Ιχνηλατώντας το Ρήμα το Σκοτεινόν, του Γιάννη Αντιόχου

By  |  0 Comments

Τέχνη, Τύχη και Τόλμη. Αυτές οι τρεις λέξεις, πυλώνες ή αλλιώς ως τρεις οδοδείκτες διατρέχουν το ποιητικό σύμπαν του ποιητή και το συσσωματώνουν ως στέρεο κατασκεύασμα, γεννώντας νόημα και εικόνα που ζωοποιεί συναίσθημα.

Για τούτο και μόνο, ο Ελύτης δεν μπορεί απλά να χαρακτηριστεί ως ποιητής. Είναι ταυτόχρονα και εικαστικός. Οι εικόνες των γραπτών του, δημιουργούν το εφαλτήριο μέσα από το οποίο μας  κάνει να αισθανόμαστε ή καλύτερα να συναισθανόμαστε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο, μια υπερπραγματικότητα που μέχρι τη στιγμή της ανάγνωσης δεν είχαμε καταφέρει να αποκόψουμε από τον αισθητό κόσμο και να την παρατηρήσουμε πριν αυτή προβάλλει σε μας μέσα από την ποιητική του δημιουργία. Αυτός κατά τη γνώμη μου είναι ο τρόπος που ο ποιητής Ελύτης μπορεί να επισημανθεί γραμματολογικά ως μεταφυσικός ποιητής.

Παρ’ όλες τις επιρροές από τα σύγχρονά του λινγκουϊστικά και αισθητικά κινήματα της εποχής του, διαθέτει έναν μαγικό τρόπο με τον οποίο γίνεται ικανός να μεταγράψει την ελληνικότητα που ο ίδιος έχει διυλίσει μέσα από τον ψυχικό, πνευματικό και νοητικό του εαυτό και αυτό μάλιστα το καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία, δίχως να λιμνάζει την εικόνα του στη θάλασσα, στον ουρανό, στον ήλιο, στα νησιά, δίχως να κάνει την τέχνη του μανιέρα, εντούτοις καταφέρνει να δημιουργεί νέα λογοτεχνικά σχήματα, ελλειπτικές προτάσεις, εντελώς νέες ελληνικές λέξεις, οι οποίες κάνουν τον λόγο του να φθάνει σε σημείο ζέσης.

Ο Ελύτης κατάφερε αυτό που πολλοί ποιητές προσπαθούν να επιτύχουν, να δώσουν δηλαδή το προσωπικό τους εντύπωμα στην ποίηση και όπως και ο ίδιος καταθέτει στα Ανοιχτά Χαρτιά μιλώντας για την αυτόματη γραφή είναι, πως σε εκείνον η πρώτη του εντύπωση μοιάζει πολύ με την έκφραση της ευγνωμοσύνης που νιώθει ο άνθρωπος απέναντι στον εσωτερικό και εξωτερικό πλούτο που του δόθηκε να εκμεταλλευτεί, επεξηγώντας την έμπρακτη αναγνώριση της επάρκειας του κόσμου τούτου στους άπειρους συνδυασμούς των αγαθών του.

Ο Ελύτης χαρακτηρίστηκε ως ο κατεξοχήν ποιητής της ελληνικότητας, κάτι που και για τον ίδιο ίσως να σήμαινε τη μεγαλύτερη του διάκριση. Σήμερα ο διάλογος με το έργο του, θυμίζει την αισθητική ενασχόληση που μπορεί κάποιος να έχει ξεδιπλώνοντας τον χειροποίητο χάρτη της Ελλάδας, έναν χάρτη τυπωμένο με όλες τις αποχρώσεις του Αιγαίου πελάγους ή της ελληνικής θάλασσας, με όλες τις ακτογραμμές και όλες τις νησίδες που ο ίδιος κατάφερε να εκφράσει την αγνή ψυχή του Έλληνα και την αποτύπωσή της σε ποιήματα αριστοτεχνικά που ακόμη και σήμερα, σε καιρούς απώλειας, προκαλούν τον θαυμασμό στον αναγνώστη και τον κάνουν να στραφταλίζει και να υπερίπταται στο ελυτικό σύμπαν που ο ίδιος οριοθέτησε.

Αν κάποιος καθίσει και αναλογιστεί που ηλικιώθηκε ο ποιητής  θα κατανοήσει πως αυτός δεν έζησε στην πόλη που αναπτυσσότανε μεταπολεμικά. Προτίμησε να δει αυτήν την πόλη αποτελούμενη από σπίτια δίχως στέγες, γεμάτη δάση και βουνά, θάλασσες και τρελοβάπορα, γιατί για εκείνον έπρεπε η φύση να είναι ελεύθερη και δημιουργική. Έπρεπε αυτή η φύση να μην εμποδιστεί στην ανάπτυξή της από τίποτα το οριακό, που θα αφόριζε το βαθύ βλέμμα του ανθρώπου από το στοιχείο του ουρανού, από τη μυρωδιά του χώματος, από τον έρωτα που τυχόν να βλάσταινε μέσα στα κηπάκια των ρημοκλησσιών.

Έτσι και μόνον έτσι ο έρωτας θα αποκάλυπτε την σαγήνη του και θα μπορούσε ελεύθερος να μετουσιώσει τους ανθρώπους, να τους κάνει να βαδίσουν γυμνοί κι ελεύθεροι στο πλάι αυτού που θα ένιωθαν έρωτα για να αποκαλύψουν το μέγα κρυπτόν.

Μετά το Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου, όπου ο ποιητής αρχίζει να αποψυμιθιώνεται από τις μεταφορές που μέχρι τότε έστεκαν ως οδοδείκτες και αφόριζαν το ποιητικό του έργο αρχίζει και στρέφεται σε έναν άμεσο διάλογο με τον εαυτό.

