Διήγημα: «Θάνατος Αντίκρυ» του Απόστολου Γιανναρά

By  |  0 Comments

Μία καλή μέρα. Αυτό ελπίζεις… Όμως τα κρανία δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Ακόμη και στα βουνά της Αρκαδίας, στην άγρια και παρθένα γη, ελλοχεύει ο θάνατος. 

Σηκώνεσαι κάθε μέρα από την κλίνη του στρατώνα. Βλώσκεις να επιβλέψεις την Ακριτεία. Εδώ, στις εσχατιές του βασιλείου, έρχεσαι αντιμέτωπος με καθημερινά με τους νεκρούς στους οποίους αρνήθηκες ανάπαυση. Nομίζοντας πώς είσαι ελεύθερος, μα στοιχειωμένος από τις ενοχές σου.

Στη ζώνη σου το σπαθί του Ακρίτα. Στην πλάτη σου δεμένη με τον πόρπακα η ασπίδα. Στο σώμα σου τυλίσσεται το δέρας της άρκτου. Προς τι; Πόσο άχρηστα είναι όλα αυτά τα όπλα ενάντια στον Μέγα Φόβο; Ξέρεις ότι όλα αυτά είναι μάταια. Ξέρεις ότι οι νεκροί είναι ξύπνιοι για χρόνια. Εσύ τους ξύπνησες. Εσύ, με το στρατό στα σύνορα και το φόνο αθώων έξω από αυτά. Οι νεκροί είναι οι προπάτορές σου. Σε κοιτούν και ξέρεις ότι βλέπουν έναν ανάξιο. Αυτοί πολέμησαν τον δαιμονικό εχθρό πριν από αιώνες. Αυτοί τώρα είναι οι δικοί σου δαίμονες. Αυτοί δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Με ποιο θούριο θα κραυγάσεις ενάντια στους ίδιους τους προγόνους σου; Ποιο αίμα θα χύσεις αν τραβήξεις το σπαθί σου; Από ποιο χτύπημα θα σε προστατεύσει η ασπίδα σου;

Από τη βίγλα σου κοιτάς προς το τείχος, χτισμένο από τα οστά τους. Που και που αντικρύζεις ένα αποστεωμένο κεφάλι. Κοιτάζεις την όψη του κρανίου. Δυο οπές, δυο λίμνες απόλυτου κενού. Αναρωτιέσαι όταν καρφώνεις το βλέμμα σου στα τα άδεια μάτια, αν σε κοιτάζουν πίσω και αυτά.

Όλη αυτή η ήπειρος κάποτε τους ανήκε. Άνδρες και γυναίκες, αιώνες πριν, είχαν ενωθεί σε αυτό το κομμάτι γης, κάτω από τη στέγη του παλιού βασιλείου. Κι όταν η απειλή ήρθε, εκείνοι την πολέμησαν. Και έχασαν. Και πέθαναν. Και τώρα στέκεσαι, μπροστά στον απέραντο τάφο, με όλη την πανοπλία σου, εμπρός στο Έρκος, με την περηφάνεια για σπαθί.

Αλέξιε, η περηφάνεια σου αξίζει λιγότερο από ένα φύσημα του ανέμου εδώ! Αυτή είναι η γη των προγόνων σου, ο τάφος τους. Μπορείς απλά να φύγεις, και να τους αφήσεις στην ησυχία τους. Η σκόνη τους είναι πιο άξια από τους τωρινούς βιγλάτορες, που τώρα στέκονται φύλακες εναντίον τους.

«Δημήτριε!» φώναξε ξαφνικά ο Ακρίτας. Οι εμφυτευμένες σκέψεις είχαν μία υπνωτική επίδραση, αλλά μπορεί να ήταν το άκουσμα του ονόματός του αυτό που τον ξύπνησε. Γνώριζε ότι ήταν ο Δημήτριος, ο αξιωματικός της Νεκρόπολης, αυτός που του απευθυνόταν.

