Paul de Man: το σκάνδαλο μιας αποκάλυψης, του Βασίλη Καγιά

By  |  0 Comments

«Μια σκιά πλανιέται πάνω από το Yale», μια σκιά με αβάσταχτο βάρος που προκάλεσε την εκταφή και επαναξιολόγηση μιας επαγγελματικής υπόστασης και την αναζωπύρωση μιας πυρετώδους ακαδημαϊκής συζήτησης.

Βρισκόμαστε στο 1987. Ένας Βέλγος σπουδαστής, ο Ortwin de Graef, επιφορτισμένος με την έρευνα για την πρώιμη ζωή και το έργο του Paul de Man, ανακαλύπτει περίπου 170 άρθρα με την υπογραφή του συμπατριώτη του ακαδημαϊκού, γραμμένα από το 1940 μέχρι το 1942, περίοδο κατά την οποία το Βέλγιο τελούσε υπό γερμανική κατοχή. Τα άρθρα ήταν δημοσιευμένα, κατά κύριο λόγο, στη Le Soir, τότε μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα του Βελγίου, και τη Het Vlaamsche Land –έντυπα τα οποία αμφότερα τότε ήταν υπό γερμανικό, ναζιστικό, έλεγχο. Η κατηγορία δεν άργησε να εκτοξευθεί: ο Paul de Man ήταν συνεργάτης των Γερμανών.

Το ακαδημαϊκό κύρος και η φήμη του de Man, οποίος είχε αποβιώσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα, το 1984, ήταν τέτοια που προκλήθηκε σκάνδαλο. Εκ των θεμελιωτών του αποδομισμού, της λογοτεχνικής θεωρίας που κυριάρχησε στα ακαδημαϊκά δρώμενα ολόκληρου του ’60 και τις αρχές του ’70, ένας από τους πιο επιδραστικούς κριτικούς της εποχής του, ο πιο αξιοσημείωτος καθηγητής της πιο αξιοσημείωτης λογοτεχνικής σχολής, αυτής του Yale, σημείο αναφοράς για φοιτητές και συναδέλφους, κατηγορούνταν, έστω και μετά θάνατον, για συνεργασία με το απεχθέστερο πολιτικό καθεστώς που γνώρισε η ιστορία.

Η κύρια κατεύθυνση των συγκεκριμένων άρθρων, αντίθετα μ’ ό,τι έχει επικρατήσει, ακόμα και μετά τη συλλογική τους έκδοση, είναι πολύ περισσότερο λογοτεχνική και λιγότερο πολιτική –κατά βάση αποτελούνται από ουδέτερες κριτικές και χρονογραφήματα. Ανάμεσα σ’ αυτά, όμως, πέρα από ενδείξεις σπουδαίας κριτικής ικανότητας και σπάνιας ευφυίας, βλέπει κανείς τη γερμανική εισβολή να χαρακτηρίζεται «επανάσταση που αποσκοπούσε στην εκ νέου οργάνωση της Ευρώπης κατά ένα δικαιότερο τρόπο», το Χίτλερ να ταυτίζεται με το γερμανικό πνεύμα, το φροϋδισμό να απορρίπτεται ως «επακόλουθο της εβραϊκής παρακμής», τον ευρωπαϊκό πολιτισμό να εξαρτάται από «τους ανθρώπους που βρίσκονται στο κέντρο του [τους Γερμανούς]». Παράλληλα, το άρθρο με τίτλο The Jews in Contemporary Literature, για το οποίο έχει γίνει ο περισσότερος λόγος ως το πιο πρόδηλα αντισημιτικό, απορρίπτει την προσφορά των Εβραίων συγγραφέων στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και αναφέρει πως ένας πολιτιστικός αποκλεισμός τους δε θα στερούσε πολλά από την Ευρώπη «παρά μόνο την απώλεια μερικών μετρίου αναστήματος προσωπικοτήτων».

Ο θόρυβος της αποκάλυψης ήταν εκκωφαντικός. Ο Paul de Man, πέραν της επαγγελματικής του επιτυχίας, έχοντας αφήσει πίσω του την Ευρώπη του Χίτλερ και περνώντας, στην Αμερική πια, από το περιθώριο της αφάνειας στο κέντρο της ακαδημαϊκής σκηνής, προσωποποιούσε την υπόσταση του αμερικανικού ονείρου. Η ζωή του άρχισε να ερευνάται μέχρι σημείο κιτρινισμού. Οτιδήποτε μπορούσε να φθείρει την ηθική του υπόσταση δημοσιεύονταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Το έργο του, από εκείνο το σημείο κι έπειτα, δε θα διαβάζονταν ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο: κάθε ανάγνωση που ακολούθησε της αποκάλυψης θα συνίστατο, τουλάχιστον εν μέρει, στην ανακάλυψη στοιχείων που το συνέδεαν με τη νεανική πολιτική του επιλογή. Αν ήταν ένας από τους κύριους πρεσβευτές της γνωστότερης φράσης του Jacques Derrida πως «δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο», η ανακάλυψη της επιλογής του κατέστησε έναν εξωκειμενικό παράγοντα, τις συνθήκες γραφής και το περιεχόμενο των άρθρων εκείνων, βασικό εργαλείο ανάγνωσης ολόκληρου του έργου του.

