«Ο ΠΑΛΑΒΟΣ ΚΙ Ο ΓΝΩΣΤΙΚΟΣ» του Πασχάλη Πράντζιου

By  |  0 Comments

Ένα παραμύθι από αλλοτινούς καιρούς, τότε που δεν υπήρχε διαδίκτυο κι οι άνθρωποι λέγανε ιστορίες πλάι στο τζάκι…

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο αδέρφια κι είχαν και μια γριά μάνα. Ο ένας ήταν παλαβός κι ο άλλος γνωστικός.

«Τώρα που πέθανε ο πατέρας σας, λέει η γριά, θα πηγαίνει στα χωράφια ο παλαβός και στο σπίτι θα μένει ο γνωστικός. Εντάξει;»

«Εντάξει είπαν, και οι δυο».

Ξεκινάει ο παλαβός για τα χωράφια, του δίνει η μάνα του φαΐ και φτάνει στα χωράφια. Ζεύει τα βόδια να οργώσει, μόλις ξεκινάει σταματάει για να ξεκουραστεί. Ξεζεύει τα βόδια και  ένα από αυτά το είχε απέναντι, κι έτρωγε. Αναχάραζε το βόδι και τον κοιτούσε.

«Μη με κοροϊδεύεις, γιατί θα σηκωθώ απάνω και θα σ’ κόψω τα χείλια».

Τίποτα. Το βόδι αναχάραζε και τον κοίταζε.

«Δε σταματάς, ε; Τώρα θα δεις».

Σηκώνεται απάνω με το μαχαίρι και του κόβει το ένα από τα δύο χείλη.

«Για να μάθεις, να κοροϊδεύεις, λέει στο βόδι».

Αρχίζουν να τρέχουν αίματα από τα πετσοκομμένα τα χείλια, τον κοίταζε το βόδι ξανά και αναχάραζε ακόμα!

«Α, δεν έβαλες μυαλό, ε;»

Σηκώνεται απάνω του κόβει και το άλλο.

«Άμα θες ξανακορόιδεψε, τώρα».

Έκατσε κάτω από μια μουριά και το ‘κοψε στον ύπνο. Ξύπνησε κατά το σουρούπωμα, πήρε τα βόδια και γύρισε στο σπίτι.

«Τι το ‘κανες το βόδι, βρε θεοσκοτωμένε;»

«Του ‘κοψα τα χείλια».

«Γιατί βρε;»

«Γιατί έκατσα να φάω κι αυτό με κορόιδευε».

«Το βόδι, βρε, σε κορόιδευε;»

«Ναι, το βόδι. Γι’ αυτό δεν ξαναπηγαίνω εγώ στο χωράφι, να πας εσύ. Εγώ θα κάτσω να δουλέψω στο σπίτι».

«Δεν μπορείς, εσύ στο σπίτι».

«Γιατί δεν μπορώ; Πες μου, τι θες να κάνω αύριο».

«Να, του λέει, θα σηκωθείς το πρωί, θα βάλεις κάνα δυο φασόλια να βράσουν, μετά θα λούσεις τη μάνα, θα ζεματίσεις τα ρούχα, θα τα πλύνεις, θα αλλάξεις τη μάνα, θα βράσεις και δυο αυγά να κολατσίσει και θα της δώσεις τη ρόκα να γνέσει. Θα ταΐσεις και τις κότες κι ό,τι άλλη δουλειά σε τύχει».

«Αυτά μόνο;»

«Αυτά».

«Εντάξει, λέει ο παλαβός. Εύκολα είναι».

Σηκώνεται το πρωί ο αδερφός του να πάει στο χωράφι και μένει μόνος του ο παλαβός. Πάει μέσα στην κουζίνα, ρίχνει στην κατσαρόλα νερό και μετράει «ένα, δύο φασόλια». Τα βάζει να βράσουν, δοκιμάζει το ένα «εντάξει, έβρασε», λέει, δοκιμάζει και το άλλο «εντάξει και αλάτι έχει» και βγαίνει έξω να βάλει καζάνι. Αρχίζει να κοχλάζει το νερό, βουτάει τη γριά απ’ τις μασχάλες και τη ρίχνει μέσα στο καζάνι.

«Όχι, παιδάκι μου, εμένα. Τα ρούχα σ’ είπε! Βγάλε με έξω».

«Βρε κάτσε εκεί να τελειώνουμε. Θα τα κάνουμε όλα μαζί».