Από  την κυκλοφορία του Ημερολογίου και έπειτα, τόσο πολύ με συγκίνησε η σκληρότητα της γραφής του Ελύτη, που τότε πίστεψα πως βρέθηκε ένας ποιητής τέλειος για να μπορέσω να συνδιαλέγομαι μαζί του, ειδικά εγώ, ο φτιαγμένος καταθλιπτικός, λες και ο ίδιος ο ποιητής είχε τείνει το χέρι του, λέγοντάς μου: «Σαν να ’μαι λέει Θάνατος ο ίδιος»

Έτσι άρχισα να βουτώ στο Ελυτικό σύμπαν κι όσο κι αν βρεχόμουν από τα μιλητικά του νερά, όσο κι αν τα ένρινα και τα ληκτά του γέμισαν τον λάρυγγα μου με ένα σωρό θαυμαστικά, εγώ συνέχισα να δακρύζω βουβά για ένα ποιητικό έργο που κορυφωνότανε σαν να ήτανε  μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω ή σα να ζούσα τις τελευταίες στιγμές μιας προσωπικής τραγωδίας που μπορούσε να προσωποποιηθεί στον εαυτό μου.

Το έργο του ποιητή φανερωνότανε σαν την προέλαση ενός πονήματος που στεκότανε πέρα από κάθε εμπόδιο, κοινωνικό, ηθικό, πολιτειακό, αισθητικό και μπορούσε να γεμίσει το ακατέργαστο συναίσθημα ενός εφήβου, να γίνεται η σημαία στα χέρια της επανάστασης που γεννούσε η νόθα δεκαετία του 1980, δεκαετία που μας  έσπρωχνε εν αγνοία μας προς μία άνευ ορίων άλωση της ελληνικότητας μας, αφού δυστυχώς η παιδεία που θα έπρεπε να μας οπλίσει για αντισταθούμε στην πρώιμη παγκοσμιοποίηση που επιχειρούσε το ελληνικό πολιτικό σύστημα ήταν αν μη τι άλλο ελάχιστη ή και ανύπαρκτη.

Έργο διανθισμένο με σταθμούς και οδούς συγκινεί πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, παρόλα αυτά υπάρχουν στιγμές στο έργο του που ομοιάζουν σε αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε ως πανθομολογούμενον. Από τον άνθρωπο που έχει μια στοιχειώδη μόρφωση γνωρίζοντας γραφή και ανάγνωση, μέχρι τον άνθρωπο που έχει εντρυφήσει στον ποιητικό κανόνα της Ελλάδας ή ακόμα και στον Δυτικό ποιητικό κανόνα. Γιατί ο Ελύτης δεν έγραψε ποτέ συναρμόζοντας το γλωσσικό κριτήριο, αλλά συναρμόζοντας εικόνες και συναισθήματα που γεννήσανε τις λέξεις. Τελικά η υπερπραγματικότητα του Ελύτη είναι ίσως η πιο αντικειμενική πραγματικότητα.

Το 1991, κυκλοφόρησε η συλλογή του τα Ελεγεία της Οξώπετρας. Ο Ελύτης είχε αρχίσει να καταγράφει την ποιητική του παρακαταθήκη, δημιουργώντας αυτοαναφορικά ποιήματα όπου τοποθετούσε στη μια μεριά το υποκείμενο ποιητή και στην άλλη το κατηγόρημα του θανάτου.

Σήμερα που αντικρίζουμε την Ελλάδα υπνωτισμένη να υφίσταται όλο αυτόν τον εξευτελισμό, μου έρχεται στη μνήμη αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης είπε: “Μια ανθρωπότητα που δεν βρίσκει τον τρόπο να ξαναφτιάξει τον κόσμο γύρω της, βρίσκει τον τρόπο να γεράσει και πολύ γρήγορα μάλιστα. Επειδή κι ο έρωτας θέλει περιθώρια χρόνου έτσι που να αναπτύσσεται ο καθένας μέσα στην αδημονία του άλλου, αποκτώντας κάτι από το άφθαρτο του ονείρου· και η τέχνη μιαν απόσταση σχετική που θα της επιτρέψει να πάρει τον χαρακτήρα του αναπότρεπτου όπως ακριβώς η Μοίρα -προς την αντίθετη κατεύθυνση ωστόσο της Μοίρας- έτσι που τελικά να την εξουδετερώσει. Επειδή κάτι τέτοιο είναι που επιδιώκει στο βάθος κάθε τέχνη κι ας μην κάνουμε τον ανήξερο.”

Ο Ελύτης ήταν ένας ποιητής θαρραλέος, ψηλός και θεόρατος, όπως οι φιγούρες των αρχαγγέλων που με τα σηκωμένα τους σπαθιά φυλάγανε τα σύνορα του ύπνου του. Κι όμως, αναγιγνώσκοντας δυνατά το Ρήμα το Σκοτεινόν, έχει ο καθένας μας  το χρέος να τοποθετήσει τον ποιητή βαθιά μέσα στην καρδιά του, όχι γιατί μας έχει πια περισσέψει ο θάνατος στην κοινωνία που ζούμε, αλλά γιατί αυτό το δίδαγμα του θανάτου θα πρέπει όλοι μας να μπορέσουμε να το αποσαφηνίσουμε τοποθετώντας το στα μύχια της καρδιάς του μυαλού και της ψυχής μας.

 

2,057 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Το να γράφεις για παιδιά είναι ανεκτίμητο, του Δημήτρη Μαμαλούκα

Για ποιον τελικά γράφουμε; Ή αξίζει να γράφουμε; Για τον εαυτό μας; Ή για τους αναγνώστες; Μη βιαστείτε ν’ απαντήσετε,...

Close