Οι σφοδρές κατηγορίες, βέβαια, λίγο έδειχναν να αναλογίζονται το ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου κινούνταν εκείνη την εποχή ο de Man. Όντας παρόν σε μία κρίσιμη πολιτική –και πολεμική, κυρίως- συγκυρία, 22 χρονών και ασχημάτιστος ακόμα πνευματικά, δίχως να έχει αυτονομηθεί από την πρακτική και πνευματική κηδεμονία του θείου του, ο οποίος αποτέλεσε χρόνιο υποστηρικτή του Χίτλερ και των εθνικοσοσιαλιστικών ιδεών, είναι απροσδιόριστο, και παραμένει πάντα υπό εξέταση, κατά πόσο οι νεανικές ιδέες επηρέασαν το ώριμο έργο του. Είναι γεγονός, πάντως, πως η στάση του ίδιου του κατά τη διάρκεια της ζωής του ενίσχυσε το αρνητικό ως προς αυτόν κλίμα: κάθε φορά που ρωτούνταν για τη ζωή του κατά τη διάρκεια του πολέμου, αν δεν επέλεγε μια ένοχη σιωπή, απαντούσε αόριστα είτε πως δούλευε σα μεταφραστής στο Λονδίνο είτε πως σπούδαζε στο Παρίσι ή συμμετείχε στη γαλλική αντίσταση.

Κι ήταν αυτή η σιωπή του de Man, η φαινομενική –τουλάχιστον- αδιαλλαξία να συμβιβαστεί με το παρελθόν του, που, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, πυροδότησε τη φλογισμένη συζήτηση που ακολούθησε: ο αποδομισμός επανήλθε στο προσκήνιο, όχι ως λογοτεχνική θεωρία, αλλά αναφορικά με τις –φύσει σκιώδεις- προεκτάσεις του στην πολιτική και ιστορική σκέψη. Ήταν η θεωρία του de Man σχετικά με τον αποδομισμό, η πάγια πεποίθησή του πως οφείλει κανείς να αποκλείει την πρακτική και ιστορική υπόσταση του συγγραφέα  από το πλαίσιο ερμηνείας ενός κειμένου, ένας τρόπος συμβιβασμού με το ανομολόγητο παρελθόν του; Υπήρχε ένα αόρατο νήμα που συνέδεε το διάσημο αφορισμό του, που αναφέρει πως «αν η απαίτηση του γνωρίζω είναι μια αδικαιολόγητη ολοκληροποίηση της απαίτησης του νιώθω και του αντιλαμβάνομαι, δεν μπορούμε να ξέρουμε τι σημαίνει καλό/κακό», μια προσπάθεια αποποίησης των ευθυνών της τότε πολιτικής επιλογής του; Κάθε λέξη του de Man εξετάστηκε εξονυχιστικά εγείροντας ανάλογα ερωτήματα.

Σε πολλές περιπτώσεις, βέβαια, τα ερωτήματα είχαν τη μορφή όχι απλά κατηγοριών, αλλά τελεσίδικα καταδικαστικών αποφάσεων. Πέρα από τη γκρίζα ζώνη της ακαδημαϊκής ουδετερότητας, υποθέσεις έρευνας που χρειαζόταν ογκώδεις και εκτενείς αναλύσεις, όπως το μέγεθος του ψυχολογικού αποτυπώματος που άφησε στον de Man η ιστορία εκείνης της αρθρογραφίας μαζί με το βάρος της αποσιωποίησής της, ή ο τρόπος που άγγιζε ο αποδομισμός θεωρίες πέρα των αυστηρά λογοτεχνικών, για τις ανάγκες των επιθέσεων, σε μια αποθέωση ενός απολυταρχικού ηθικισμού, θεωρήθηκαν αυταπόδεικτες. Η συζήτηση πολλές φορές εκτραχύνθηκε από το πεδίο των ιδεών σε αυτό της στείρας προσωπικής σύγκρουσης –ενίοτε ως έτερος πόλος της διαμάχης επιλέγονταν το πρόσωπο του ήδη από χρόνια νεκρού de Man.

Σήμερα, με διάθεση περισσότερο ψύχραιμη και μεγαλύτερο αριθμό διαθέσιμων δεδομένων, η απόρριψη αναγνωστικών συμπερασμάτων με στόχους προκαθορισμένους, όσο κι αν μοιάζει καθήκον πρωτίστως ακαδημαϊκό, αποτελεί αναγκαία συνθηκη για την ορθή αποτίμηση ενός έργου –πόσο μάλλον ενός έργου με πλήθος διαφορετικών διαστάσεων όπως αυτό του Paul de Man.

78,294 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού…”

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλονίτες. Εντάχθηκε στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών,...

Close