Στεκόταν τώρα μπροστά στο οστέινο τείχος, στο Έρκος του βασιλείου, εκεί που αυτό συναντούσε τη γη της στάχτης. «Δημήτριε!» Φώναξε ξανά. «Ξέρω τα τεχνάσματά σου! Μην μιλάς στο μυαλό μου. Εμφανίσου! Μίλα με το θάρρος της παρουσίας σου!»

Σιωπή. Ο Αλέξιος στεκόταν με το χέρι του στη λαβή του σπαθιού. Μία ανατριχιαστική αύρα, όχι κρύα μα αλλόκοτη, διαπερνούσε το δέρμα του. Ακόμη έστεκε μονάχος, ανήσυχα, μπρος στην πυκνή στοίβα των οστών. Προσπάθησε να φαίνεται αγέρωχος.

Οι φοβισμένοι χωρικοί στα καπηλειά έλεγαν πως το τείχος ήταν φτιαγμένο από μυριάδες νεκρούς του πολέμου, πριν την παλιγγενεσία του βασιλείου. Έλεγαν πως τα κόκκαλα είχαν πλεχθεί μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιο ανθεκτικό από τα πέτρινα τείχη που έχτιζε ο βασιλιάς, και ενισχυμένο με σκοτεινές μαγικές δυνάμεις, κάνοντας το ακόμη πιο τρομερό. Κάποιοι πίστευαν ακόμη πώς το τείχος μπορούσε να κινηθεί και σιγά σιγά τα όρια του βασιλείου τους στενεύαν, βήμα το βήμα. Λίγη σημασία δίνω σε όλα αυτά. Ήταν ένας σωρός από κόκκαλα, που σκοπός τους ήταν να με τρομάξουν. Δεν έχω σκοπό να αφήσω τη Νεκρόπολη να μου επιβάλλει τί να σκέφτομαι και τί να κάνω. Όλα καπνός είναι, και στάχτη, τίποτε άλλο. 

Ήταν έτοιμος να ξαναφωνάξει τον Δημήτριο. Αυτή τη φορά ήταν οι δικές του, αυτόβουλες σκέψεις που διακόπηκαν. Με ένα υπόκωφο τρίξιμο, ένας άνδρας με παράδοξο οπλισμό έκανε χώρο μέσα από το τείχος. Ή, ίσως πιο σωστά, το τείχος άνοιξε για να τον αφήσει να περάσει. Δεν ήταν σίγουρος, αφού φαίνεται ότι εκείνη την ώρα ο ήλιος σκοτείνιασε για λίγο από ένα περαστικό σύννεφο. Ή ίσως απλώς είχε κλείσει για λίγο τα μάτια του.

Ο Αλέξιος είχε ξαναδεί τον αξιωματικό. Το χρώμα του ήταν σταχτί και φάνταζε άψυχο και αρρωστημένο στα μάτια του. Όλα τα χαρακτηριστικά του ήταν κοφτά, από τη μύτη του και τα αυτιά του μέχρι το πηγούνι. Καλοξυρισμένος, με μακριά ίσια μαλλιά, δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικός από τον Ακρίτα. Αν και ήταν οπλισμένος με τον παραδοσιακό τους λογχοπέλεκυ και φορούσε μία ελαφριά πανοπλία από κατεργασμένο δέρμα, δεν έτεινε το επικίνδυνο μέρος του όπλου προς το μέρος του. Σημάδι ότι δεν θα γίνονταν εχθροπραξία, τουλάχιστον όχι αμέσως. Ο Αλέξιος πρόσεξε επίσης το περιδέραιο με το καταραμένο σύμβολο…

Ο φόβος είναι ένα σκιάχτρο, θυμήσου! Όσο τον κοιτάς προσεκτικά, μοιάζει γελοίος. Μόνο μικρά παιδιά μπορεί να τρομάξει. Μόνο με τη φαντασία σου θεριεύει! Κοίτα τον, και γέλα μαζί του. Τώρα κοίταζε τον Δημήτριο στα μάτια. Εκείνος μίλησε πρώτος.

«Είμαι εδώ λοιπόν, όπως ζήτησες.»

«Ας μιλήσουμε. Αυτά τα διανοητικά παιχνίδια πρέπει να σταματήσουν» είπε ο Αλέξιος ήρεμα.

