήσει το είναι του, μέσα σε τόσες διαφορετικές παραμέτρους, σε τόσες ακραίες συνθήκες δημιουργίας της μιας περίπτωσης από την άλλη.

Ο Άλβαρο ντε Κάμπος είναι ένας «υμνητής της βιομηχανικής εποχής». Πληθωρικός, εξωστρεφής, χειμαρρώδης, μεταχειρίζεται μια γλώσσα άκρως επαναστατική, ρεαλιστική, παρ΄ όλα αυτά βαθυστόχαστη, αντανακλώντας την παραμορφωμένη εικόνα του παράδοξου κόσμου ως έχει, χωρίς αυταπάτες.

Διαβάζοντας τις μεγάλες του συνθέσεις, «Θριαμβική ωδή» και «Θαλασσινή ωδή», παρατηρούμε, σε μια εποχή όπου η ποίηση ήταν απαστράπτουσα μιας λυρικής έξαρσης που ανάγονταν στην εποχή του ρομαντισμού, ότι ο Πεσσόα γίνεται ένας προφήτης του μοντέρνου λόγου:

Ώ άχρηστα αντικείμενα που όλος ο κόσμος θέλει να

  τ΄ αγοράσει!

Γεια σας, μεγάλα καταστήματα με τμήματα πολλά!

Γεια σας, διαφημίσεις ηλεκτρικές που αναβοσβήνετε

   κι εξαφανίζεστε!

Έ, μπετόν αρμέ, τσιμέντο, καινούριες τεχνικές!

Πρόοδος των εξοπλισμών ενδόξως θανατηφόρων!

Πανοπλίες, κανόνια, μυδραλιοβόλα, υποβρύχια, αεροπλάνα!

Σας αγαπάω όλους, όλα, σαν θηρίο.

Σας αγαπώ σαρκοφαγικά………..

Θα μπορούσε κάλλιστα το παραπάνω απόσπασμα να είναι γραμμένο σήμερα κι όχι το 1914. Ο Πεσσόα, μέσω του Κάμπος, προφητεύει τον ξεπεσμό του ανθρώπινου, την ολική καταστροφή του φυσικού και την επικράτηση του τεχνητού κόσμου. Η λατρεία της μηχανοποιημένης ζωής γίνεται στα λόγια του ένα ποίημα ξέφρενο, σχεδόν βακχικό, μοντέρνο, τεχνοκρατικό. Μια ιδιοφυής επινόηση της πτώσης του φυσιοκρατικού στοιχείου στο ισοπεδωτικό σύμπαν της κυριαρχίας των μηχανών, που βρίσκει την απόλυτη εκπλήρωσή του σήμερα:

Να είμαι πλήρης σαν μηχανή!

Να μπορούσα να οδεύω θριαμβικά στη ζωή σαν ένα

αυτοκίνητο τελευταίο μοντέλο!

Να μπορούσα τουλάχιστον να κάνω να με διεισδύσουν όλα

   αυτά σωματικά,

να με ξεσχίσουν ολόκληρο, να μ΄ ανοίξουν εντελώς, να γίνω

   διαπερατός

σ΄ όλες τις μυρουδιές από λάδια, καύσεις, κάρβουνα

αυτής της θεσπέσιας, μαύρης, τεχνητής κι ακόρεστης

    χλωρίδας!

Στη «Θαλασσινή ωδή» ο Κάμπος γίνεται πιο περιγραφικός, πιο βαθυστόχαστος. Κοιτάζοντας από την αποβάθρα τα πλοία να φεύγουν, αναθεωρεί τη ζωή, τις νίκες και τις ήττες του ανθρώπου μέσα στο χρόνο, το ανεξήγητο του θανάτου. Ο μακροσκελής στίχος, ο ρυθμός που κλίνει προς το θέατρο, σαν ένα μονόπρακτο που απαγγέλλεται στο σκοτάδι, ο ποιητής ανακαλεί μνήμες, καταμετρά γεγονότα, χτίζει το μύθο της υπερπραγματικότητας σαν τη μόνη αμυντική μέθοδο του ανθρώπου ν΄ αντισταθεί στη φθορά: «Ά, όλη η αποβάθρα είναι μια νοσταλγία που πέτρωσε».

