Ο Παπαδιαμάντης και τα ξένα ήθη, του Παντελή Λιάκα

By  |  0 Comments
«Το έπ’ έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».
Με το έργο του, διεύρυνε την ηθογραφία στον ελλαδικό χώρο, και δίκαια θεωρείται σήμερα εκπρόσωπος του ηθογραφικού ρεαλισμού στην Ελλάδα. Οι εμπνεύσεις του, τροφοδοτούμενες από ένα απόθεμα μνήμης, διαποτίζονται από τον ποιητικό οίστρο, και τη μαγεία του λόγου. Του άρεσε να ζει στον δικό του εσωτερικό κόσμο, και να ζητά την πνευματική ανακούφιση, ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματα και τα πεζογραφήματά του. Τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του με ρεαλιστικό και απαράμιλλο τρόπο.
Οι ήρωές του, απλοί, ταπεινοί, γραφικοί, βασανισμένοι, γίνονται οι πυρήνες των δραματικών συγκρούσεών τους με τη ζωή. Η καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί, διαπνέεται από τον κραδασμό και τη θέρμη του πλέον ευσυγκίνητου ανθρωπισμού. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου την απλοποίησε, βάζοντας περισσότερο λαϊκά στοιχεία. Λίγο πριν το θάνατό του, έγραψε πολλά διηγήματα στη δημοτική.
Το έργο του, δεν περιορίζεται στην περιγραφική αποτύπωση της εποχής, αλλά εισχωρεί στο δράμα της ανθρώπινης ψυχής. Οι εικόνες του, έχουν την ίδια ζωγραφική γοητεία, είτε αναφέρονται στο Αιγαίο, είτε σε κάποια φτωχογειτονιά της Αθήνας. Εκεί,  προσθέτει την πνοή της λυρικής του έξαρσης, ενσταλάζει το βυζαντινό μυστικισμό του, και αποθέτει την τρυφερότητα της χριστιανικής του αγάπης.
Ο Παπαδιαμάντης θεωρούσε κίνδυνο για την ελληνική κοινωνία τον μιμητισμό, την ξενομανία και τον δυτικό τρόπο σκέψης και ζωής, “το να χάσκη τις προς τα ξένα”. Έτσι παρατηρεί, με βαθύ πόνο, την αλλοίωση των ηθών, τη χαλάρωση της ορθοδόξου πίστεως του λαού, την παραχάραξη της πλούσιας και ωραίας Ελληνικής γλώσσας.
“κηρύττεται πλέον φανερά η αγραμματωσύνη, και το ανωφελές του ορθώς γράφειν ή ομιλείν”, ”ώστε κατήντησε να γίνει όλη σχεδόν η γλώσσα νόθον και κίβδηλον κατασκεύασμα”.
Οι Έλληνες αρχίζουν να ακολουθούν, όπως γράφει, “τα της χριστιανικής λατρείας άνευ πίστεως και χρηστού συνειδότος”. Το άηθες, η ηθοφθορία, η ανηθικότητα, και ο μισαδελφισμός αρχίζουν να κυριαρχούν.
Ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν υπέρ της αρχαίας, της εκκλησιαστικής, της καθαρεύουσας και της δημοτικής. Ήταν υπέρ της ελληνικής, σε όλες τις μορφές της, χωρίς παράλληλα να αποστρέφεται τη χρήση ξένων εκφράσεων, π.χ αγγλικών, γαλλικών, ιταλικών, τούρκικων κτλ. Δεν είχε κανένα δισταγμό να χρησιμοποιήσει λέξεις και φράσεις άλλων λαών, διότι τις θεωρούσε μέρος του λαικού μας πολιτισμού. Δεν ήταν βέρος καθαρευουσιάνος, όπως τον κατηγορούσαν πολλοί. Δεν ήθελε μια γλώσσα καθαρή, αλλά μια γλώσσα Ελληνική. Υποστήριζε την αρχαία γλώσσα, αλλά παράλληλα χρειαζόταν και την τροφοδοσία των ξένων γλωσσών, αρκεί αυτό να γίνεται με μέτρο. Ο ίδιος γράφει:
”Όπως έν ζωντανόν σωμα δεν δύναται να ζήση δι’ ενέσεων, τρόπον τινά, από κόνιν αρχαίων σκελετών και μνημείων, άλλο τόσο δεν δύναται να ζήση, ειμή μόνον κακήν και νοσηράν ζωήν, τρεφόμενον με τουρσία και κονσέρβας ευρωπαικάς”.
 Η Ελληνική είναι μια ζωντανή γλώσσα, και έχει επηρεαστεί από τις ξένες γλώσσες, στο πλαίσιο μιας ενιαίας αλληλεπίδρασης ή αλληλεγγύης, όπως την αποκαλεί ο Παπαδιαμάντης.
”Φοβερά είναι του ξενισμού η επίδρασις. Είναι αναγκαιότατον κακόν, το οποίον ποτέ δεν απείργεται. Εάν κλείση τις την θύραν, θα εισέλθη δια των παραθύρων. Εάν κλείση τα παράθυρα, θα εισδύση δια των ρωγμών και των σχισμάδων. Εάν στουπώση τις τάς σχισμάδας, θα εισχωρήσει αοράτως δι’ αυτού του συμπαγούς σώματος της οικοδομής”.
”Υπάρχει και αλλυλεγγύη, επί τέλους. Αδύνατον είναι γλώσσα ζωντανή, σύγχρονος, έχουσα πόθον και αξίωσιν να ζήσει, να μή αισθάνεται βαθείαν την αλληλεγγύην αυτήν. Άλλ΄η γλώσσα η Ελληνική έπρεπε να βλέπη μακράν, ως φάρον παμφαή, την λαμπράν αίγλην της αρχαίαν χωρίς να έχη τέρμα τον φάρον αυτόν. Ο φάρος οδηγεί εις τον λιμένα, δεν είναι αυτός ο λιμήν”.
Ο Παπαδιαμάντης δεν απαιτεί την επιστροφή στην Αρχαία γλώσσα, καθώς δεν είναι αυτός ο λιμένας, αλλά υπέρβαση και προχώρημα πέρα από την Αρχαία. Ως προς την μεγάλη επίδραση των ξένων γλωσσών, αναφέρει:
”Πάλιν τάς γλώσσας τάς νεωτέρας έπρεπε να τάς έχη σύμπλους, χωρίς να ρυμουλκήται από καμμίαν εξ’ αυτών. Διότι ο νεωτερισμός είναι ανάγκη, δεν έπεται ότι πρέπει να το παρακάμνωμεν εις τον νεωτερισμόν. Το ζήτημα δεν είναι πως να εμφορηθώμεν κατά κόρον από ξενισμούς, αλλά πως να φέρωμεν αντίδρασιν, πως να μετριάσωμεν την ανάγκην του ξενισμού. Χαλινου και όχι πτερνιστήρος η οργώσα φύσις έχει ανάγκην”.