«Κοιτάξου στον καθρέφτη, Αλέξιε! Έχεις καταντήσει ένα άδειο κέλυφος!»

«Δεν είναι από ενοχές. Τον ύπνο μου ταράζεις. Γνωρίζω τι έχει γίνει στο παρελθόν, και δεν νιώθω καμία ντροπή γι’ αυτό. Νιώθω περήφανος. Απλά διαστρέφεις τα γεγονότα.» απάντησε κουρασμένα ο ακρίτας.

«Δεν θα αρνηθώ το πρώτο.» είπε ο Δημήτριος. «Όμως εμείς χτίσαμε το τείχος. Εμείς προστατεύουμε την περιοχή μας.»

«Δεν είμαι σίγουρος αν το πιστεύεις αυτό. Είμαι σίγουρος ότι δεν είναι αλήθεια. Το μόνο που υπάρχει μέσα σε αυτό το τείχος είναι στάχτη και θάνατος. Και βασανισμένες ψυχές που ο άρχοντάς σας αρνείται να αφήσει να αναπαυθούν.»

«Οι νεκροί θα κοιμηθούν όταν επιτελέσουν το έργο τους. Δεν θα το αφήσουν στη μέση.»

Ο Αλέξιος έκανε να πει κάτι, αλλά ξανάκλεισε το στόμα. Έκανε νεύμα στον Δημήτριο να προχωρήσουν προς το λοφίσκο λίγο πιο πέρα.

«Δεν φεύγουμε από τη γη μας.» είπε ο Ακρίτας. «Αυτή η γη είναι δική τους. Και δική μας. Και αν χρειαστεί, θα υπερασπιστούμε τον τόπο μας με τα όπλα.

«Εμείς θα κερδίσουμε. Είσαι απλά ένας άνθρωπος, με μια χούφτα ιππείς στις διαταγές σου και μερικές δεκάδες μάχιμους στρατιώτες. Αν στείλω τις ορδές μας, θα είστε παρελθόν, και οι άντρες σου θα προστεθούν στις γραμμές μας. Ακόμη κι αν καταφέρετε να σταθείτε απέναντι στους απέθαντους και δεν τρέξετε, ακόμη κι αν πολεμήσετε, τίποτα δεν μπορεί να μας σταματήσει.

Φαντάσου την καταστροφή! Οι ζωντανοί να πολεμούν τους νεκρούς, οι γιοι να αντιμετωπίζουν τους προπάτορες. Και πίσω τους κι άλλοι, κι άλλοι, κι άλλοι… Ζωντανά πτώματα να εμφανίζονται, σε σωρεία, λεγεώνες ενός μακάβριου στρατού. 

Σου έχω δώσει πολλές ευκαιρίες να φύγεις. Κάποια μέρα όμως η γενναιοδωρία μου θα σταματήσει. Μπορεί να πιστεύεις ότι είμαι απάνθρωπος, αλλά σου δίνω μια επιλογή. Φύγε ή πέθανε. Δεν θα έχεις καλές μέρες εδώ. Ξέρεις ότι οι απειλές μου δεν είναι κενές.»

Ο Αλέξιος κοίταξε τον αξιωματικό. Μήπως τον είχα αναγκάσει να δώσει μορφή στην απειλή του; Μήπως έκανα τις εξελίξεις να τρέξουν γρηγορότερα, εις βάρος μου και του λαού μου; Ή μήπως η σύγκρουση με το δυσάρεστο δεν αποφεύγεται;

«Πρέπει να δούμε το πρόβλημα στα μάτια.» απάντησε ο Αλέξιος.

«Δεν είμαι απλώς ένα πρόβλημα. Είμαι αυτός που θα φτιάξει την ταφόπλακά σου.» πρόσθεσε ο Δημήτριος. Ο Αλέξιος τον αγνόησε.

Αν δεν ήταν τώρα, θα ήταν αργότερα, αλλά η στιγμή της σύγκρουσης θα ερχόταν. Το μόνο που μπορώ να κάνω τώρα είναι να παραδοθώ στις εξελίξεις.