Ακολουθούν ο «Χαιρετισμός στον Ουόλτ Ουίτμαν», μια ποιητική εξομολόγηση στον πρεσβύτερο ποιητή και «Το πέρασμα των ωρών», όπου ο ποιητής γίνεται περισσότερο εσωστρεφής, μεταφυσικός:«εγώ νιώθω πως ότι πόθησα έμεινε έξω απ΄ ότι φαντάστηκα, κι αν και πόθησα τα πάντα, τίποτα δεν απέκτησα,….». Οι ενότητες, ο «Μεταφυσικός μηχανικός» και ο «Απόμαχος μηχανικός», κλείνουν με διάφορα ποιήματα ή αποσπάσματα ανολοκλήρωτων ποιημάτων, τον ποιητικό κύκλο του ακριβοθώρητου Άλβαρο ντε Κάμπος, του αμφιλεγόμενου και επαναστατημένου αυτού ποιητή, κρυμμένου πίσω από την εξίσου αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του επινοητή του.

Σ΄ αυτά τα ποιήματα είναι έκδηλο το πάθος του Πεσσόα για τις λέξεις. Η λεξιλαγνεία του τού επιτρέπει να μεταχειριστεί άνετα λέξεις που φαινομενικά είναι δύσκολο να ενταχθούν στο σύνολο μιας ποιητικής σύνθεσης. Ο καταιγισμός των στίχων και των ιδεών, μέσα σ΄ ένα ποιητικό μανιφέστο, όπου εξυμνείται το πάθος για ζωή και η πικρή συνειδητοποίηση του επικείμενου τέλους:

«Μη με ζαλίζετε με συμπεράσματα! Το μοναδικό συμπέρασμα είναι ο θάνατος.»

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βοηθός λογιστή ονόματι Μπερνάρντο Σοάρες ταξίδευε τον κόσμο καθηλωμένος σ΄ ένα εμπορικό οίκο στη Ρούα ντος Ντοραδόρες, στο ιστορικό κέντρο της Λισσαβόνας. Μισούσε τις υπερβολές. Υποδειγματικός υπάλληλος, ποτέ δεν έλειψε από την εργασία του, ότι έκανε το έκανε με νηφάλιο τρόπο, χωρίς γογγυσμούς, δίχως κάποια έκφραση δυσαρέσκειας. Τι έκανε λοιπόν τον προβλέψιμο χαρακτήρα ιδιαίτερο; Θωρακισμένος με το προσωπείο της συγκατάβασης, ο Σοάρες είχε επιδοθεί για χρόνια σε μια εξαντλητική ανάλυση της σκέψης του την οποία είχε καταγράψει σ΄ ένα είδος ημερολογίου.

Αυτό το ημερολόγιο το εμπιστεύθηκε στον Φερνάντο Πεσσόα ο οποίος στην εισαγωγή του «Βιβλίου της ανησυχίας», αναφέρει πως τον είδε για πρώτη φορά εντελώς τυχαία σ΄ ένα εστιατόριο. Του είχε κάνει εντύπωση το χλομό του πρόσωπο με τα χωρίς ενδιαφέρον χαρακτηριστικά. Όταν αργότερα βρέθηκαν κ΄ οι δύο μπροστά σ΄ έναν καβγά στο δρόμο, αντάλλαξαν δύο κουβέντες. Η συνάντηση τους ήταν κι αυτή τη φορά συμπτωματική.

Μετά από καιρό, σε κάποιες άλλες τους συναντήσεις κι αφού είχαν πλέον γνωριστεί καλά, ο Σοάρες του εκμυστηρεύτηκε πως «μην έχοντας που να πάει και τι να κάνει, μήτε φίλους να επισκεφτεί, μήτε διάθεση να διαβάσει βιβλία, συνήθιζε να περνάει τα βράδια του στο νοικιασμένο του δωμάτιό του, γράφοντας».

Ο Πεσσόα θέλοντας να περιγράψει τον χαρακτήρα αυτού του μοναχικού λύκου της στέπας, συμπληρώνει:

«Παιδί είχε ζήσει μοναχικά. Έτυχε να μην γίνει ποτέ μέλος κάποιας ομάδας. Δεν είχε πάει σχολείο. Ποτέ δεν βρέθηκε μαζί με πολλούς…..Ποτέ δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις του κράτους ή της κοινωνίας. Απέφυγε ακόμη και τις απαιτήσεις των ίδιων του των ενστίκτων».

