Διήγημα: « Ούτε ένα κόκαλο χαμένο » του Αιμίλιου Σολωμού

By  |  0 Comments

 Προς εφημερίδα

«Σύγχρονη πόλη»

Αγαπητή σύνταξη,

Είναι η πρώτη φορά που επικοινωνώ μαζί σας και θεωρώ χρέος μου να εκφράσω την εκτίμησή μου για το εξαίρετο έργο που επιτελείτε. Παρακαλώ, δεχθείτε τον απεριόριστο σεβασμό μου για το δημοσιογραφικό λειτούργημα, το οποίο με τόσο μοναδικό τρόπο εσείς ξέρετε να τιμάτε.

Επειδή τόσος πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την ενεργειακή κρίση που ταλανίζει τη χώρα μας, επιθυμώ να θέσω υπόψη σας μια πρόσφατη εμπειρία από την επίσκεψή μου στη Δύση. Ιδιαίτερα μετά τις ανέφικτες εισηγήσεις των επιστημόνων μας για την εκμετάλλευση του εγκλωβισμένου μεθανίου στους πάγους των ωκεανών και την αναζήτηση νέων πηγών ενέργειας σε άλλους πλανήτες.

Είχα την τύχη, λοιπόν, να φιλοξενηθώ στη Δύση από έναν επιτυχημένο συνάδελφό μου επιχειρηματία. Καθ’ οδόν από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο μου, είχα την ευκαιρία να θαυμάσω την υπέροχη ρυμοτομία της πόλης, τα πάρκα, τους ουρανοξύστες της. Είδα τους πολίτες να κυκλοφορούν ανέμελοι κι ευτυχισμένοι στους άνετους δρόμους, απολαμβάνοντας όλα τ’ αγαθά μιας σύγχρονης κι ανεπτυγμένης κοινωνίας. Και, οφείλω να ομολογήσω, πως τέτοια λαμπερά και χαμογελαστά πρόσωπα δεν έχω ξαναδεί. Όλοι οι πολίτες είναι νέοι σε ηλικία και μου φαίνεται δε γερνούν ποτέ. Κι όταν εξέφρασα την έκπληξή μου για την ευημερία και την ευτυχία του κόσμου, κάτι που εξέλιπε προ πολλού από τη χώρα μας, ο συνάδελφός μου επιχειρηματίας χαμογέλασε με νόημα. Τον ρώτησα προς τι το αινιγματικό χαμόγελο.

«Θα μάθεις αύριο», μου είπε.

Την επόμενη μέρα πήγαμε στη βιομηχανική περιοχή της πόλης. Ήταν απίστευτο, κύριοι. Την ώρα που η δική μας οικονομία κλονίζεται και υφίσταται τις αδυσώπητες συνέπειες της ενεργειακής κρίσης (χιλιάδες κατεστραμμένες επιχειρήσεις, εργοστάσια κλειστά, εκατομμύρια άνεργοι), η βιομηχανία στη Δύση ανθεί.

Δε φαντάζεστε την έκπληξή μου. Εκεί κατάλαβα πού οφείλει η Δύση την τόση ευημερία της: στην εναλλακτική καύσιμη ύλη που αξιοποιεί και στην ανεπτυγμένη τεχνολογία των εργοστασίων της. Ναι, αυτοί οι ευφάνταστοι άνθρωποι έχουν λύσει το ενεργειακό τους πρόβλημα. Η κοινωνία, η δημοκρατία τους βρίσκεται πενήντα χρόνια πιο μπροστά από τη δική μας.

Εξηγούμαι: Αφού ξεναγήθηκα στους χώρους του εργοστασίου, ο συνάδελφός μου με συνόδευσε στο μηχανοστάσιο. Κι εκεί ρώτησα πώς γίνεται να λειτουργούν εδώ στη Δύση οι βιομηχανίες, τη στιγμή που στον υπόλοιπο κόσμο οι μηχανές έχουν παροπλιστεί, αφού έχει εξαντληθεί κάθε καύσιμη ύλη. Ποιος είναι, τέλος πάντων, αυτός ο μυστικός άσσος στο μανίκι τους;

Ο συνάδελφός μου χαμογέλασε. Κοίταξε στο βάθος του εργοστασίου. Σήκωσε το δεξί του χέρι, έγνεψε κάτι προς τα κει.