Πάει η γριά! Τη βγάζει πεθαμένη έξω, την ξαλλάζει, τη στήνει και σε μια καρέκλα, τη βάζει στην ποδιά τη ρόκα να γνέσει κι έκατσε απέναντι και την καμάρωνε.

«Γιατί δε μιλάς; Πείσμωσες, ε; Πείσμωσες γιατί ξέχασα τα αυγά;»

Σηκώνεται και πάει στην κουζίνα να τα βράσει. Βγαίνει έξω δίνει τα αυγά στη μάνα, δεν τα παίρνει η γριά.

«Δεν τα τρως, ε;»

Παίρνει τα αυγά και της τα βάζει κάτω από τις μασχάλες.

«Κάτσε, μην τρως, μέχρι να έρθει ο άλλος. Τι άλλο να σε κάνω; Πάω να ταΐσω τις κότες εγώ».

Παίρνει το καλαμπόκι να ταΐσει τις κότες, πηδάει ο κόκορας της γειτόνισσας κι αρχίζει να το τσιμπολογάει. Αρχίζει ο παλαβός να κυνηγάει τον κόκορα, κόντεψαν να φύγουν κι οι κότες, αρπάζει τότε ένα σκοινί και δένει μια αρμαθιά κότες και κόκορα μαζί, περνάει ένα γεράκι, αρπάζει μια κότα και τις παίρνει όλες!

«Α, μια χαρά. Τέλειωσα τις δουλειές. Ας κάτσω τώρα». Έκατσε και περίμενε.

Έρχεται ο αδερφός του από το χωράφι.

«Πώς τα πέρασες», τον ρωτάει.

«Α, μια χαρά!»

«Τις έκανες όλες τις δουλειές;»

«Όλες. Όλες. Η μάνα μόνο πείσμωσε και δε μιλάει».

«Γιατί πείσμωσε;»

«Γιατί τη ζεμάτισα μαζί με τα ρούχα».

«Τι έκανες, βρε; Με πέθανες τη μάνα;»

«Τι, τι έκανα; Ό,τι με είπες έκανα. Δε με είπες να ζεματίσω τη μάνα; Τη ζεμάτισα. Τι φταίω εγώ που δε μιλάει. Και τα αυγά της τα ‘δωσα».

«Πότε βρε;»

«Της τα ‘βαλα στις μασχάλες».

«Μπα, πανάθεμά σε! Τι θα κάνω τώρα; Οι κότες που είναι;»

«Ήθελαν να φύγουν και τις έδεσα αρμάθα τα ποδάρια, αλλά πέρασε ένα γεράκι και τις πήρε».

«Πω, πω με ρήμαξες! Κοίτα, έλα να φάμε λίγο και να πάμε να παραχώσουμε τη μάνα, μη μας καταλάβουν».

«Εδώ είναι το φαΐ. Φάε».

«Βρε παλαβέ, εδώ δεν έχει τίποτα!»

« Α, τι να σε κάνω; Δυο φασόλια  μ’ είπες να σε βράσω, δυο έβρασα. Έφαγα το ένα να δω άμα έγιναν, έφαγα και το άλλο να δω αν είχαν αλάτι, τέλειωσαν. Εγώ φταίω; Εσύ δε μ’ είπες να βράσω κάνα  δυο φασόλια; Δύο έβρασα».

«Σήκω», του λέει. «Δεν είσαι για τίποτα. Σήκω να πάμε να θάψουμε τη μάνα, γρήγορα. Πάμε να φτιάξουμε τη γούρνα».

Πήγαν λίγο έξω απ΄ το χωριό, βρήκαν ένα μέρος κρυφό.

«Εδώ είναι καλά, λέει ο γνωστικός. Τράβα τώρα εσύ σπίτι και φέρε με τη μάνα».

«Καλά, πάω».

Στο δρόμο που πήγαινε για το σπίτι του, βλέπει μια γριά να τρώει σύκα απάνω σε μια συκιά.

«Α, ξεπείσμωσες», της λέει. Σε έκοψε λόρδα και ξεπείσμωσες και τρως σύκα, ε; Κατέβα κάτω, μάνα».

«Δεν είμαι εγώ, παιδάκι μου!»

«Βρε, κατέβα κάτω».

Τίποτα η γριά. Τη βουτάει απ΄ το ποδάρι, τη ρίχνει κάτω και την πάει σβαρνώντας στον αδερφό του. Τη μακέλεψε τη γριά.