Φυσικά τα προαναφερόμενα δεν θα μπορούσαν να ήταν παρά μια ακόμη επινοημένη ετερωνυμία του ίδιου του Πεσσόα η οποία μας εισαγάγει στον μύθο ενός βιβλίου που ανήκει σε κάποιον άλλον, αλλά που πήρε ο ίδιος το δικαίωμα να το δημοσιεύσει, πλάθοντας λοιπόν έναν μύθο μέσα στον μύθο, στη δαιδαλώδη οργιαστική φαντασία του ενός και μοναδικού δημιουργού που έντεχνα διακλαδώνει την έκφραση του σε πολυσχιδείς μορφές.

Σε επιστολή του στον Αρμάντο Κόρτες Ροντρίγκες,  αναφέρει πως «η κατάσταση του πνεύματός μου με υποχρεώνει τώρα να εργάζομαι πολύ –χωρίς να το θέλω – στο Βιβλίο της ανησυχίας. Αλλά δεν είναι παρά αποσπάσματα, αποσπάσματα, αποσπάσματα». Ο Σοάρες δεν είναι εφοδιασμένος με πλήρη βιογραφικά σημειώματα, όπως οι άλλοι ετερώνυμοι του Πεσσόα, απλώς ο ποιητής δηλώνει μόνο ότι «ο ημι – ετερώνυμος μου Μπερνάντο Σοάρες, ο οποίος άλλωστε μοιάζει σε αρκετά σημεία με τον Άλβαρο ντε Κάμπος, εμφανίζεται πάντα όταν είμαι κουρασμένος ή νυστάζω…..». Επινοώντας ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο, ο Πεσσόα βρίσκει την ευκολία να καταγράψει την κάθε του σκέψη, κάτι σαν απολογισμός της καθημερινότητας, συλλογή εντυπώσεων, εμπειριών, καταγραφή των αισθήσεων, φιλοσοφικοί στοχασμοί…

Το Βιβλίο της ανησυχίας θα αποδειχθεί ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ου αιώνα. Ο χρόνος γραφής του ξεκινά κατά πάσα πιθανότητα το 1913 και φτάνει μέχρι τον θάνατό του 1935. Ωστόσο η πρώτη έκδοση μετά την αποκρυπτογράφηση των χειρογράφων, χρονολογείται το 1982.

Όσοι ασχολήθηκαν με τον Πεσσόα, ειδικά οι επιμελητές του έργου του, αφιέρωσαν την ζωή τους στην , αποκρυπτογράφηση, ερμηνεία, κατανομή, και τέλος δημοσίευση όλου αυτού του πολυδιάστατου λογοτεχνικού κόσμου που δημιούργησε ένας και μοναδικός άνθρωπος. Ο Μπερνάρντο Σοάρες είναι ο υμνητής της ασημαντότητας. Εξομολογητικός, αφηγείται όχι γεγονότα, αλλά συλλογισμούς. Σ΄ ένα τετράδιο εξάσκησης της διάνοιάς του αποτυπώνει την αγωνία του αδιέξοδου:

Το να περνάς από τις οπτασίες της πίστης στα φαντάσματα της λογικής είναι απλώς σαν να σου αλλάζουν κελί.

Διατεθειμένος να χάσει το παιχνίδι στην πορεία της κατάκτησης της  αυτογνωσίας, επικαλείται την ειρωνεία για ν΄ αντικρίσει τον εαυτό του ακριβώς όπως είναι: ένας βαρετός τύπος, εσωστρεφής, δειλός που το να μιλάει με τους ανθρώπους του φέρνει νύστα.

Το «Βιβλίο της ανησυχίας» είναι η συγκομιδή μιας τελετουργίας απογύμνωσης της σκέψης από κάθε τι περιττό, μέχρι να δεχθεί ο κάτοχός της την αλήθεια που κυοφορεί μέσα του συχνά αλλά που είναι δύσκολο πολλές φορές να την παραδεχθεί.

Ο Σοάρες καταφέρνει τελικά να οικειοποιηθεί τους φόβους του, την δειλία του, τον ανούσιο χαρακτήρα του, την ηττοπάθεια και την αποφυγή κάθε κοινωνικής συναναστροφής. «Το βιβλίο αυτό είναι η δειλία μου», γράφει. Ή σ΄ ένα άλλο σημείο:

«από την γέννηση ως το θάνατό του ο άνθρωπος ζει σκλάβος της εξωτερικότητας του εαυτού του…». 

Εκείνος προσπαθεί αγωνιωδώς ν΄ απαλλαχθεί από αυτή τη σκλαβιά, να αναμετρηθεί με τα ένστικτά του.