«Οι Αρκάδες είναι ανθεκτικό συνάφι. Ίσως μας νικήσετε. Ίσως πάλι σας φέρουμε μόνιμο θάνατο και λήθη. Κάποια στιγμή όμως, αν ο αρχηγός σας είναι αποφασισμένος, θα φέρει κι άλλες, κι άλλες λεγεώνες. Και θα πέσουμε»

«Χαίρομαι που το βλέπεις κι εσύ» πρόσθεσε ο Δημήτριος.

 «Αυτό βέβαια θα οδηγήσει σε πόλεμο. Και ο άρχοντάς σας, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν νομίζω ότι έχει σκοπό να κάνει κάτι τέτοιο.»

«Δεν ξέρεις τι σκοπούς έχει ο άρχοντας Ορτάβ. Αν είναι όπως λες, τότε δεν έχετε ελπίδα. Μπορεί να σας διαλύσει μέσα σε βδομάδες.» απάντησε ο Δημήτριος, με τη βεβαιότητα να ηχεί σε κάθε του λέξη.

«Ο άρχοντάς σας» ο Αλέξιος ακόμη αρνούνταν να προφέρει το όνομά «μπορεί να γονατίσει την Αρκαδία και να σκορπίσει την καταστροφή. Ο Αύγουστος όμως δεν θα καθίσει τότε ακίνητος. Όλος ο στρατός του βασιλείου θα κινητοποιηθεί. Μπορεί να έχετε τις ορδές και το τείχος, αλλά και το βασίλειο έχει οπλισμένες στρατιές. Οι φρουροί του είναι ένα σώμα, μια ενωμένη αλυσίδα, εκπαιδευμένοι για να σας κρατήσουν μακριά. Και έχει τους Ιππότες, που ξέρω ότι τόσο φοβάστε. Αν τραβηχτούν όπλα, δεν θα υπάρχει νικητής. Μόνο ο αιώνιος ύπνος. Ίσως κι εσύ, Δημήτριε, να χαθείς.» Ο Ακρίτας πρόσεξε ότι ο Δημήτριος έκανε μία μικρή γκριμάτσα όταν άκουσε να αναφέρεται η πιθανότητα θανάτου του.

Ίσως να υπάρχει κάποια πιθανότητα εδώ, αλλά η γραμμή ήταν πολύ λεπτή, και τα λόγια δεν είναι το δυνατό μου σημείο. Είμαι απλά ένας στρατιώτης, τίποτε περισσότερο. Οι λέξεις είναι σαν τη φωτιά, μην παίζεις μαζί τους.

 «Δεν φοβόμαστε τίποτε.» είπε ο Δημήτριος, αλλά όχι με πολλή ένταση. Ήταν σκεπτικός.

Ίσως δεν περίμενε ότι θα του απαντούσα έτσι. Είδα τι κρυβόταν πίσω από τις απειλές του. Ήταν ο φανατισμός το κίνητρό του, ή απλώς φιλοδοξία να ανέβει στην ιεραρχία; Μήπως το θέμα ήταν γενικότερο, και στις υπόλοιπες επαρχίες οι Ακρίτες δέχονταν παρόμοιες απειλές; Τι δεν θα έδινα για να ξέρω τι σκέφτεται ο Δημήτριος αυτή τη στιγμή!

«Τι προτείνεις;» ρώτησε ο Δημήτριος. «Κάποιου είδους συμφωνία; Δεν πρόκειται απλά να σταματήσω, χωρίς να πάρω κάτι για αντάλλαγμα. Πόσο ψηλή είναι η τιμή σου;»

«Ψηλότερη απ’ όσο φτάνεις» απάντησε ο Αλέξιος «και δεν έχω πολλά να ξοδέψω». Θεοί, τρέμω! Αν φανώ αδύναμος, είμαι χαμένος από χέρι. Αν φανώ δυνατός, θα έχουμε πόλεμο. «Υπάρχουν ήδη όρια μεταξύ μας. Είναι το Έρκος. Ας το κρατήσουμε έτσι. Δεν μπορώ να σου δώσω περισσότερα.»

