H Αρχαιολογία της Ανάπτυξης, η Δύση και η καθ΄ ημάς Ανατολή, γράφει η Ευγενία Αντωνίου [ Άγρια Δύση, μια ερωτική ιστορία, Μιχάλης Μοδινός ]

By  |  0 Comments

«Ήταν Άγρια Δύση», έλεγε έγκριτος αναλυτής στους Νιου Γιόρκ Τάιμς το 2008 περιγράφοντας την κατάσταση στις ΗΠΑ, οπότε κι άρχισε ο τρομακτικός και πιθανώς επιθανάτιος ρόγχος του μοντέλου της παγκοσμιοποιημένης Ανάπτυξης που ήδη διένυε την χρηματιστηριακή του φάση.

Με την Ανάπτυξη ως κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική πρακτική στον μεταπολεμικό κόσμο ασχολείται προγραμματικά το ιδιαίτερα φιλόδοξο μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού Άγρια Δύση – μια ερωτική ιστορία, για αυτό και αξίζει ίσως μια ιστορική αναδρομή στις περιπέτειες του όρου.  Ας θυμίσουμε κατ’ αρχήν ότι  η Ανάπτυξη,  εκκολάφθηκε με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως ένα καθολικό  σχέδιο που θα έβγαζε τον κόσμο από την φτώχεια και την ανισότητα, με την ευγενή προσδοκία της «ευημερίας για πάντα». Τροφοδοτήθηκε περαιτέρω με ελπίδες από την πτώση της αποικιοκρατίας ως τη δεκαετία του ΄60, υποστηρίχθηκε με τη θέσμιση διεθνών οργανισμών προώθησης ενιαίας ή συγκλίνουσας οικονομικής, εμπορικής, νομισματικής και δικαιακής πολιτικής που εγκαινιάσθηκαν την επομένη του πολέμου και εγκαταστάθηκε, πια, στις «κοινωνίες της αφθονίας» τις δεκαετίες του ΄60  και του ΄70 ως ώριμο, εξωστρεφές κι εξαγώγιμο μοντέλο. Το αίτημα της ευημερίας γίνεται παγκόσμιο και καθολικό. Αποτελεί την κρίσιμη προϋπόθεση της ευτυχίας και της ειρήνης. Σταδιακά γίνεται συνώνυμό τους. Και εν τέλει τις υποκαθιστά.

Εν τω μεταξύ το μοντέλο της Ανάπτυξης προσέφερε στις κοινωνίες που το υλοποίησαν, μαζί με τη –γενική- ενίσχυση της δημοκρατίας, την εμβάθυνση της ελευθερίας και τη βελτίωση του αισθήματος ασφάλειας, πλούτο, γνώση και αγαθά επιτυγχάνοντας, έτσι, αφενός, να αναβαθμίζει ολοένα το επίπεδο ζωής των ανθρώπων στις κοινωνίες αυτές και αφετέρου να επεκτείνει το αγοραίο του βεληνεκές και το παραγωγικό πεδίο εφαρμογής του. Όμως η ορμή της λειτουργίας του μοντέλου κατάπιε εν τέλει τον σκοπό  και η ίδια η κοινωνία εκφυλίσθηκε να δουλεύει όπως η μηχανή: σε τάξη, αποδοτικά, αλλά χωρίς να ορίζει το στόχο της. Η μεγέθυνση του παραγωγικού συστήματος της «Ανάπτυξης» μετατράπηκε σε κύριο σκοπό και εν πολλοίς αυτονομήθηκε από την κοινωνική εξέλιξη.

Με τη νέα χιλιετία, η διαφορά φάσης με την οποία ήδη προηγείτο η οικονομική έναντι των λοιπών διεθνοποιημένων δικτυώσεων -εκείνων του κατεξοχήν κοινωνικού και περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος- εξωθείται στα άκρα: Η ανισοβαρής σύγκλιση απορυθμίζεται εις όφελος του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Το κέρδος αυτονομείται από την παραγωγή, την «πραγματική οικονομία». Οι συντελεστές παραγωγής καθίστανται εν πολλοίς άχρηστοι για τις «αγορές»- κι η αξία τους καταβυθίζεται. Στις πρώτες φάσεις της λειτουργίας της Ανάπτυξης ήταν η φύση εκείνη που εκλαμβανόταν ως αδιαβάθμιστος και «εξωτερικός» του συστήματος ανεξάντλητος πόρος. Στην μεγάλη κρίση που ξεκίνησε στις ΗΠΑ και μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας είχε επεκταθεί και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, αποκαλύφθηκε ότι η ίδια μοίρα επιφυλάσσονταν και για τους «εσωτερικούς» συντελεστές παραγωγής. Το αίτημα της καθολικής ευημερίας άρχισε να υποχωρεί κληροδοτώντας στην επόμενη μέρα ακέραιες τις παγκόσμιες μεγαδικτυώσεις που εν τω μεταξύ είχε δημιουργήσει. Η ιστορία της Ανάπτυξης, αυτή η παγκόσμια ερωτική ιστορία, έφθασε στην άγρια δύση της.

Η αμφισβήτηση της Ανάπτυξης ήρθε στην Δύση «από τα μέσα»: Στις κοινωνίες της που τη δεκαετία του ΄60 βάδιζαν με σιγουριά στην μακρά παράδοση της Προόδου ζώντας στο εσωτερικό τους μια νέα «μπελ επόκ» – κι ας μαίνονταν οι πόλεμοι απέξω. Η αμφισβήτηση ήρθε μαζί με τον  πόλεμο στο Βιετνάμ και την πτώση της αποικιοκρατίας από ανήσυχα τμήματα των κοινωνιών αυτών, μειοψηφικά κατά τον αριθμό αλλά ισχυρά κατά την επιρροή στο χώρο της διαμόρφωσης των ιδεών. Από ανήσυχα τμήματα που είχαν γεννηθεί μέσα στο σπίτι της «Ανάπτυξης» και τα οποία, την ώρα που διατύπωναν την κριτική τους, έκαναν χρήση του αναπτυξιακού εποικοδομήματος για την αποδοκιμασία του. Λ.χ. –και η πορεία αυτή περιγράφεται εύστοχα στο βιβλίο- στα τέλη του ΄60 αφυπνίσθηκαν τα κινήματα ειρήνης και το οικολογικό κίνημα, διασταυρούμενα μεταξύ τους ποικιλοτρόπως. Το ΄70 το οικολογικό κίνημα ωρίμασε, συγκροτήθηκε, τροφοδοτήθηκε με γνώση, επενδύθηκε με κύρος ή/ και με δυναμική (π.χ. δημιουργία της Λέσχης της Ρώμης, σύσταση WWF, θέσμιση EPA) και σταδιακά αναβαθμίσθηκε σε δημόσιο συνομιλητή μέσα στις δυτικές κοινωνίες. Οι «εκτός» υποδέχθηκαν το αναγκαστικό «εξυγιαντικό» ερώτημα για την Ανάπτυξη τραγικά και με τη γνωστή αμφιθυμία έναντι του αφέντη: Μισούσαν το μοντέλο και ταυτόχρονα πάσχιζαν να του μοιάσουν.