Το ελληνικό στοιχείο, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να προτιμάται. Αντίθετα, εάν κάτι ξενικό είναι ευφωνότερο ή κομψότερο -από αισθητικής άποψης- του ελληνικού, τότε πρέπει να αντικαθίσταται:

”Ούτω, όπου ονομασίας καθαρώς νεωτερικάς δεν δυνάμεθα να αποφύγωμεν -οίον ονόματα, φράσεις, τρόπους εκφράσεων- οφείλομεν να τα υιοθετώμεν. Όπου όμως υπάρχει το αντίστοιχον, πολύ, ευφωνότερον και κομψότερον εις την γλώσσαν μας, εκεί πρέπει το ελληνικόν να προτιμάται”.
Ο Παπαδιαμάντης γενικά αποστρεφόταν την βίαιη εισαγωγή ξένων εθίμων στον ελληνικό βίο. Οτιδήποτε δυτικό, δεν είναι απαραίτητα και καλό, και αντίστροφα, οτιδήποτε ελληνικό, δεν είναι απαραίτητα ευτελές. Επίσης, κάτι καινούργιο, δεν είναι πάντοτε καλό, ούτε ένα παλιό είναι απαραίτητα κακό. Ο πιθηκισμός και η υιοθέτηση δυτικών προτύπων, χωρίς σύνεση, είναι κατακριτέα σε κάθε περίπτωση. Αυτά συμβάλλουν στην αλλοίωση και την αλλοτρίωση της προσωπικότητάς μας.
”Δεν έπαυσαν τα άχυρα και τα σκύβαλα του πολιτισμού να μας έρχωνται διαρκώς με την πνοήν των ανέμων. Όλοι οι αργέσται και οι ζέφυροι και οι ιάπυγες μας φέρνουν τ’ απορρίμματα, τα καθάρματα των δογμάτων και των θεωριών, των μεθόδων και των τρόπων, των ηθών και των έξεων, από την Εσπερίαν”.
Ο Παπαδιαμάντης είχε κατηγορηθεί, ως άνθρωπος παραγκωνισμένος από τα δρώμενα του τόπου του. Ένας απολίτικος, που δεν τον ένοιαζε η μοίρα της χώρας του. Αντίθετα, ήταν ένας άνθρωπος με βαθιά πολιτική βούληση, και επαγρυπνούσε για όλα τα ζητήματα της πατρίδας του.
”Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκλιματισθή εδώ. Να γίνει προστάτης των πατρίων, όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μην περιφρονεί αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μην νοθεύονται τα θρησκευτικά και οικογενειακά έθιμα. Να καλλιεργθηθή η σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εις την λατρείαν, εις την διακόμησιν των ναών, την μουσικήν και την ζωγραφικήν. Να μή μιμώμεθα πότε τους Παπιστάς και πότε τους Προτεστάντας. Να μην χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια”.
Ο ορίζοντας της τέχνης του Παπαδιαμάντη, είναι ταυτόσημος με εκείνον της παράδοσης. Η παράδοση είναι βίωμα για τον συγγραφέα, καθώς εκείνος έζησε στους κόλπους της μικρής σκιαθίτικης κοινωνίας, η οποία σε όλες τις εκδηλώσεις της, ήταν ταυτισμένη με την εκκλησία. Στρέφει, λοιπόν, την τέχνη του προς την γενέθλια κοινότητα, αναζητώντας, μέσω της λογοτεχνίας, την ένωση με το βιωματικό υπόστρωμα της παράδοσης. Η πυξίδα του Σκιαθίτη, είναι σταθερά προσανατολισμένη προς Ανατολάς, προς την κοινότητα-Εκκλησία. Αυτή είναι η ταυτότητά του, κι αυτήν αποκαλεί γένος.
Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα των λόγων του Παπαδιαμάντη, που υπερασπίζονται τον ελληνικό χορό, και την ελληνική μουσική (ως συνέχεια της αρχαίας και βυζαντινής μας παράδοσης). Με άλλα λόγια κατακρίνει τον μοντερνισμό της τότε εποχής, και τη ροπή των ανθρώπων προς το δυτικό.
”Διατί τότε απορρίπτουσι τον εντόπιον, τον εν κύκλω και γραφικότητι και πλαστικότητι σωμάτων χορόν, και ασπάζονται τον ξενικόν, τον κατά ζεύγη;
Απλούστατα. διότι τους αρέσει ο πολιτισμός των Εσπερίων, και μόνον προς το θεαθήναι επιτηδεύονται ότι είναι θαυμασταί δήθεν του αρχαίου περικαλλούς κόσμου”.