«Ρε, τη μισή τη μάνα μ’ έφερες;»

«Α, δε σ’ είπα! Ξεπείσμωσε η μάνα. Τη βρήκα απάνω σε μια συκιά να τρώει σύκα».

«Βρε κι άλλη γριά ρήμαξες; Σήκω να πάμε γρήγορα να βρούμε και την υπόλοιπη γριά, να πάρουμε και τη μάνα και να τις παραχώσουμε, πριν μας πάρουν χαμπάρι! Σήκω».

«Α, εγώ νύσταξα. Πάω να κοιμηθώ», λέει ο παλαβός.

Τι να κάνει κι ο γνωστικός, βρήκε την άλλη μισή τη γριά, κουβάλησε και τη μάνα, τις παράχωσε και γύρισε στο σπίτι.

«Τώρα δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο εδώ, θα μας σκοτώσουν άμα μας καταλάβουν. Σήκω, μάζεψε τι πράγματα θες και γρήγορα να φύγουμε».

«Α, εγώ δε θέλω πράγματα. Θέλω μόνο το σφοντύλι της μάνας, την πέτρα που στερέωνε τη ρόκα για να γνέσει».

«Τι να το κάνεις, βρε το σφοντύλι; Πάρε τίποτα πιο χρήσιμο και άντε πάμε».

«Εγώ αυτό θέλω!»

«Πάρτο κι αυτό και την πόρτα άμα θες και παράτα  με! Εγώ φεύγω».

Ξεκίνησε ο γνωστικός, από πίσω κι ο παλαβός.

«Κουράστηκα».

Γυρίζει ο γνωστικός, τι να δει; Ο παλαβός είχε στο ένα χέρι το σφοντύλι και στο άλλο την πόρτα!

«Βρε, τι τη θες την πόρτα;»

«Εσύ δε μ’ είπες να την πάρω; Την πήρα».

Περπάτησαν, περπάτησαν, ζέστα είχε, κουράστηκαν.

«Πάμε στο δέντρο να ξαποστάσουμε, λέει ο γνωστικός, και έλα να βάλουμε την πόρτα απάνω στο δέντρο να κάτσουμε καλά. Έλα. Άστο κάτω το σφοντύλι, μην το ανεβάζεις πάνω».

«Όχι, εγώ το θέλω».

Έκατσε και ξεκουράζονταν ο γνωστικός, ο παλαβός κράταγε το σφοντύλι να μην το χάσει. Πέρασε λίγη η ώρα, να κι ένας πραματευτής κάθεται κάτω από το δέντρο να ξαποστάσει κι αυτός.

«Γνωστικέ, θέλω να κατουρήσω».

«Κρατήσου, βρε, μέχρι να φύγει ο άνθρωπος».

«Μπα θα τα αμολήσω εγώ».

«Μη βρε, πού θα κατουρήσεις;»

Βγάζει τη «ρημάδα» του από το παντελόνι κι αρχίζει να κατουράει πάνω απ’ το δέντρο.

«Αχ! Δροσούλα του Μαγιού, αναστενάζει ο πραματευτής».

«Γνωστικέ, μ’ ήρθε και να τα κάνω τώρα».

«Μη, βρε, θα μας καταλάβει και θα φάμε ξύλο!»

«Μπα, θα τα κάνω εγώ!»

«Ωχ», φωνάζει ο πραματευτής. «Κακός κόρακας πέρασε, τρανό κόραδο έριξε»!

«Γνωστικέ, θα το πετάξω το σφοντύλι της μάνας. Δεν μπορώ να το κρατάω άλλο!»

«Μη βρε, θεοσκοτωμένε! Θα τον φας τον άνθρωπο!»

«Μπα, θα το ρίξω».

«Οργή Θεού, αρχίζει να φωνάζει ο πραματευτής! Οργή Θεού και το βάζει στα ποδάρια».

Κατεβαίνουν απ’ το δέντρο κι αρχίζει ο γνωστικός να κοιτάει τι πράματα άφησε ο πραματευτής από την τρομάρα του. Αρχίζει να ξεδιαλέγει τα καλά, ο  παλαβός μάζευε το θυμίαμα.

«Βρε, πάρε τίποτα άλλο. Τι το θες το θυμίαμα;»

«Όχι, εγώ το θυμίαμα θέλω!»

Τα πήραν κι έφυγαν. Φτάνουν σ’ ένα χωριό απέξω και λέει ο γνωστικός.