Η «Bιώσιμη Ανάπτυξη» εμφανίσθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 ως συμβιβαστική, μάλλον αντιφατική απάντηση στην προϊούσα αυτοκαταστροφικότητα και θνησιγένεια της μέχρι τότε συμβατικής, οικονομοκεντρικής, Ανάπτυξης. Σύμφωνα με αυτήν, προκειμένου η Ανάπτυξη να καταστεί διαρκής και σταθερή θα πρέπει το κοινωνικό και το φυσικό κεφάλαιο να αναχθούν σε ισάξιους στόχους της με τον οικονομικό. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησαν καταστατικά τη νέα Ανάπτυξη ως μοντέλο οργάνωσής τους (αργότερα αναδιπλώθηκαν), η Αμερική όχι. Η Αμερική παρέμεινε, παρά το εξαιρετικό περιβαλλοντικό της δίκαιο, το καθαρό άκρο της Ανάπτυξης – η Άγρια Δύση της Δύσης.

Η Αμερική μετά τον Πόλεμο κράτησε για τον εαυτό της το ρόλο του καθαγιασμένου νικητή και απελευθερωτή, το ρόλο της αναπτυξιακής κορωνίδας που κατεξοχήν δικαιούται να εξάγει ευημερία και ειρήνη στον Τρίτο Κόσμο ενώ, μετά την πτώση του Τείχους, πρόσθεσε στις προσωπίδες της το ρόλο του παγκόσμιου καπιταλιστικού κέντρου – μεταμορφωνόμενη η ίδια ολοένα και περισσότερο από κοινωνία σε αγορά. Το παλαιό στερεότυπο του πιονέρου της Άγριας Δύσης που, αγέρωχος και πρακτικός, εξορμά, κατακτά, οργανώνει και «απελευθερώνει» από την ανέχεια ή τυφλότητα τις κατακτημένες γαίες, επανεισάγεται μεταπολεμικά για τον παγκόσμιο ρόλο της Αμερικής και των «αποστόλων» της.

Τo πέμπτο μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού αναφέρεται λοιπόν υποδόρια σε όλα τα παραπάνω: Στην Ανάπτυξη και στην σύγχρονη μεταπολεμική Αμερική – στην άγρια νεότητά τους, στην αφελή παραγωγικότητά τους, στο αίσθημα επιτυχίας και δύναμης που απέπνεαν, στα αγαθά και τα οφέλη που παρήγαγαν, στην κοινωνική στήριξη που είχαν, στη γοητεία που ασκούσαν σε ντόπιους και ξένους, στους καταγωγικούς και τους νέους τους μύθους, στην Αμερική ως τόπο της πιο «ανόθευτης»  Ανάπτυξης και της ανάλογης ριζοσπαστικής της αμφισβήτησης, στα δίκτυα μεταφοράς του αναπτυξιακού μοντέλου από το κέντρο της «Άγριας Δύσης» προς τις παγκόσμιες περιφέρειες όπως η Ελλάδα, στις δυσκολίες διάχυσής του, στα αμφίρροπα διλήμματα κατά την εκτέλεσή του, στις βίαιες ή ιλαροτραγικές ανθρώπινες καταστάσεις κατά την εφαρμογή του στους τόπους υποδοχής του, στην πολιτισμική μετατόπιση που εκεί επέφερε, στα πολιτιστικά υβρίδια που δημιούργησε στον Τρίτο Κόσμο, εντέλει στην ειρωνικώ τω τρόπω υπανάπτυξη που προκάλεσε, όπως είχε δείξει ο Μοδινός με το κύριο θεωρητικό του έργο Η Αρχαιολογία της Ανάπτυξης (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) στα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Η Άγρια Δύση ξεκινά αναφερόμενη σε μέρες του΄60 και με τις πρώτες της γραμμές εισάγει τον αναγνώστη στον κύκλο των πρωταγωνιστών (: η οικογένεια της μικρής Αμερικανίδας, της Τερέζας, που ζει μακριά από τον πατέρα), στα κύρια (: η Τερέζα και ο συγγραφέας) και στα δευτερεύοντα πρόσωπα του έργου (: τα μέλη της οικογένειας της Τερέζας- αργότερα θα προστεθούν κι οι σύζυγοί τους) στους αφετηριακούς τόπους (: βορειοδυτικές ΗΠΑ/ «Άγρια Δύση» και Ελλάδα), στο χρόνο της μυθιστορίας (: 1960 και μετά), στο χρόνο της αφήγησης (:εκ των υστέρων αφήγηση της ιστορίας) και στη σχέση αφηγητή – αφηγήματος (στα έργα του Μοδινού δεν υπάρχει τριτοπρόσωπος, «παντογνώστης» αφηγητής). Η αφήγηση είναι και εδώ μεταγραφή μαρτυρίας. Αυτό της δίνει «έρμα» συνέχειας, συνθέσεως ιστορίας και αποκάλυψης των «ραφών» της γραφής. Τόσο ο «μάρτυρας» όσο και ο αφηγητής είναι συγκεκριμένα πρόσωπα, ατομικά ή συλλογικά (π.χ. η κοινή γνώμη -ο Χορός- ως αφηγητής σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο στην «Επιστροφή»). Ως τέτοια ανήκουν σε  μια ορισμένη επιστημολογική παράδοση και είναι εξ ορισμού διαψεύσιμα. Αντικειμενική αλήθεια δεν υπάρχει. Η μαρτυρία συνήθως ξετυλίγεται ως ανάμνηση του πρωταγωνιστή. Την ανάμνηση μεταγράφει στη γλώσσα του ο αφηγητής επιτυγχάνοντας αυτόματα την αλήθεια των πραγμάτων. Ακόμα και στον Μεγάλο Αμπάι ισχύει αυτό, καθώς η μαρτυρία του Στρατή Ταταράκη για την ανακάλυψη των πηγών του Γαλάζιου Νείλου μεταπλάθεται από μια ομάδα σύγχρονων πανεπιστημιακών – ερευνητών – μεταφραστών κλπ. Στην Άγρια Δύση η σχετική τοποθέτηση γίνεται οριακή: ο αφηγητής είναι ο Συγγραφέας που, τροφοδοτούμενος από μια συγκεκριμένη παράδοση και πάντα ανοιχτός στους νέους μύθους, αφηγείται – και αυτή του η Αφήγησή αποκαλύπτει τον κόσμο, του δίνει όνομα και φτιάχνει την ιστορία του.