Άκουσα μια μηχανή να παίρνει μπρος. Το τρακτέρ έφτασε κοντά μας, σέρνοντας μαζί ένα καρότσι με στοιβαγμένα κιβώτια, μακρόστενα σαν σεντούκια. Ναι, το μυαλό μου πήγε στα φέρετρα. Μαυροντυμένοι εργάτες άρχισαν να μεταφέρουν τα κιβώτια κοντά στους ανοξείδωτους κλιβάνους. Έβγαλαν τα καρφιά με τα σκεπάρνια. Και τότε, αγαπητή σύνταξη, δοκίμασα τη μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής μου. Μες στα κιβώτια ήτανε άνθρωποι ξυλιασμένοι, νεκροί, γυμνοί. Φέρανε άλλη μιαν κάσα. Κει μέσα υπήρχανε κούτσουρα ανθρώπινα, ρετάλια, που ξέμειναν από κορμιά. Κάποιος άρπαξε ένα πόδι κι ύστερα ένα χέρι, τα ’ριξε στον κλίβανο για προσάναμμα. Φούντωσε η φωτιά. Κι ένας από τα χέρια, άλλος από τα πόδια έπαιρναν τα πτώματα και τα πέταγαν μέσα. Πήγα μερικά βήματα πίσω, ταραγμένος. Για μερικά λεπτά δεν μπορούσα ν’ αρθρώσω λέξη. Ύστερα, μάζεψα τα γράμματα, μες στο μυαλό μου, σχημάτισα τραυλίζοντας τις λέξεις.

«Αυτή… είναι… αυτή είναι η καύσιμη ύλη; Είναι εγκληματικό!» κατάφερα να ψελλίσω.

«Μη γίνεστε γελοίος», απάντησε με… χιούμορ.

«Μα, πώς μπορείτε να χρησιμοποιείτε ανθρώπους για καύσιμη ύλη;»

«Μην εκπλήσσεστε, αγαπητέ μου. Έτσι αντέδρασαν, στην αρχή, οι συμπολίτες μας, έτσι αντιδράσαμε κι εμείς. Μα, μπροστά στο κοινό καλό… Στο κάτω κάτω, δεν είναι άνθρωποι αυτοί πια. Είναι πράγματα που εξυπηρετούν τις ανάγκες των ανθρώπων».

Η φωτιά μες στους κλιβάνους είχε φουντώσει. Μια μυρωδιά καμένης σάρκας, αποπνιχτική, γέμισε τα πνεμόνια μου. Μου ’ρθε να ξεράσω. Μου ’φεραν μια μάσκα, τη φόρεσα. Οι άλλοι εκει μέσα δεν είχαν ανάγκη, συνήθισαν. Αντιλαμβάνεστε, κύριοι, πόσο ταραγμένη ήταν η ψυχή μου, πόσο νοσηρές ήταν εκείνες οι στιγμές που ζούσα. Παρόλα αυτά, εξακολουθούσα να είμαι περίεργος, ήθελα να μάθω περισσότερα. Σας μεταφέρω αυτούσιο τον διάλογο που ακολούθησε.

«Και… μπορώ να ρωτήσω πού τους βρίσκετε, πού βρίσκετε αυτούς τους δυστυχισμένους;» ρώτησα κι έδειξα τα πτώματα που τα πέταγαν στους κλιβάνους.

«Μα… στα νεκροτομεία. Εκεί τους σφραγίζουν, τους συσκευάζουν και μας τους στέλνουν».

«Και φαντάζομαι πώς όλα τα εργοστάσιά σας χρησιμοποιούν την ίδια καύσιμη ύλη…»

«Ασφαλώς… Οι μηχανές, όλο το σύστημά μας είναι προσαρμοσμένο στην εναλλακτική αυτή μορφή ενέργειας».

«Και πώς γίνεται… Εννοώ πώς… για να αρκέσουν οι ανάγκες χρειάζονται εκατοντάδες, χιλιάδες νεκροί».

«Ναι… Η Υπηρεσία Πόρων και Ενέργειας φροντίζει γι’ αυτό».

«Δηλαδή, πώς φροντίζει, δηλαδή;»

«Να, μαζεύει από τα νεκροτομεία αυτούς που πέθαναν από φυσικά αίτια ή από ατυχήματα, από αυτοκινητιστικά ας πούμε, και ούτω καθεξής».

«Και ούτω καθεξής…»

«Ναι, δηλαδή υπάρχουν πολλές κατηγορίες νεκρών, καύσιμης ύλης».