«Εδώ θα χωρίσουμε τώρα. Θα ψάξει ο καθένας για χωριστή δουλειά, για να ζήσει».

«Εντάξει», λέει ο παλαβός.

Παίρνει το θυμίαμα κι ανεβαίνει σ’ ένα βουναλάκι να το κάψει! Έκαψε το θυμίαμα και γέμισε καπνό ο ουρανός μέχρι πάνω. Ευχαριστήθηκε Άγγελος Κυρίου και φώναξε απ’ τον ουρανό.

«Για το καλό που με έκανες, πες μου τι θες και θα στο δώσω».

«Μπα, δε θέλω πολλά. Μια φλογέρα θέλω, να τη βαράω και να σειέται η γης!»

Παίρνει τη φλογέρα ο παλαβός κι αρχίζει να κόβει βόλτες στο χωριό, για να βρει δουλειά. Εκεί που περπάταγε, βλέπει τον παπά.

«Έχεις καμιά δουλειά για μένα, παπά;»

«Γουρούνια θες να φυλάξεις;»

«Θέλω, μ’ αρέσουν».

Πήρε τη φλογέρα, πήρε και τα γουρούνια και τα πήγε έξω από το χωριό, εκεί που τον είπε ο παπάς. Έπαιζε τη φλογέρα, χόρευε η γης, χόρευαν και τα γουρούνια!

«Βρε, παπαδιά, τι τα κάνει τα γουρούνια αυτός ο βλογημένος κι είναι έτοιμα να ψοφήσουν;»

«Να πας να παραφυλάξεις, παπά μ’».

Πάει ο παπάς να παραφυλάξει και κρύβεται πίσω από κάτι βάτα. Αρχίζει ο παλαβός να βαράει τη φλογέρα, αρχίζει να σειέται η γης, αρχίζουν τα γουρούνια να χορεύουν, αρχίζει κι ο παπάς να χοροπηδάει μέσα στα βάτα. Μπλέκει τα γένια στα βάτα κι αρχίζει να ουρλιέται ο παπάς!

«Σταμάτα, βλογημένε, σταμάτα θα με πεθάνεις!»

«Άμα δε με δώσεις την παπαδοπούλα να την παντρευτώ δε σταματάω».

«Θα στη δώσω, βλογημένε. Σταμάτα»!

«Θα έχουμε αρραβώνες την Κυριακή;»

«Θα έχουμε».

Ξεμπέρδεψε τα γένια του παπά και τον χαιρέτησε.

«Την Κυριακή θα ‘ρθω με τον αδερφό μου, παπά, να δώσουμε λόγο».

«Γνωστικέ, θα αρραβωνιάσω την κόρη του παπά. Θα πάμε να κλείσουμε την Κυριακή».

«Βρε, σε σένα θα δώσει ο παπάς τη θυγατέρα του;»

«Θα μου τη δώσει σ’ λέω».

«Κοίτα, θα έρθω, αλλά εκεί που θα πάμε δε θα λες ό,τι σε κατεβαίνει στο κεφάλι. Θα λες στρόγγυλες κουβέντες. Κατάλαβες; Στρόγγυλες. Κι ούτε θα αρχίσεις να τρως και δε θα σταματάς. Μόλις θα σε σκουντήξω θα σταματήσεις. Εντάξει;»

«Εντάξει».

Βάζει η παπαδιά τραπέζι, περνάει μια γάτα κάτω από το τραπέζι, τον σκουντάει, σταμάτησε να τρώει ο παλαβός.

«Βρε, φάε!

«Όχι».

«Γιατί δεν τρώει ο γαμπρός;»

«Ούτε τρώει ούτε μιλάει ο γαμπρός».

Ακούνητος ο γαμπρός.

«Μίλα, γαμπρέ!»

«Τηγάνι, κατσαρόλα, ταψί, κιούπι, στέρνα…»

Είδαν κι απόειδαν οι άνθρωποι τους έβαλαν να κοιμηθούν.

«Πεινάω», λέει στον αδερφό του.

«Βρε αναθεματισμένε, γιατί δεν έτρωγες όλο το βράδυ;»

«Εσύ δε με σκούντηξες;»

«Εγώ, βρε, σε σκούντηξα;»

«Δε με νοιάζει εμένα, εγώ πεινάω. Θέλω να με βρεις φαΐ να φάω».

«Κοίτα, σύρε στην κουζίνα, κάπου είδα πως έχει η παπαδιά γιαούρτι. Πάρε να φας, αλλά ήσυχα. Κοιμάται η παπαδιά με τον παπά εκεί. Κάτσε πρώτα απέξω κι άμα ακούσεις να ροχαλίζουν, έμπα».