Το έργο ξεκινά ως εξής: «Ενώ οι φωτιές μαίνονταν εκείνο τον Σεπτέμβρη του 1960 στις ανατολικές παρυφές των Βραχωδών Ορέων, η εντεκάχρονη Τερέζα ΜακΕλντόουνι επέστρεφε με τη μητέρα της Μάρθα και τον επτάχρονο αδελφό της Μάικ από την Γουιτσιτά του Κάνσας στο Γκρέητ Φολλς της Μοντάνα. Ο πατέρας της –ο συνταγματάρχης Τιμ ΜακΕλντόουνι- δεν ήταν μαζί τους. Χρόνια αργότερα, στη σκιά ενός αρμυρικιού στα Πολώνια της Μήλου, θα μου περιέγραφε πως, από την ώρα που πέρασαν τα σύνορα της Πολιτείας με το Γουαϊόμινγκ, άκουγαν μονότονα στο ραδιόφωνο ότι οι φωτιές πάνω στα βουνά διένυαν ήδη τον τρίτο τους μήνα και ότι, αν και είχε πάρει να δροσίζει για τα καλά, η ανομβρία επέμενε προκαλώντας διαρκείς αναζωπυρώσεις. Τα μαραμένα άνθη στα παρτέρια μιλούσαν για ξηρασία και η Τερέζα παραξενεύτηκε καθώς «Μοντάνα» και «ξηρασία» ήταν στο μυαλό της έννοιες ασύμβατες.»

Η «φύση» κάνει αμέσως την ισχυρή εμφάνισή της στο έργο. Αλλά η «φύση» στα έργα του Μοδινού -και εμφατικά στο εν λόγω έργο- δεν είναι τυφλή ύλη εν εκτάσει, ούτε αποτελεί ένα συνοδό κάδρο στη μυθιστορία. Η φύση είναι διαμεσολαβημένη από τις αφηγήσεις του ανθρώπου, είναι οι τόποι και τα ανθρωπογενή τοπία: Τόποι που ενοποιούν τα ανθρώπινα σύνολα, ενεργοποιούν και ενεργοποιούνται στα συλλογικά σχήματα της ζωής των ανθρώπων, περιγράφουν και σταθμίζουν τα αντίστοιχά τους όρια και συνδιαλέγονται ως ισχυροί εταίροι με τις προσωπικές διαδρομές. Οι τόποι συνθέτουν τη νέα γεωγραφία της γης των ανθρώπων ή, για να χρησιμοποιήσω έναν πρώιμο όρο του συγγραφέα, την «οικογεωγραφία» τους. Ο Μοδινός θέτει τον «Τόπο» στο κεντρικό βάθρο των ηρώων του: Η κατάσταση και οι κυματισμοί των σημασιολογικών του μεταμορφώσεων είναι το κυρίως αφηγούμενο. Στην Άγρια Δύση, ο πατέρας της Τερέζας φωνάζει «Προσοχή στη γεωγραφία!»- και ο Συγγραφέας μας ενημερώνει για την αντίστοιχή του άποψη όταν μας πληροφορεί ότι συμμετείχε με εισήγηση υπό τον τίτλο «Τοπία και Τόποι: τα ποτάμια ως λογοτεχνικοί ήρωες» (σημ: ο ίδιος συγγραφέας έγραψε, μάλλον, τον Μεγάλο Αμπάι!) σε διεθνές συνέδριο στη Βαρκελώνη με θέμα «Γεωγραφία και λογοτεχνία: ο τόπος ως ήρωας», ενώ υπόσχεται αμήχανα ότι στα συρτάρια του κυοφορείται η μεγάλη αφήγηση για τον Λευκό Νείλο και τις πηγές του.

Η νεαρή Τερέζα θα εξελιχθεί αργότερα σε εμπειρογνώμονα Διεθνών Οργανισμών Αναπτυξιακής Βοήθειας στον Τρίτο Κόσμο. Η σχέση πατρότητας του συνταγματάρχη με την Τερέζα αντανακλά την αντίστοιχη των διεθνών αποστολών τις οποίες υπηρετούν οι δύο τους. Εξαγωγή ειρήνης με στρατιωτική μέθοδο για τον πρώτο, εξαγωγή ειρήνης με αναπτυξιακή μέθοδο για την δεύτερη. Και οι δύο αποσκοπούν στην βελτίωση των πολιτικοοικονομικών συνθηκών στους εξαγωγικούς προορισμούς. Και οι δύο γίνονται αυτόκλητοι σωτήρες από τα ιδεώδη των δικών τους συστημάτων. Και οι δύο έχουν ως εφαλτήριο τον επικυρίαρχο ρόλο της Αμερικής και στηρίζονται στις ίδιες χρηματικές πηγές,  όπως, άλλωστε, παραδέχεται χωρίς περιστροφές η ώριμη κυνική Τερέζα αναγνωρίζοντας ότι «Η Αμερική είναι ο μύθος του κόσμου μας και η C.I.A. είναι ο μύθος της Αμερικής».

Με τις πρώτες σελίδες, εξάλλου, έχει δοθεί ήδη το στίγμα του μυθιστορήματος: Η ζωή πίσω απ’ τη δικτύωση των διεθνών ειρηνευτικών αποστολών. Αργότερα, καθώς εξελίσσεται το έργο και, μέσα από τα ταξίδια της Τερέζας και τις διερωτήσεις του Συγγραφέα, η οπτική διευρύνεται: Η γεωγραφία των διεθνών αναπτυξιακών αποστολών. Και εν τέλει: Η οικογεωγραφία της Ανάπτυξης. 