«Σαν ποιες;»

«Οι ηλικιωμένοι, οι ετοιμοθάνατοι, οι βαριά τραυματισμένοι, οι τρελοί, οι ασθενείς με διαταραγμένο γενετικό κώδικα που δεν ελπίζουν σε θεραπεία…»

«Θέλετε να μου πείτε πώς όλοι αυτοί δολοφονούνται και πετάγονται στους κλιβάνους;»

«Μα… μην υπερβάλλετε! Όλοι εσείς οι ανατολικοί υπερβάλλετε. Επιτέλους, πρέπει ν’ αφήσετε τις προκαταλήψεις στο παρελθόν σας. Αλλιώς, δεν πρόκειται να πάτε μπροστά. Απλώς, η Υπηρεσία τούς χορηγεί… ευθανασία! Τους απαλλάσσει από το δυσβάσταχτο βάρος της ύπαρξής τους. Οι τραυματίες, οι άρρωστοι δεν υποφέρουν πια από τους φρικτούς τους πόνους. Οι γέροντες από την ανημποριά τους. Όσο για τους τρελούς…ε, αυτοί πια και να ζουν και να μη ζουν, το ίδιο, μου φαίνεται, τους κάνει».

«Δεν μπορεί να συμβαίνουν όλα αυτά! Θα βλέπω κάποιον εφιάλτη… Είναι εξωφρενικό, είναι εφιαλτικό. Ούτε ο Χίτλερ…»

«Σας παρακαλώ, αγαπητέ συνάδελφε, μην κάνετε ανόμοιες και προσβλητικές για τη χώρα μας συγκρίσεις. Εδώ, κύριε, επιτελούμε κοινωνικό έργο!»

«Κοινωνικό έργο!»

«Βέβαια, κοινωνικό έργο. Ξέρετε ποια είναι τα οφέλη, τα έχετε ήδη δει. Τους ευτυχείς πολίτες μας, την πληρότητα των αγαθών μας, την οικονομική ευημερία μας. Θέλω μονάχα κοντά σ’ αυτά να σας υπενθυμίσω την πλανητική μας ισχύ. Όταν ευκαιρούμε, κι αυτό συμβαίνει συχνά, τιμωρούμε σκληρά τους εχθρούς μας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις εισάγουμε άφθονη καύσιμη ύλη από το εξωτερικό. Τα πτώματα των εχθρών μας τροφοδοτούν την οικονομία μας. Μα… τι λέγαμε… Α, ναι. Για το κοινωνικό έργο. Νοσοκομεία στη χώρα μας δεν υπάρχουν, παρά εξωτερικά ιατρεία για τα επιπόλαια περιστατικά. Δεν υπάρχουν ιδρύματα αναξιοπαθούντων, δε χαραμίζονται χρήματα σε συντάξεις και κοινωνική πρόνοια. Όλα αυτά τα κονδύλια επενδύονται στην έρευνα, για την ανάπτυξη της τεχνολογίας, το καλό των πολιτών μας. Ελπίζω να καταλάβατε τώρα γιατί πρόκειται για κοινωνικό έργο, για μέγιστο κοινωνικό έργο».

«Μα, θα μπορούσατε να χρησιμοποιήσετε ζώα, τέλος πάντων, οποιαδήποτε ζώα για καύσιμη ύλη».

«Τι λέτε, κύριε! Ξέρετε πόσο κοστίζει ένα κιλό μοσχάρι, ένα κιλό χοιρινό; Θα χρεοκοπούσαμε, σε λίγο καιρό θα καταντούσαμε σαν κι εσάς. Δεν υπάρχει πιο εύκαιρη και φτηνή καύσιμη ύλη. Πιστέψτε με, το έχουμε ψάξει πολύ. Εξάλλου, υπάρχει διάσταση απόψεων για την ποιότητα του ανθρώπινου και ζωικού κρέατος. Το κακό είναι πως η χώρα μας δεν έχει βάθος ιστορίας, δεν υπάρχουν πολλά προγονικά λείψανα, δεν έγιναν πολλοί πόλεμοι στη γη μας. Θα μπορούσαμε ν’ αξιοποιήσουμε τέτοια αποθέματα. Τα λίγα ινδιάνικα λείψανα που υπήρχαν, λόγω της εκπολιτιστικής εξόρμησης προς την άγρια Δύση ή ακόμα κι εκείνα του Πολέμου της Ανεξαρτησίας και του Εμφυλίου, εξαντλήθηκαν προ καιρού. Η ρήση «πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί» του Ηράκλειτου που στην Ευρώπη τόσους αιώνες έγινε βίωμα, δυστυχώς σ’ εμάς εδώ δε βρήκε ανταπόκριση. Βέβαια, γίνονται κάποιες γεωτρήσεις για τον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων, αλλά δεν υπάρχουν και μεγάλα περιθώρια επιτυχίας. Τουλάχιστον, υπάρχουν οι διεθνείς συγκρούσεις. Κάτι είναι κι αυτό».