Σταμάτησαν να περπατούν. Ήταν τώρα στην κορυφή του λοφίσκου, κοιτώντας το οστέινο τείχος. Μετά από λίγη σκέψη, ο Δημήτριος μίλησε: «Δεν θα στέλνεις άντρες προς το τείχος, Δεν θα καλλιεργείτε τα εδάφη κοντά του. Δεν θα πλησιάζετε καν. Δεν θα εμποδίζετε τα πλοία μας. Μπορείτε να βλέπετε, απ’ τα παρατηρητήρια, για να διασφαλίσετε ότι η γραμμή κρατά. Και θα σε αφήσω να υπάρχεις.» Ο αξιωματικός πρόσφερε το χέρι του. Αν και του ανακάτευε το στομάχι, ο Αλέξιος το έσφιξε. Έπειτα αμέσως ξεθηκάρωσε το σπαθί του.

Το πέταξε στον αέρα και το έπιασε ανάποδα, με τη λεπίδα προς τα κάτω. Ύστερα, το κάρφωσε στο έδαφος με μία επιδέξια κίνηση. Ο Δημήτριος αντίστοιχα έμπηξε το λογχοπέλεκύ του στο έδαφος. Η συμφωνία θεμελιώθηκε. Τα δύο όπλα θα έμεναν πακτωμένα στο έδαφος.

«Λοιπόν, Αλέξιε… Αυτό ήθελες. Ανακωχή… για τώρα.» Και με αυτά τα λόγια, ο Δημήτριος γύρισε απότομα και χάθηκε, αφήνοντάς του μία πικρή γεύση στο στόμα.

Αναρωτιέμαι αν τελικά έπραξα το καλύτερο. Ίσως ο αξιωματικός τα έκανε όλα αυτά για να με ξεγελάσει ώστε να τους δώσω ό,τι πραγματικά ήθελαν. Τι μπορούσα να κάνω; Δεν ήθελα την ευθύνη για τον πόλεμο. Από την άλλη, είμαι βέβαιος ότι ο πόλεμος θα έρθει. Ίσως όχι σήμερα, ίσως όχι αύριο. Ίσως όχι από μένα ή όσο θα ζω. Αλλά είναι βέβαιο ότι θα έρθει. Αυτή η υποθετική, τρομακτική εικόνα που περιέγραφε θα είναι μπροστά μας. Καμία ειρήνη που διατηρείται από ένα τέτοιο τείχος δεν ήταν επιθυμητή, ούτε καν δυνατή. 

Προς το παρόν, ο Αλέξιος έκλεισε τα μάτια. Ο πόλεμος αποφεύχθηκε, και μπορούσε, επιτέλους, να ξεκουραστεί. Ήλπιζε ότι το αύριο θα ήταν μία καλή μέρα.

 

 

Ο Απόστολος Γιανναράς είναι αρχιτέκτονας, συγγραφέας και σχεδιαστής που ασχολείται με τη λογοτεχνία φαντασίας και το χώρο του φανταστικού. Μεγάλωσε στον Πειραιά όπου και ζει, αλλά έχει ζήσει επίσης στην Πορτογαλία και τη Σκωτία. Αποφοίτησε από τη σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου το 2014 και με μεταπτυχιακό από τη σχολή Interdisciplinary Creative Practices του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου το 2017. Ασχολείται από μικρός με τη λογοτεχνία του φανταστικού και τα παιχνίδια στρατηγικής και ρόλων, τις τέχνες, την ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία. Ψάχνει για το σημείο όπου ενώνονται η μυθοπλασία, η λογική και το συναίσθημα.

 

4,606 total views, 27 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η μικρή διάσταση μιας μεγάλης αφήγησης, γράφει η Τέσυ Μπάιλα [ Τσότσηγια & Ω’μ, Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Κίχλη]

Η λογοτεχνική δραστηριότητα του Μιχάλη Μακρόπουλου είναι γνωστή και κινείται σε κάθε είδος αφού έχει ασχοληθεί με μεταφράσεις εξαιρετικών συγγραφέων--...

Close