Η μυθιστορία παρακολουθεί την εξέλιξη της Τερέζας στην πατρίδα της, την Μοντάνα – μια από τις Πολιτείες που κατάγονται από τη θρυλική «Άγρια Δύση»- την συγκρότηση και τη ζωή της ως διεθνούς «ειδικού της Ανάπτυξης» και την μοιραία ερωτική ιστορία της με ένα Έλληνα Μηλιό συγγραφέα που ζει και εργάζεται, χωρίς την ανάγκη της μετακίνησης, στην Αθήνα. Οι δυο τους αντιπροσωπεύουν τρόπον τινά δύο διαφορετικές γνωσιολογικές στάσεις: Η Τερέζα την εμπειρία, την άμεση επαφή, την πρακτικότητα. Κατάγεται από τον πολιτισμό της Τεχνολογίας. Ο Έλληνας την εμβάθυνση, το μακρύ χρόνο, τη θεωρία – κατάγεται από «αρχαίο πολιτισμό». Όμως η ύπαρξη του ενός αποτελεί την κινητήριο δύναμη για τον άλλο, τη ζωοδότη ροπή, τον έρωτα μέσα απ’ τον οποίο ο καθένας τους προβάλλει και σχηματίζει τον εαυτό του. Άλλωστε ο συγγραφέας παραδέχεται: «Πρέπει να ομολογήσω (..) ότι η Τερέζα ΜακΕλντόουνι έπαιξε, άθελά της ίσως, ένα καθοριστικό ρόλο σ’ ό,τι αφορά την απόφασή μου να στραφώ οριστικά στη λογοτεχνία». Kαι η Αμερικανίδα διακηρύσσει: «Εμένα η Ελλάδα με ενδιαφέρει γιατί ανήκει στις αρχέγονες κουλτούρες της  Μέσης Ανατολής – το λίκνο του πολιτισμού».

Η ασταθής και επίμονη σχέση των δύο πρωταγωνιστών συλλαμβάνεται και διατηρείται μέσα στις παγκοσμιοποιημένες τροχιές που χαράσσουν και τους ανά την υφήλιο σχετικούς σταθμούς που ορίζουν οι αποστολές των Διεθνών Οργανισμών. Η γνωριμία τους γίνεται το καλοκαίρι του ΄74, το κρίσιμο καλοκαίρι «της προδοσίας της Κύπρου και της μεταπολίτευσης», στη χώρα μας, καθοδόν του παρθενικού σχετικού ταξιδιού της Τερέζας. Ο έρωτάς τους υφέρπει καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου τους διαγράφοντας μυστικά ένα τεράστιο τόξο στην υφήλιο – με το ένα άκρο κινούμενο από τις ΗΠΑ μέχρι το Πακιστάν και το Καμερούν και με το άλλο αγκυρωμένο πάντα στην Ελλάδα, κινείται εκτός πλαισίου της κύριας -της τρέχουσας- ζωής τους, δραστηριοποιείται πάντα στα περιθώρια αυτής, διακόπτεται κάθε που συνεχίζει την πορεία της η Αμερικανίδα, χάνεται για χρόνια, σέρνει ανολοκλήρωτες επιθυμίες, αδήλωτες συγγένειες, τραγικές αναμετρήσεις και ανασταίνεται κατά τις αραιές τους συναντήσεις σε όλο το διάστημα ως το 2010 – οπότε ο συγγραφέας, προκειμένου να αντιμετωπίζει μια σοβαρή του ασθένεια, επιλέγει να πάει στην επιστημονικά προηγμένη και τεχνικά ασφαλή Αμερική. Εκεί ξανακαλεί την αγαπημένη του και με έκπληξη μαθαίνει ότι είναι ο πατέρας της μιας της κόρης. Το αγαπημένο απ΄ το Μοδινό μοτίβο της ελπιδοφόρου τελικής σύνθεσης, όπως είναι εξ ορισμού η γέννηση ενός παιδιού, που προκύπτει από τη διασταύρωση δύο αντιθετικών προσωπικοτήτων, δύο φορέων διαφορετικών πολιτισμών, γενικότερα δύο «διαλεγομένων» εμφανίζεται, έτσι, και στο παρόν μυθιστόρημα.

Τα δύο κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος, η Τερέζα και ο συγγραφέας, γεννήθηκαν μετά τον πόλεμο – το ΄49, κοντά στις πρώτες διατυπώσεις του αιτήματος της παγκόσμιας ευημερίας στο οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή. Ο χρόνος εξέλιξης της μυθιστορίας συμπίπτει με αυτόν του μοντέλου της Ανάπτυξης -ως τη σημερινή του κρίση. Οι δύο τους αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, όψεις του ίδιου του Μοδινού- ο οποίος υπήρξε αναπτυξιακός «ειδικός» συνεργαζόμενος με διεθνείς οργανισμούς, ταξίδεψε και χρόνια εργάσθηκε στην Αφρική και τη Νότια Αμερική. Συμμετείχε επανειλημμένως ως υψηλόβαθμος εκπρόσωπος σε Παγκόσμιες Συσκέψεις και σε διεθνή φόρα για την προαγωγή του Περιβάλλοντος και της Βιώσιμης Ανάπτυξης. Είναι Έλληνας. Και συγγραφέας. Έχει την ίδια περίπου ηλικία με τα δύο κεντρικά πρόσωπα του έργου. Η συγγραφική του σταδιοδρομία ξεκινά τη δεκαετία του ‘80 με δοκιμιακά και ερευνητικά έργα για την οικολογία, την ανάπτυξη και το περιβάλλον- πολλά από τα οποία έγιναν «μπεστ σέλλερ» και σημεία αναφοράς της σχετικής προβληματικής της τότε και των μετέπειτα γενεών στη χώρα μας – και συνεχίζεται  ως σήμερα. Το 1996 εκδίδει το εμβληματικό «Η Αρχαιολογία της Ανάπτυξης» – θα μπορούσε να ισχυρισθεί, κανείς ότι το έργο αυτό αποτελεί το δοκιμιακό ανάλογο της «Άγριας Δύσης, μια ερωτική ιστορία». Μετά την αποσάθρωση του οικολογικού κινήματος και από το 2005 στρέφεται αποκλειστικά στη λογοτεχνία και την κριτική της. Η οικολογική θεματολογία και προβληματική διατρέχει, -όταν δεν καθορίζει-, όλα του τα έργα. Ενδεικτικά -και σχεδόν απλοποιώντας- σημειώνουμε την αναμέτρηση των «παρθένων» πολιτισμών των κοινοτήτων της Αφρικής με την αναπτυγμένη Ευρώπη στη Χρυσή Ακτή και στον Μεγάλο Αμπάϊ, την αποκαθήλωση της  τεχνολογικής έπαρσης στη Σχεδία, το μαρασμό της ελληνικής υπαίθρου από την εφαρμογή των σχεδίων εθνικής και περιφερειακής ανάπτυξης στην Επιστροφή, την κατάρρευση του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης στο προτελευταίο πρόσφατο έργο του,  Τελευταία Έξοδος Στυμφαλία.