«Καλά», ρώτησα σοκαρισμένος, «τα πτώματα εδώ σας τα δίνουν δωρεάν;»

«Εντάξει, όχι και δωρεάν… Αλλά,  σχετικά φτηνά».

«Δηλαδή;»

«Εξαρτάται… από πενήντα σεντ μέχρι δύο δολάρια το κομμάτι. Ανάλογα με το μέγεθος, με το βάρος, πόσο χοντρά είναι τα κόκαλα. Αν είχαν αρθρίτιδες, οστεοπόρωση. Εξάλλου, η τιμή διαμορφώνεται ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση, τις εκάστοτε ανάγκες. Πάντα υπάρχει και η αγορανομία. Οι αγορανόμοι ελέγχουν τις τιμές στην υπαίθρια αγορά του νεκροτομείου… Επαγρυπνούν για περιπτώσεις αισχροκέρδειας, για μαύρη αγορά. Ξέρετε, ντρέπομαι γι’ αυτό, αλλά δεν έγινε και τίποτα αν το μάθετε, στη χώρα μας πάντα θα υπάρχουν επιτήδειοι… Έτσι…»

Ο διευθυντής του εργοστασίου, ένας μαυροντυμένος κύριος με φτηνό κοστούμι και γραβάτα, ήρθε εκείνη την ώρα κοντά του.

«Έχουν φέρει τους εγκληματίες», είπε.

«Εντάξει, παιδιά, ρίξτε τους μέσα. Σήμερα έχουμε αυξημένες ανάγκες, πρέπει να προλάβουμε τις παραγγελίες», διέταξε.

«Στους τετρακόσους;»

«Ναι, ανεβάστε στους τετρακόσους  βαθμούς. Όχι απότομα, όμως. Προσοχή. Α, και να ετοιμάσετε τα χαρτιά για τις εισαγωγές».

«Τις εισαγωγές;» αναρωτήθηκε ο διευθυντής.

«Δεν είπαμε; Τα καύσιμα από  τη Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν, τον Λίβανο, τη Γεωργία, την Παλαιστίνη, το Ιράκ».

«Α…ναι…ναι…»

Το τρακτέρ έφερε καινούρια κασόνια. Οι εργάτες έπιασαν το ξεφόρτωμα, πάλι το ρίξιμο στους κλιβάνους. Ένας ψηλός, ξερακιανός ήρθε κοντά τους. Ήταν αξύριστος και το μήλο του Αδάμ, στον λαιμό του, ανεβοκατέβαινε σαν ανελκυστήρας. Κρατούσε ένα τεράστιο πριόνι. Μου φάνηκε πως έσταζε αίμα.

«Θα χρειαστείτε κομμάτια να κόψω για προσάναμμα;» ρώτησε σοβαρός.

«Όχι, του ’πε ένας επιστάτης, έχουμε ακόμα υλικό».

Τον είδα να φεύγει, κάπως στεναχωρημένος, να κάθεται σε μια γωνιά. Πήρε ένα παλιόρουχο, σκούπιζε το αίμα από το πριόνι.  Ύστερα, άρπαξε μια λίμα, άρχισε να τ’ ακονίζει. Έβγαλε και το κολατσιό του, τ’ ακούμπησε σ’ ένα κιβώτιο απ’ αυτά που ’φερε το τρακτέρ. Ακόνιζε και τσιμπολογούσε από το φαΐ του, έτρωγε με όρεξη. Το μήλο του Αδάμ συνέχισε να ανεβοκατεβαίνει.

«Σιγά σιγά, με ρέγουλα, παιδιά, τα καύσιμα, ακούστηκε ο διευθυντής, δεν έχουμε άλλα για σήμερα. Αύριο πάλι εγκληματίες».

Στράφηκα στον συνάδελφο.

«Εγκληματίες;» ρώτησα.

«Ναι, εγκληματίες. Μαζί με τους υπόλοιπους χορηγούν ευθανασία και σ’ αυτούς».