”Όπως δεν ασπάζονται τον εθνικόν χορόν, ίσως διότι δεν είναι αρκετά συγχρωτιστικός των μελών, ούτω απορρίπτουσι και την Εθνικήν μουσικήν, επειδή δεν είναι αρκετά γαργαλιστική των ώτων”.
Δριμύ κατηγορώ εξαπέλυσε, επιπλέον, κατά της πλουτοκρατίας, η οποία κατάφερε να διαφθείρει τις ζωές και τον ψυχισμό των ανθρώπων. Η εισβολή των ανθρώπων του πλούτου, δημιούργησε αναταραχές στις διεθνείς οικονομίες, με αποτέλεσμα να χαθούν και να αναγεννηθούν, εν μια νυκτί, πολλές πόλεις στο κυνήγι του πλούτου. Ο πλούτος γέννησε την αδικία, και διέλυσε την τιμιότητα και την αγαθότητα της ψυχής. Μετά από αυτά, αναδύθηκε ένα σύνολο αλυσιδωτών προβλημάτων:
”Η Πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αυτή τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνική σαπηδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς”.
Η Δύση μας οδήγησε σε άλλες κατευθύνσεις, και δεν μας άφησε να διαμορφώσουμε μια ανατολική πολιτική -έστω κι αν o πολιτικός μας στόχος ήταν η Ανατολή. Γι᾿ αυτό τον λόγο, ο Παπαδιαμάντης κατακρίνει την τρέχουσα πολιτική, και τις εκφάνσεις του πολιτικού και κοινωνικού βίου της εποχής του, που διαμορφώθηκαν κάτω από το δυτικό πρίσμα ξενομανίας.
”Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;”
Ο απλός λαός αγωνιζόταν για να γίνει μικρός, ενώ ιστορικά η αποστολή του ήταν να γίνει μεγάλος. Εντούτοις, 16 μήνες μετά τον θάνατό του, η Ελλάδα διπλασιάσθηκε εδαφικά, και δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, τριπλασιάστηκε. Μια αύξηση στρατιωτικής φύσεως, και όχι πολιτικής -όπως ήθελε ο Παπαδιαμάντης- που είχε ως αποτέλεσμα  τον ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας στις ακτές της Ιωνίας και του Σαγγαρίου. Ο αγώνας στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν ήταν αγώνας απόσπασης εδαφών, αλλά αγώνας συνέχισης της κληρονομιάς του Βυζαντίου, με τους Έλληνες ως μόνους φυσικούς κληρονόμους. Μια Παπαδιαμαντική οπτική, που περιείχε όλους τους λαούς της χριστιανοσύνης των Βαλκανίων και της Ανατολής. Εκεί οι Έλληνες αποτελούν την ζύμη όλων αυτών των λαών. Ο Παπαδιαμάντης αγωνίστηκε για μια πορεία προς την Ανατολή, προς το φως που θα φωτίσει το ξέφραγο αμπέλι που είμαστε. Ωστόσο, φοβόταν τη Δύση για τις μικρές αξίες που έφερε στον ελληνικό κόσμο. Το αποτέλεσμα αυτής, ήταν η επικράτηση του φιλοχρήματου και μικρόψυχου αστού.
Ο γραικυλισμός, ο αθεϊσμός, ο μηδενισμός, η διαφθορά, η φιλοχρηματία, η φιλοσαρκία και η φιλοδοξία, που έχουν επικρατήσει, αντιμάχονται φωνές ισχυρές και αγνές, όπως του Παπαδιαμάντη. Το έργο του, αιώνια θα παραμείνει αγέραστο, για να τους θυμίζει την αντίθετη πορεία που πρέπει να ακολουθήσει το Ελληνικό γένος.
.

ΠΗΓΕΣ
”Η Πολιτική σκέψη του Παπαδιαμάντη”, Σαράντος Καργάκος
”Ποιήματα και άλλα Κείμενα”, Επιμέλεια Ν.Δ Τριανταφυλλόπουλος
“Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: αυτοβιογραφούμενος”, Επιμέλεια Μουλλάς Παναγιώτης

118,089 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα, του Δημήτρη Μαραντίδη

“Marley was dead as a door-nail.” Έτσι ξεκινάει περίπου το διήγημα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα (Α Christmas Carol), γιατί ο Μάρλει είχε πεθάνει και...

Close