Όλη, λοιπόν, η οικολογική οπτική και ο οξύς κριτικός της λόγος για την «Ανάπτυξη», την οποία γνωρίζει άριστα ο Μοδινός ως εξέχων θεωρητικός και πολιτικός πρωταγωνιστής του διεθνούς οικολογικού κινήματος, παρελαύνει από το μυθιστόρημα: Επικρίνεται ο κυβερνητικός χαρακτήρας της Ανάπτυξης, αμφισβητείται το διάνυσμα του γραμμικού χρόνου, η έννοια της συνεχούς προόδου, η συναφής ιερή θεωρία των σταδίων εξέλιξης των κοινωνιών, η μηχανική, εντατική και ερήμην της φυσικής κυκλικότητας οργάνωση της εργασίας, η υποτίμηση της φύσης, η υπερεκμετάλλευσή της, το ματαιόδοξο της αφθονίας. Στηλιτεύεται η προωθούμενη γενική βουλιμία για την δικαίωση της ακατάσχετης παροχής των παραγόμενων αγαθών, η καλλιέργεια της εξατομίκευσης, η αποδυνάμωση της κριτικής ικανότητας μέσα στην αποχαυνωτική τεχνική ευμάρεια, η απονεύρωση της δυνατότητας ανάδειξης εναλλακτικών αφηγήσεων για την έννοια του νοήματος, η ασφυξία που παράγει η μια και μοναδική ισχυρή Πρόταση, η βιαιότητα της απόρριψης των «μη κανονικών», ο τεχνοκρατικός, ρηχός και επιθετικός χαρακτήρας του νέου Καλού, η υποτίμηση και ο μαρασμός των έξω-αναπτυξιακών παραδόσεων και σχημάτων ζωής, ο μεσσιανικός χαρακτήρας της Τεχνολογίας, η σκοτεινή (επανα)προβολή της Δυνάμεως μέσα από το μοντέλο της «Ανάπτυξης».

Μεγάλο μέρος του έργου περιγράφει τα ταξίδια της Τερέζας ή των οικείων της κατά τις διεθνείς  τους αποστολές. Εκεί αποκαλύπτονται άλλες άγριες πλευρές  της αναπτυξιακής διαδικασίας καθώς οι ειδικοί εξορμούν για την κατάκτηση και την «εξημέρωση» του μη ανεπτυγμένου κόσμου με Σχέδια και Πλάνα επιβολής δημοκρατίας και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης στις τοπικές κοινωνίες. Το έργο αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που εγείρονται, το σαθρό της νομιμοποιητικής βάσης των Σχεδίων, τον νέο-αποικιακό τους χαρακτήρα, το ανέμπνευστο των Προγραμμάτων εφαρμογής τους, τη δυσκολία τελικής αξιολόγησης των μεταβολών που επιφέρουν στις τοπικές κοινωνίες. Ταυτόχρονα, εισχωρώντας στην εσωτερική ζωή των διεθνών δικτύων, αναδεικνύει τον μοναχικό και ανέστιο χαρακτήρα των σύγχρονων αναπτυξιακών πιονέρων, τις εσωτερικές και προσωπικές τραγωδίες που βιώνουν καθώς κινούνται μεταξύ θαυμασμού, κυνικότητας, έπαρσης και αμφιβολίας στην επαφή τους με τους «γηγενείς», τον ιδιότυπο εγκλεισμό στον οποίο υποβάλλονται μέσα στα τούνελ των αποστολών τους, την ετερόκλητη και φυγόκεντρη σύνθεση των ομάδων τους, τη Βαβυλωνία ή την κοινοτυπία των συζητήσεών τους, Κι από την άλλη προβάλλει την τραγική αμφιθυμία των ντόπιων απέναντι στους «εμπειρογνώμονες», τη θυμωμένη υποταγή τους σε αυτούς τους εκπροσώπους του ισχυρού «κέντρου» ή την ηρωική, εσωστρεφή και διαρκώς ηττώμενη αντίστασή τους, την ενοχική προθυμία τους στην αποδοχή των προσφερομένων κονδυλίων, την διείσδυση νέων προτύπων και παραστάσεων στις τοπικές κοινωνίες, τη δύσκολη ενσωμάτωσή τους σε αυτές, τους συναφείς κωμικοτραγικούς συμπεριφερειολογικούς μιμητισμούς που γεννούν, τη βίαιη μεταβολή υφιστάμενων ρυθμών και δομών που προκαλούν. Οι «ειδικοί» και οι «ντόπιοι» εμφανίζονται αλλιώτικοι απ΄ ότι νομίζουν οι μεν στα μάτια των δε  και κάθε ομάδα πασχίζει να αποκαταστήσει τη σωστή της εικόνα. Αναμέτρηση έντονη, αγώνας συναρπαστικός και ίσως μάταιος αφού καθοδόν κι οι δύο αλλάζουν, όπως σε κάθε σχέση εξάρτησης (ή όπως σε κάθε ερωτική ιστορία).

Στην Άγρια Δύση ο Μοδινός δίνει μαθήματα χρήσεως(ν) της γλώσσας. Έχει μεταβολίσει πλήρως και αποδίδει επακριβώς το ύφος και την ορολογία της διαλέκτου που χρησιμοποιούν οι εμπειρογνώμονες των Διεθνών Οργανισμών, της διαλέκτου των δυτικών διοικητικών τεχνοκρατών, της διαλέκτου των επισήμων, της διαλέκτων των ακαδημαϊκών, της διαλέκτου των ομάδων των αμφισβητιών, της διαλέκτου στα κινήματα ειρήνης και οικολογίας! Αντίστοιχα, συναρπαστική είναι η απόδοση της ελληνικής κοινωνίας του ΄70 και ΄80 -και μάλιστα των θυλάκων από τους οποίους ξεπήδησαν μεταγενέστερα οι πολιτικοί πρωταγωνιστές- και η ιδιότυπη αμφιθυμία της απέναντι στην Αμερική (στη Δύση). Και βέβαια, παντού η απόδοση  /περιγραφή των τόπων – των τόπων όλης της Γης! Από το βιβλίο παρελαύνει, σαν μέσα από εξαίσιο ντοκιμαντέρ, όλη η Αμερική από το ΄60 ως σήμερα, ο Τρίτος Κόσμος- Μεξικό, Γουατεμάλα, οι περιοχές των Μάγια Λακαντόν, ο Ρίο Ουσουμασίντα. Η Αθήνα της μεταπολίτευσης, η Μήλος, η Πελοπόννησος σε μερικές από τις καλύτερες σελίδες αυτογνωσίας, η ανεπτυγμένη Ευρώπη, η λογοτεχνικά «δύσκολη» -ως χιλιοπεριγραμμένη και λογοτεχνικά φορτισμένη- Λίμνη Λεμάν της Ελβετίας (από τον Βύρωνα και την Σέλλεϋ ως τον Ναμπόκωφ και τον Χέμινγουεη).