Εξεγέρθηκα.

«Για το κοινωνικό έργο θα μου πείτε πάλι;»

«Γιατί, ψέματα είναι; Ξέρετε τι ανακούφιση είναι για τους πολίτες ν’ απολαμβάνουν τα αγαθά της δημοκρατίας μας με ασφάλεια; Ξέρετε τι είναι να μη φορολογούνται για τη συντήρηση των φυλακών, των έγκλειστων κακοποιών; Και θα σας πω και κάτι ακόμα, μια και με προκαλείτε. Εμείς εδώ αγοράζουμε κι αναρχικούς, απροσάρμοστους που πολεμούν το σύστημα. Έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Χε-χε…»

«Μου φαίνεται απίστευτο… απίστευτο», μονολόγησα.

Έμεινα σιωπηλός, προσπαθώντας να κατανοήσω τούτη τη λογική. Οι μαυροφορεμένοι εργάτες αστειεύονταν μεταξύ τους και πέταγαν νεκρούς στους κλιβάνους. Σχολίαζαν έναν νεκρό που ’ταν σε τυμπανιαία κατάσταση.

«Χα-χα… Λες να ’ταν έγκυος ο κακομοίρης;» είπε ένας.

«Εμ, με τη μόδα που τους έπιασε τελευταία να γκαστρώνονται κι αυτοί…» συμπλήρωσε ένας δεύτερος.

«Σε πόση ώρα, λέτε, να σκάσει;» αναρωτήθηκε κάποιος άλλος κι ύστερα άρχισαν τα στοιχήματα μεταξύ τους.

«Υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες πτωμάτων που πυρώνουν τους κλιβάνους;» ρώτησα έπειτα.

«Ναι, υπάρχουν. Οι αυτόχειρες. Μα, αυτούς τους διοχετεύουμε στους άλλους κλιβάνους, από πίσω, τους εξωτερικά επιχρυσωμένους. Δεν τους βάζουμε με τους υπόλοιπους. Είναι διαταγή της κυβέρνησης. Ως φόρο τιμής σ’ αυτούς που οικειοθελώς θυσιάστηκαν για το κοινό καλό. Τα ονόματά τους έχουν χαραχτεί στο τεράστιο μνημείο της κεντρικής πλατείας. Θα το είδατε… απέναντι από το λιμάνι…»

«Όχι, δεν έτυχε».

Εκείνη την ώρα ακούστηκε μια μικρή έκρηξη. Ένας εργάτης πετάχτηκε πάνω από τη χαρά του. Κέρδισε το στοίχημα. Το πτώμα έσκασε μες τον κλίβανο σύμφωνα με την πρόβλεψή του. Δυο τρεις άλλοι έβγαλαν και του ’δωσαν, μουρμουρίζοντας δυσαρεστημένοι, ένα μάτσο χαρτονομίσματα.

«Με τους αυτόχειρες», συνέχισε ο συνομιλητής μου, «κατασκευάζουμε τα πιο ποιοτικά μας προϊόντα, τα πιο πολυτελή: λίαρ τζετ, τελευταίου τύπου κινητή τηλεφωνία, ηλεκτρονικούς υπολογιστές».

«Καλά, και οι συγγενείς όλων αυτών των ηλικιωμένων, των τρελών, των δυστυχισμένων δεν αντιδρούν;»

«Σας είπα, στην αρχή όλοι αντιδράσαμε, μα έπειτα, σαν συνειδητοποιήσαμε τα τεράστια οφέλη… Μονάχα οι μαρμαροποιοί των κοιμητηρίων και οι ιδιοκτήτες των γραφείων τελετών συνέχισαν ν’ αντιδρούν έντονα. Καταλαβαίνετε, είχαν χάσει οι άνθρωποι τη δουλειά τους. Η δημοκρατία φρόντισε, όμως, και γι’ αυτούς. Απορροφήθηκαν στα εργοστάσια. Τους βλέπετε…Όλοι αυτοί οι εργάτες, οι επιστάτες, οι μηχανολόγοι, οι πριονιστές, ήταν μαρμαροποιοί, νεκροθάφτες, στεφανοποιοί, υπάλληλοι στις επιχειρήσεις τους. Οι ιδιοκτήτες γραφείων τελετών, λόγω της πείρας και των διοικητικών τους ικανοτήτων, έγιναν διευθυντές. Μερικοί δεν απώλεσαν τις πρότερες συνήθειές τους», είπε δείχνοντας με χαμόγελο τον μαυροφορεμένο διευθυντή του.

«Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, είπα, δεν πρόκειται να τη γλιτώσει κανείς. Είτε από αρρώστια είτε από γηρατειά όλοι στους κλιβάνους καταλήγουν».

«Χα-χα-χα… Σας απασχολεί πολύ, φίλε μου, βλέπω. Ναι, δεν τη…γλιτώνει κανείς. Μα, δέστε το κι έτσι: καλύτερα είναι να υποφέρετε; Κι έπειτα, υπηρετείτε το κοινό καλό, βοηθάτε τα παιδιά, τα εγγόνια σας. Γιατί να τους επιβαρύνετε, χρόνια και χρόνια, οικονομικά ή και ψυχολογικά; Κι από την άλλη, τι το σπουδαίο βρίσκετε με το να σας χώσουν μες στη γη; Θα ’ταν προτιμότερο να σας φάνε τα σκουλήκια;»

«Υπάρχουν και θρησκευτικοί λόγοι…»

«Προκαταλήψεις, θέλετε να πείτε… Ακούστε, φίλε μου, δεν πάει μπροστά έτσι ο κόσμος. Εμείς, ευτυχώς το καταλάβαμε νωρίς. Οι πολίτες μας δείχνουν κατανόηση. Όλοι θα περάσουν κάποια στιγμή από τους κλιβάνους».

«Ακόμα κι εσείς;»

«Ακόμα κι εγώ».

Βγήκαμε έξω. Ένιωσα μια ζαλάδα, δεν ήμουν και πολύ καλά. Μια λιμουζίνα με πήγε στο ξενοδοχείο μου. Την επόμενη συναντήθηκα πάλι με τον συνάδελφό μου.

«Λοιπόν», με ρώτησε, «τα ξανασκεφτήκατε τα χτεσινά; Πώς σας φαίνεται σήμερα το σύστημά μας;»

«Εξακολουθώ να το βρίσκω εφιαλτικό», του ’πα μ’ όλο τον φόβο που μαζεύτηκε μέσα μου.

«Μα, αγαπητέ μου, υπερβάλλετε. Δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα. Για να επιβιώσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο, πρέπει ν’ αξιοποιήσουμε ό,τι πάει χαμένο. Είμαστε οπαδοί μιας γενικευμένης ανακύκλωσης. Ανακυκλώνουμε ό,τι είναι άχρηστο, αυτό κάνουμε, τίποτα περισσότερο. Μετατρέπουμε, ας το πούμε έτσι, τους νεκρούς σ’ αεροπλάνα, σε κινητά τηλέφωνα. Και το τηλέφωνό σας, αυτό που κρατάτε τώρα, είναι δικής μας παραγωγής. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν τα καλύτερα καύσιμα, τα πιο καθαρά».

Κοίταξα το κινητό μου τηλέφωνο με αηδία, σιχασιά. Το ’χωσα στην τσέπη μου, έτριψα το χέρι στο παντελόνι μου. Δεν άντεχα άλλο αυτή την κατάσταση, αυτό τον παραλογισμό. Ήθελα να φύγω, αγαπητή σύναξη, να γυρίσω στην πατρίδα μου. Αλλά, το περίεργο είναι ότι όσο περνούσαν οι ώρες, όλο και πιο πολύ συνήθιζα αυτό το σκηνικό, όλη αυτή την εφιαλτική αποκάλυψη. Ο συνάδελφός μου επέμενε να καθίσω, να παρατείνω ακόμα λίγες μέρες την παραμονή μου στη χώρα του.

«Εξάλλου», είπε με νόημα, «έχω να σας προτείνω κάτι, μια δελεαστική συνεργασία».

Υπέκυψα. Πήγαμε και σε άλλα εργοστάσια. Σιγά σιγά συνήθισα τη μυρωδιά της καμένης σάρκας, όλο και λιγότερο χρησιμοποιούσα τη μάσκα. Το μόνο που μ’ ενοχλούσε πια ήταν η γύμνια εκείνων των φουκαράδων, των νεκρών. Το ’βρισκα προσβλητικό, ασεβές.

«Τουλάχιστον, ας ήταν με τα ρούχα τους, αδελφέ μου, ας τους πέταγαν μ’ ευπρέπεια στο πυρ».