Σηκώνεται ο παλαβός, ακούει την παπαδιά να αγκομαχάει. Μεράκλωσε ο παπάς κι είπε να ρίξει ένα χεράκι στην παπαδιά! Βόγκαγε η παπαδιά. «Τη δέρνει ο παπάς, την παπαδιά», σκέφτηκε ο παλαβός. Πέρασε η ώρα «χρου» η παπαδιά, «χρου» ο παπάς, μπαίνει μέσα στην κουζίνα, παίρνει τη γιαούρτι, παίρνει ένα κουτάλι και κάθεται σε ένα σκαμνί. Κοιτάει απέναντι. Η παπαδιά ζεσταίνονταν κι ήταν με τον κώλο έξω. Αρχίζει να τρώει ο παλαβός, «πρατς», «προυτς» η παπαδιά.

«Μη φυσάς», λέει ο παλαβός. «Δεν είναι κουρκούτι, γιαούρτι είναι». «Να»! Και ρίχνει μια κουταλιά στον κώλο της παπαδιάς. «Α, σ’ άρεσε; Μία εγώ, μία εσύ, μία εγώ, μία εσύ»!

Αφού χόρτασε, πάει στον αδερφό του.

«Θέλω και να κατουρήσω».

«Τώρα βρήκες;»

«Τώρα θέλω».

«Θα πας στην αυλή, αλλά όχι δεξιά, γιατί εκεί είναι ένα μελίσσι, αριστερά θα κάνεις. Κατάλαβες;»

«Κατάλαβα».

Βγαίνει έξω, πάει δεξιά. Βγάζει το «μαραφέτι» του να κατουρήσει το μακέλεψαν οι μέλισσες! Αρχίζει να ουρλιάζει και πάει στον αδερφό του.

«Τι να κάνω;»

«Θα πας να βρεις το κιούπι με το μέλι στην κουζίνα και θα αλείψεις την κοκόνα σου με λίγο μέλι και θα σε παγαδιάσει ο πόνος».

Πάει στην κουζίνα, βουτάει το μέλι, αρπάζει το «μαραφέτι» του και το χώνει μέσα στο κιούπι. Πρήζεται η «αηδόνα» του, παιδεύεται να τη βγάλει, τίποτα! Πάει στον αδερφό του.

«Στούπωσε».

«Βρε, θεοπάλαβε, τι έκανες; Πήγαινε έχουν μια πέτρα μέσα στην κουζίνα, τράβα ‘κει και βάρα την, μπα και σπάσει το κιούπι για να τη βγάλεις έξω!»

Πάει στην κουζίνα ο παλαβός, βλέπει το κεφάλι του παπά, το περνάει για την πέτρα, γκάπα – γκούπα τον ξέρανε τον παπά.

Αρπάζει ο παπάς την παπαδιά και τη ρημάζει στο ξύλο, γιατί νόμισε πως αυτή τον χτυπούσε.

«Όχι, παπά μου, δε ματαχέζομαι! Όχι, παπά μου δε ματαχέζομαι!», αρχίζει να ουρλιάζει κι η παπαδιά που όπως ήταν πασαλειμμένη με τη γιαούρτι του παλαβού νόμισε πως τα ‘κανε πάνω της κι ο παπάς την έδερνε γι’ αυτό!

Ξυπνάει κι η παπαδοπούλα απ’ τις φωνές, αρχίζει να ρεκάζει, «θα μας πλακώσουν στο ξύλο», σκέφτεται ο γνωστικός.  Αρπάζει τον αδερφό του να φύγουν γρήγορα, δεν προλαβαίνει να μαζέψει τα παντελόνια του ο παλαβός κι ορμάει το γουρούνι της παπαδιάς και του δακώνει τη «ρουφιάνα» του, αρπάζει κι αυτός το γουρούνι παραμάσχαλα κι άρχισε να τρέχει. Κι έζησαν αυτοί καλά και ‘μεις καλύτερα»!

 

 

19,755 total views, 3 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Pedro Juan Gutiérrez : O Μπουκόφσκι της Καραϊβικής

Ο  Pedro Juan Gutiérrez γεννήθηκε στην Κούβα το 1950. Έκανε διάφορα επαγγέλματα μέχρι να γίνει συγγραφέας, από παγωτατζής και εφημεριδοπώλης...

Close