Έτσι, παρά το βαρύ της θεωρητικό υπόστρωμα, η Άγρια Δύση δεν είναι διόλου ένα μυθιστορικοποιημένο δοκίμιο. Είναι ένα συναρπαστικό και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα γραμμένο με αφηγηματική μαεστρία. Άλλωστε η «Ανάπτυξη» συνιστά, ήδη την ώρα της αφήγησης, μια ιστορική εποχή σε πτώση ή ακόμα, για τους ριζοσπαστικότερους πολεμίους της, μια εποχή με εγγεγραμμένη εσωτερικά την Πτώση. Ταυτόχρονα, όμως, ο μύθος της, ως ο μεταπολεμικά κατισχύων μύθος παγκοσμίως, είναι αυτός που διαμόρφωσε το νόημα στις κοινωνίες των ανθρώπων, εξαναγκάζοντας, ακόμη και όσους τον απέρριψαν, να έχουν τοποθετηθεί ως προς αυτόν. Ο μύθος της Ανάπτυξης υπήρξε ο «μεγάλος ερωτικός» και η σύγχρονη ιστορία είναι «μια ερωτική ιστορία» μαζί του. Αυτές όλες οι αντιθέσεις αποδίδονται με λεπτότητα και βάθος στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών του έργου. Τα πρόσωπα κατασκευάζονται γιατί υπάρχει λόγος. Κάθε ένα από αυτά δικαιώνει, με τον τρόπο της τέχνης, όπως συμβαίνει πάντα και μόνο στα σημαντικά έργα, το ερώτημα που το έργο πραγματεύεται – εν προκειμένω το μεγάλο ερώτημα για την Ανάπτυξη.  

Τα πρόσωπα του έργου που είναι, πλην του αφηγητή-συγγραφέα, κυρίως Αμερικανοί, – άνθρωποι της δράσης, της αλλαγής. Βρίσκονται σε διαρκή αναζήτηση του καλύτερου – όποιο σχήμα, ανάλογα με τις γενιές, λαμβάνει αυτός ο σκοπός της ζωής: του ασφαλέστερου, του καταλληλότερου, του πιο ελεύθερου, του δικαιότερου, του ευτυχέστερου. Πιστεύουν στην πρόοδο. Ο παππούς λ.χ., μικρασιατικής  καταγωγής, άλλαξε πατρίδα και ήπειρο. Ήρθε στη Αμερική για καλύτερες ημέρες και τις βρήκε: Ειρήνη, ανάπτυξη, ευημερία. Ησυχία κι εγκατάσταση.  Ελευθερία. Έκανε οικογένεια, έφτιαξε ράντσο, έζησε με τα παιδιά, τα εγγόνια  και τα άλογά του.

Η μητέρα, η γοητευτική Μάρθα, μη βολευόμενη στην συμβατική και άνευρη ασφάλεια της «πίσω αυλής» της ζωής του διακεκριμένου συνταγματάρχη συζύγου, βγήκε στην οδό της αυτοδυναμίας. Από παραμελημένη συνοδός σύζυγος μετετράπη σε ζωηρή εργαζόμενη, αποτινάσσοντας σταδιακά από πάνω της όλους τους ρόλους της προηγούμενης ζωής της- εν πολλοίς ακόμα και αυτόν της μητέρας. Καθοδόν στράφηκε από «έξω» προς τα «μέσα»- σε αναζήτηση εσωτερικών οδών ανεύρεσης της ευτυχίας και της ελεύθερης ζωής, ακολουθώντας γκουρού, συμμετέχοντας σε κοινόβια και σε συναφή εναλλακτικά σχήματα που βρισκόταν σε έξαρση τα χρόνια εκείνα – και δίνοντας, έτσι, την ευκαιρία να γραφούν κάποιες από τις πιο εύστοχες και καυστικές σελίδες του έργου. Αναζήτησε με ένταση την ευτυχία μέσα από τις σχέσεις. Πέθανε σε γηροκομείο.

Ο συνταγματάρχης- πατέρας διάλεξε το δρόμο της διάχυσης της «ειρήνης» στον κόσμο. Οι παγκόσμιοι δρόμοι των αμφιλεγόμενων στρατιωτικών αποστολών έγιναν οι δρόμοι της ζωής του. Ήταν περήφανος για την δουλειά του – παρά τις ελάσσονες δεύτερες σκέψεις για τη «νομιμότητα» της μεθόδου που οι αποστολές εφάρμοζαν και τις σκληρές επιπτώσεις που συχνά προκαλούνταν. Έζησε πατρίδα, οικογένεια και παιδιά, από μακριά. Ακόμα και ο «τελικός» σκοπός της εργασίας του ήταν κάπως έκκεντρος σε σχέση με τον ίδιο: Γι’ άλλους προορίζονταν η «ειρήνη» που μετέφερε. Άλλαξε συζύγους και διεύρυνε το ταξίδι του στον κόσμο στέλνοντας στην κόρη και στο γιο του κάρτες από μέρη στα οποία δεν έφθασε. Η στέρεη και συμπαγής του παρουσία υπηρετούσε ένα έωλο ιδεολόγημα κι έναν ανέστιο τρόπο ζωής…

Ο μικρότερος αδελφός της Τερέζας, ο Μάικ, αναζήτησε να φτιάξει εξαρχής το πρόσωπό του. Η πατρική του οικογένεια δεν του χάρισε μόνο ευτυχισμένες μέρες αλλά και το έντονο τραύμα του χωρισμού των γονιών του. Μεγάλωσε μόνος – πρακτικά εγκαταλελειμμένος από τους γονείς του. Ο Μάικ «ψάχτηκε» πολύ για την επιλογή των σπουδών του, τον τρόπο και τον τόπο της ζωής του- ακόμα και για τη σεξουαλικότητα του.