«Γιατί, θ’ άλλαζε τίποτα;»

«Εντάξει, όσο να ’ναι λίγη ευπρέπεια δε βλάφτει».

«Ευπρέπεια; Μήπως ντρέπονται κιόλας οι νεκροί μας, θα μου πείτε; Ελάτε, να ’στε σίγουρος ότι δε θα είχαμε αναστολές να το κάνουμε κι αυτό. Και να τους φορέσουμε γραβάτες μεταξένιες με κοστούμι και παπούτσια «Αρμάνι» και να μακιγιάρουμε τις γυναίκες και να χρησιμοποιήσουμε σουτιέν με ενισχυτικά ελάσματα, για να φαίνονται πιο ελκυστικές. Ακόμα και μ’ ανταύγειες να βάψουμε τα μαλλιά τους ή να φυτέψουμε προσθετικές τρίχες στους φαλακρούς. Ωστόσο, δεν το κάνουμε για έναν πολύ πρακτικό λόγο. Τα ρούχα και τα επιχρίσματα θα αλλοίωναν την ποιότητα των καυσίμων. Τίποτα δεν πρέπει να παραβλέψουμε. Τα προϊόντα μας απευθύνονται σε απαιτητικούς πελάτες. Δεν αφήνουμε τίποτα στην τύχη. Να φανταστείτε, στη νεκροψία οι ιατροδικαστές μας παίρνουν όλες τις προφυλάξεις, προκειμένου τα πτώματα να φτάνουν σε μας απολύτως καθαρά, ανόθευτα. Τα όποια κατασκευάσματα, για τη βελτίωση των καρδιακών δυσλειτουργιών, αφαιρούνται. Όπως και οι βίδες, οι πλατίνες για τα κατάγματα, οι πέτρες από τα νεφρά, η σιλικόνη από τα στήθη. Αλλά, και τα ξένα σώματα από το στομάχι τους. Δε φαντάζεστε τι βρήκαν εκεί μέσα οι ιατροδικαστές. Χε-χε-χε… Κομμάτια από γυαλί, σίδερο, χειρουργικά ψαλίδια, πλαστικό, σκουλαρίκια, βέρες. Δε φαντάζεστε, δε φαντάζεστε…»

Τον ρώτησα γιατί μου αποκάλυψε το μυστικό της εναλλακτικής καύσιμης ύλης, ένα μυστικό υψίστης σημασίας για την πατρίδα του, αλλά και τα δικά του συμφέροντα. Μου είπε, λοιπόν, πως οι μακρινές του ρίζες κρατάνε από τη χώρα μας. Εξήγησε πως ήθελε να δει τη χώρα μας να προοδεύει. Σ’ ένα πρώτο στάδιο ζητούσε συνεργασία με το εργοστάσιό μου και κατ’ επέκταση και μ’ άλλους επιχειρηματίες. Είχε μεγάλα σχέδια. Να ιδρύσει, εδώ στη χώρα μας, μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα. Είπε πως οι συνθήκες είναι κάτι παραπάνω από ευνοϊκές. Πως η καύσιμη ύλη και τα εργατικά χέρια είναι στη χώρα μας πάμφθηνα. Ιδιαίτερα η στρατηγική θέση της πατρίδας μας εγγυάται την ανάπτυξή της σε περιφερειακό κέντρο. Μεγάλες εταιρείες της Δύσης έχουν εκπονήσει απόρρητες μελέτες πάνω σ’ αυτό το θέμα. Τα πορίσματά τους είναι κάτι παραπάνω από αισιόδοξα.

Πριν φύγω, ο συνάδελφος διοργάνωσε μια δεξίωση προς τιμήν μου. Δεν είχε καλέσει πολλούς. Μα, ήταν αρκετοί. Γνώρισα διευθυντές, υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων, κυβερνητικούς αξιωματούχους. Σε μια στιγμή, κάποιοι απ’ αυτούς απομονώθηκαν σε μια γωνιά, σ’ ένα τραπέζι. Το ’ριξαν στο χαρτί. Στάθηκα από πάνω, τους κοίταζα. Ένας κύριος φάνηκε να τ’ απολαμβάνει ιδιαίτερα. Κέρδιζε, γελούσε το πρόσωπό του ολόκληρο. Τότε ήταν που ’ρθαν δυο υπάλληλοι από την Υπηρεσία Πόρων και Ενέργειας.

«Ο κύριος Ν.;» ρώτησαν.

«Μάλιστα», είπε ο κύριος που κέρδιζε.