Η αυθεντικότητα της φωνής του, η φιλοσοφική της κριτική, η χλευαστική και αδιάφορή της χροιά, συγκινούν, παραδεχόμαστε με την σειρά μας, ότι είμαστε θωρακισμένοι με τόσα εξωγενή χαρακτηριστικά που ξεχνάμε να επενδύσουμε τα ενδόμυχά μας, υποχρεωμένοι να συνεισφέρουμε σ΄ έναν  περίγυρο που δεν επιθυμεί πραγματικά να μας εντάξει στο σύστημά του όπως πράγματι είμαστε, αλλά όπως επιθυμεί αυτό να είμαστε.

Ο Σοάρες πετυχαίνει ν΄ απαλλαχθεί από την κοινωνική καταπίεση με την καλλιέργεια της αδιαφορίας:

Σοφός είναι όποιος κάνει μονότονη την ύπαρξη του, γιατί τότε το πιο ασήμαντο επεισόδιο αποκτά την ιδιότητα του θαύματος.

Η έκδηλη αυτή μονοτονία, είναι μια μέθοδος άμυνας. Πίσω από το προκαθορισμένο, εισάγει στη σκέψη του την επαναστατική διαύγεια αυτογνωσίας:

Ίσως η μοίρα μου είναι να είμαι για πάντα λογιστής, και η ποίηση ή η λογοτεχνία μια πεταλούδα που, καθώς κάθεται στο κεφάλι μου, με κάνει τόσο γελοιωδέστερο όσο μεγαλύτερη είναι η ομορφιά της.

Ειρωνεία σ΄ όλο της το μεγαλείο. Καθόλου επιτηδευμένη. Ο Πεσσόα, κρυμμένος πίσω από τον Σοάρες ξετυλίγει την εσωτερικότητα του, αποκαλύπτει την πραγματικότητα που ορίζει την συλλογιστική του, εκτίθεται στο φως που αντανακλάται στον καθρέφτη του χαρτιού που έχει στήσει απέναντι του. Τίποτα εδώ δεν έχει την πρόθεση κατασκευής όπως σε άλλους ετερώνυμους, όλα βιώνονται υπαρξιακά. Τραγελαφικά εκτεθειμένος στην περιγραφή του κατακερματισμού του, εμπαθής με τον ίδιο του τον εαυτό, διαπιστώνει πως η μικρότητά του είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχει στην κατοχή του. Η κατάκτηση όμως αυτή περνά από πολλά στάδια.

Ο Πεσσόα – Σοάρες διυλίζει τη σκέψη με την σκέψη, αναλύει τα αισθήματα του κάτω από το μικροσκόπιο της ειρωνικής του διάθεσης, αντιτίθεται, αμφιβάλλει. Πιστός στην κάθε λεπτομέρεια, καταγίνεται επίμονα στην ανίχνευση των πηγών των αισθήσεων του, αλλά και των πηγών της ολισθηρότητας του εξωτερικού κόσμου στη φθορά. Επιμένει μάλιστα να ψάχνει διακαώς αυτό που για τους άλλους είναι απαρατήρητο. Η μάχη του είμαι δεν είμαι, η αγωνία να δεχθεί την ήττα ως ήττα, ή να βιώσει την ήττα σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να την αφομοιώσει. Εδώ έγκειται η μεγάλη λογοτεχνική αξία του «Βιβλίου της ανησυχίας».

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βοηθός λογιστή ονόματι Μπερνάρντο Σοάρες. Γύρω στα τριάντα, αδύνατος, μάλλον ψηλός, που καθιστός καμπούριαζε πάρα πολύ αλλά όρθιος λιγότερο, ντυμένος με μια κάποια ατημέλεια, αλλά όχι εντελώς ατημέλητος…………. 

Πηγές : 

* Άλβαρο ντε Κάμπος Η θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα, εκδόσεις Εξάντας.

Μπερνάρντο Σοάρες, Το βιβλίο της ανησυχίας, μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα, εκδόσεις Εξάντας.

 

12,705 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Καλοκαιρινές βουτιές σε βιβλία! του Κώστα Στοφόρου

Η θάλασσα στα πόδια μας, στον ήλιο ή κάτω από κάποιο αρμυρίκι, πάνω στην ψάθα, σε μια ξαπλώστρα σε βότσαλα,...

Close