Η φίλη της μητέρας Μάρθας, η μορφωμένη και σε συνειδησιακή εγρήγορση ακαδημαϊκή καθηγήτρια Τζην, υπήρξε η πρώτη γοητευτική αμφισβητίας του μοντέλου της Ανάπτυξης κι η πρώτη έγκυρη ανθρωπολόγος/ οικολόγος για την νεαρή Τερέζα. Έζησε την αγωνιώδη κριτική της απέναντι στο «Σύστημα» καλλιεργώντας την επιστημονική και πολιτική της άποψη κυρίως μέσα στα πανεπιστήμια, απελευθερώνοντας την οξεία της κριτική μέσα στους συναφείς εξεγερμένους, πλην καλοζωισμένους, χώρους όπου η ακαδημαϊκή κοινότητα κινείται. Η Τζην αποτελεί εξ ορισμού τραγικό πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο όπου καταλήγουν μεγάλες συγκρούσεις: Η ίδια   αντιπροσωπεύει το ελεύθερο και κριτικό πνεύμα της επιστήμης -του ριζοσπαστικού συστήματος με την πιο υψηλή προστιθέμενη αξία της κοινωνίας εκείνης κατά της οποίας, στρέφεται. Θαυμάσια είναι τα καυστικά εδάφια του έργου που αναφέρονται στα οξύμωρα χαρακτηριστικά της ζωής και της συμπεριφοράς της ευαίσθητης Τζην (π.χ. το ξεκοκάλισμα των καραβίδων μιλώντας ταυτόχρονα κριτικά για τη φυτική και ζωική πρωτεΐνη). Έζησε μέσα στον ανοιχτό δημόσιο χώρο, αναπτύχθηκε μέσα στη δυναμική κίνηση των ρευμάτων αμφισβήτησης. Πέθανε από καρκίνο, διακριτικά και αξιοπρεπώς αποσυρμένη «σαν τις γάτες» – μόνη.

Μέσα από τον βίο και την πολιτεία των ηρώων διερευνάται επομένως λογοτεχνικά η «Ανάπτυξη» σε όλες τις κύριες πτυχές της: ως ιστορική εποχή, ως μείζον κοινωνικοπολιτικό παράδειγμα, ως περιβάλλουσα και συνισταμένη των διλημμάτων που αναδείχθηκαν και αντιμετωπίσθηκαν -επιτυχώς ή όχι- κατά την ιστορική διαμόρφωσή της και τα οποία επανεμφανίζονται ζητώντας νέες ισορροπίες κατά την ολοένα αυξανόμενη, έως οικουμενικότητας, επέκτασή της. Ανάμεσά τους καταμετρώ: ασφάλεια vs ελευθερία, δημοκρατία vs κοινοτισμός, παγκοσμιοποίηση vs τοπικότητα, ιδιοκτησία vs κοινοκτημοσύνη, ιδιωτικότητα vs συλλογικότητα,  απομάγευση vs ιεροποίηση.

Εξάλλου, η περιπέτεια, το ταξίδι, αποτελεί μόνιμο καμβά των μυθιστορημάτων του Μοδινού. Η προσωπικότητα των πρωταγωνιστών του κατασκευάζεται καθοδόν, από την τριβή και την εναλλάξ στάθμιση της εμπειρίας τους από τον «κόσμο εκεί έξω» με τις προσωπικές τους αρχές. Μάλιστα η συνήθης δομή των έργων, ο χωρισμός των μυθιστορημάτων σε δύο «κατηγορίες» κεφαλαίων –η μία να αναφέρεται στη δράση κι η άλλη στην επεξεργασία της- αποτυπώνει τη διαλεκτική αυτή. 

Η ίδια αρχιτεκτονική ακολουθείται και στην «Άγρια Δύση». Η Τερέζα κάνει το μεγάλο της ταξίδι στον πραγματικό κόσμο. Ο Συγγραφέας ταξιδεύει στον κόσμο των ιδεών – και σε αυτόν μεταγράφει την μαρτυρία της Αμερικανίδας. Όμως, όπως ήδη επισημάνθηκε, ο πραγματικός κόσμος είναι ήδη διαμεσολαβημένος από τις ανθρώπινες αντιλήψεις. Αντίστοιχα, γενετικά αλλοιωμένες από τους ανθρώπινους μύθους είναι και οι προσωπικές αρχές. «Καθαρό» από τις ανθρώπινες αφηγήσεις περιβάλλον δεν υπάρχει – ούτε «καθαρή» προσωπική θέση. Έτσι, η προαναφερθείσα στάθμιση γίνεται πιο πολύπλοκη – περνάει κι από ένα άλλο μείζον φίλτρο, αυτό  του ανθρώπινου λόγου.

Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί οι τόποι στους οποίους αναφέρεται η μυθιστορία, οι τόποι στους οποίους εξελίσσεται το ταξίδι των πρωταγωνιστών, σταθερά υποστηρίζονται από πυκνές και προσεγμένες αναφορές σε σημαντικούς συγγραφείς και στα έργα τους ή/ και από επιστημονικά παραδείγματα που άλλαξαν τον ρου των γνώσεων και των αντιλήψεων. Και ο λόγος, ισχυρίζομαι, είναι ακριβώς αυτός: Ο υφιστάμενος κόσμος στον οποίο «πραγματικά» κινούνται οι πρωταγωνιστές, είναι ήδη ο κόσμος του ανθρώπινου πολιτισμού. Οι αναφορές, λοιπόν, δεν αποτελούν μια παρεμπίπτουσα, μια επιδεικτική ή μια στυλίστικη επιλογή αλλά μια συνειδητή ενέργεια διακειμενικού διαλόγου, θεωρητικώς θεμελιωμένη και οργανικά απαραίτητη για το έργο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι φυσικό ο Μοδινός να επιλέγει  δύο συγγραφείς, τον Ντον Ντελίλλο και τον Μαξ Φρις, να έχουν έντονη παρουσία στο μυθιστόρημα αυτό. Ο πρώτος ως ενεργό μυθιστορηματικό πρόσωπο. Ο δεύτερος  μέσα από την κρίσιμη επιλογή του τόπου όπου εξελίσσεται το παρθενικό,  βαπτιστήριο ταξίδι της Τερέζας και τα περάσματά της απ’ την Ελλάδα – καταληκτήριο τόπο του εμβληματικού Homo Faber.