«Πρέπει να ’ρθείτε μαζί μας», έκαναν.

Χαμογέλασε ξανά.

«Μια παρτίδα ακόμα κύριοι, να κερδίσω μιαν ακόμα, κι έπειτα, είμαι στη διάθεσή σας», είπε ευδιάθετος.

Ήταν διευθυντής κάποιας τράπεζας. Εκείνες τις μέρες είχε αφυπηρετήσει. Περίμενε από ώρα σε ώρα να τον πάρουν για το κοινό καλό.

«Φουλ του άσσου, κύριοι», είπε κι άπλωσε τα χαρτιά με ύφος θριαμβευτικό. Κέρδισε άλλη μια φορά. Σηκώθηκε.

«Χάρηκα που σας γνώρισα, κύριε», είπε κι έσφιξε το χέρι μου εγκάρδια. «Να σκεφτείτε σοβαρά την πρόταση που σας έκανε ο φίλος μου. Θα ωφεληθείτε πολύ, κι εσείς και ο λαός σας», με προέτρεψε.

«Θα το σκεφτώ, να ’στε σίγουρος γι’ αυτό», απάντησα κι απόμεινα να τον κοιτάω να απομακρύνεται αλά μπρατσέτα με τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Πόρων και Ενέργειας.

Μέχρι να επιστρέψω στην πατρίδα μας, αγαπητή σύνταξη, κατανόησα πλήρως όλα τα, μέχρι τότε, ακατανόητα. Είμαι πια πεπεισμένος για την αναγκαιότητα της μεταφοράς του δυτικού μοντέλου στη δική μας κοινωνία. Βέβαια, υπάρχει ένα νομικό κώλυμα. Είμαι, όμως, αισιόδοξος πως η κυβέρνηση, το κοινοβούλιό μας θ’ αντιμετωπίσουν θετικά τα αιτήματα του επιχειρηματικού κόσμου για ένα ζήτημα υψίστης σημασίας για τα συμφέροντα της χώρας μας. Δόξα τω Θεώ, τα πτώματα αφθονούν στον τόπο μας. Είναι κρίμα, πραγματικά κρίμα, τέτοια πληθώρα φθηνής καύσιμης ύλης να πηγαίνει χαμένη.

Το πλέον ενθαρρυντικό είναι πως μπορούν να χρησιμοποιηθούν και τα λείψανα από τα οποία βρίθουν τα κοιμητήριά μας, οι κάμποι, τα βουνά, οι χαράδρες μας. Σκεφτείτε τι δυνατότητες ανοίγονται για την ευημερία μας. Τόσους και τόσους πολέμους για την ελευθερία του έχει δώσει το έθνος μας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Τόσες σφαγές υπέστησαν οι πρόγονοί μας. Τα κόκαλά τους είναι παντού, πολυάριθμα, αφημένα μες στη γη να λιώνουν αναξιοποίητα.

Επιτέλους, ήρθε ο καιρός να πάρουμε από το ένδοξο παρελθόν μας τις αξίες εκείνες που χρειάζονται, για να πάει μπροστά η πατρίδα μας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να χαραμίζουμε τους νεκρούς, τους ήρωες, τους πρόγονούς μας. Ούτε ένα κόκαλο, ένας κόκκυγας, μια κερκίδα, μια ωλένη, ένα ισχίο δεν πρέπει να πάει χαμένο.

Ο τόπος χρειάζεται ανοιχτά μυαλά. Με προλήψεις και δεισιδαιμονίες είμαστε καταδικασμένοι. Είμαι διατεθειμένος να εφαρμόσω πρώτος το δυτικό μοντέλο στη χώρα μας. Δεν πρόκειται να φεισθώ ούτε κόπου ούτε χρήματος. Για το κοινό καλό. Για το καλό  της πατρίδος.

Με τιμή

             Α. Σ.   

Πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων

 

*Το διήγημα Ούτε ένα κόκαλο χαμένο ανήκει στην ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων Ιστορίες από τη ρημαγμένη πόλη

Δημ. περ. Μανδραγόρας, τ. 40, 2008 και Not even a bone wasted, mag. Infocus, vol 7, no 1, March 2010, pages 40-56

 

10,284 total views, 2 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Anthony Marra: The Tsar of Love and Techno: Stories, Review by Tessy Baila

“In what prayer does the last human not die alone?” Anthony Marra    Anthony Marra is a remarkable fiction writer...

Close