Οι δυο συγγραφείς συνιστούν τα μέγιστα λογοτεχνικά ορόσημα σχετικά με το ζήτημα της «Ανάπτυξης» -την εποχή του ανθρώπινου πολιτισμού στην οποία αναφέρεται το παρόν μυθιστόρημα- και μαζί καλύπτουν όλο το χρόνο της ζωής της. Ο Ντελίλλο, μέσα από τον Λευκό Θόρυβο, προέβαλε τον εύθραυστο κόσμο των ευδαιμονικών βιομηχανικών κοινωνιών που ζουν ανέμελα και τραγικά μέσα στο πεδίο επιρροής των μεγάλων τεχνολογικών ατυχημάτων -συνθήκη, θα λέγαμε, καταστατική στα χρόνια της συμβατικής Ανάπτυξης- ενώ στο Κοσμόπολις προέβαλε τον μη αναλογικό, τον μη νευτώνειο κόσμο των τεχνολογικά υπερανεπτυγμένων μεταβιομηχανικών μεγαλουπόλεων, των μεγαλουπόλεων που κινούνται στο άκρο της «Ανάπτυξης»- εκεί όπου ο φυσικός χώρος και χρόνος είναι άσχετοι με το βεληνεκές της κίνησης ή της επικοινωνίας των ανθρώπων. Εκεί όπου ο προσωπικός χώρος συρρικνώνεται σε κελί απομόνωσης κι ο ανθρώπινος διάλογος εκφυλίζεται στη φόρμα της κυβερνητικής. Από την άλλη, ο Μαξ Φρις με το  Homo Faber (αντιπαρέβαλε τον “Homo Faber” με τον “Homo Sapiens” των ανθρωπολόγων) ανέδειξε τον άνθρωπο της Τεχνικής Προόδου, τον Τεχνολογικό άνθρωπο- τον ανθρώπινο τύπο από τον οποίο αντλεί η «Ανάπτυξη». Ο τόπος του “Homo Faber” είναι ο ίδιος στον  οποίο καταλήγει η Τερέζα στο πρώτο μεγάλο της ταξίδι, στο ταξίδι εκείνο μέσα από το οποίο εισήλθε στην κατηγορία του διεθνούς αναπτυξιακού εμπειρογνώμονα. 

Τα παραπάνω σχόλια με οδηγούν και σε ένα ακόμη: Στην επισήμανση του πρωτοποριακού χαρακτήρα της τεχνικής κατασκευής του έργου. Η Άγρια Δύση δεν έχει τη συνήθη –μονοεπίπεδη- φόρμα. Υιοθετεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μεικτή τεχνική: συνομιλεί ευθέως μέσα στις σελίδες του έργου με την παράδοση της λογοτεχνίας, συμπεριλαμβάνει σοφά ένα ανεξάρτητο λογοτεχνικό έργο (ένα αυτοτελές διήγημα, «Το Παιγνίδι της Ανάπτυξης»), ενσωματώνει  μικρά δοκίμια για την Ανάπτυξη, την Πολιτική  και την Οικολογία, δανείζεται από τις εικαστικές τέχνες την παλέτα των χρωμάτων ή τον τρόπο ανάδειξης των όγκων, χρησιμοποιεί την μέθοδο του ντοκιμαντέρ για το ταξίδι, υποκλέπτει την τεχνική της εναλλαγής των πλάνων από τον κινηματογράφο. Έτσι, διατηρώντας ακέραιη την ταυτότητά του ως μυθιστόρημα δικαιώνει την πληρότητα και την ελευθερία του αφηγηματικού λόγου ως λόγου ικανού να αποκαλύπτει τον κόσμο καλύτερα από το δοκίμιο, ευρύτερα από την επιστήμη, ευκρινέστερα από τις αναπαραστατικές τέχνες και τον κινηματογράφο, ενώ μπορεί, ταυτόχρονα, να συνομιλεί ζωντανά με την παράδοση της Τέχνης, της Πολιτικής και της Επιστήμης που διαμορφώνουν τον κόσμο ετούτο – κινούμενος μετά και σε σύνθεση όλων αυτών. Άλλωστε ο Συγγραφέας, καθώς αναστοχάζεται το λόγο για την επιλογή του επαγγέλματός του, παραδέχεται: «Οι συγγραφείς μένουν στην ιστορία γιατί, μέσω των λέξεων, αποφαίνονται, θέλουν δεν θέλουν, για το νόημα των πραγμάτων. Γιατί μέσω της Αφήγησης κατασκευάζουν την αλήθεια όταν οι ιστορικοί απλώς την αναζητούν. Κι ακόμη γιατί ορίζουν μια άλλη ημερήσια διάταξη, πέρα από τη σφαίρα της πολιτικής»

Με άλλα λόγια, η Άγρια Δύση δεν είναι έργο ξεχωριστό στην ελληνική -και όχι μόνο- γραμματεία απλώς  για το μεγάλο ερώτημα που διαπραγματεύεται, αλλά και για την πληρότητα με την οποία το διερευνά, την κομψότητα με την οποία αποκαθηλώνει την Ανάπτυξη (αλλά σταδιακά και την Οικολογία), τον θυμικό του τόνο της συμπόνιας στα ανθρώπινα που το διατρέχει, την πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική του, την καλοδουλεμένη δομή του, τις εξαίσιες περιγραφές της φύσης και των πόλεων -των τοπίων και της ατμόσφαιρας που αποπνέουν-, την ικανότητά του να παράγει την αίσθηση του ταξιδιού, την λεπτότητα με την οποία αποδίδει τα ανθρώπινα αισθήματα, τους αντιπροσωπευτικούς του χαρακτήρες, τη ρέουσα γλώσσα του. Αλλά και γιατί εντέλει δικαιώνει πλήρως, θεωρητικά και στην πράξη, τον ανθρώπινο λόγο και τη λογοτεχνία ως καθαρτήρια λειτουργία.

 

Μιχάλης Μοδινός, Άγρια Δύση, μια ερωτική ιστορία, σελ. 447,

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013

 

 

Η Ευγενία Αντωνίου είναι Χημικός Μηχανικός/ Περιβαλλοντολόγος, Διευθύντρια του Υπουργείου Ανάπτυξης και καθηγήτρια στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Βιβλιοκριτικές της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Νέα Εστία και The Books Journal.

 

51,519 total views, 129 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
To Literature.gr προτείνει 2 βιβλία για το φετινό Καλοκαίρι (2017)

1 θάμπωσε ο νους Σωτήρης Δημητρίου, Εκδόσεις Πατάκη Στα ανά χείρας διηγήματα υπάρχουν πολλά "ίσως" και "μάλλον". Χάνονται με τα...

Close