Πρoδημοσίευση: «Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης» του Μάνου Κοντολέων, εκδόσεις Πατάκη

By  |  0 Comments

(απόσπασμα)

Να ζεις με όνειρο και φαντασία

Τριγυρνούσα μέσα στο μεγάλο σπίτι.

Ένα κουτάβι θέλει όλα να τα γνωρίζει. Ανακαλύπτει τα μυστικά των μυρωδιών.

Κάθε σπιτικό έχει τη δική του μυρωδιά.

Αναζητούσα να γνωρίσω αυτή που χαρακτήριζε το δικό μου σπίτι. Το σπίτι του άντρα που με είχε υιοθετήσει.

Ολοζώντανο αρχοντικό θα ήταν στις μέρες του. Κάποτε. Μα τώρα πια μια ξεπεσμένη αρχοντιά κυκλοφορούσε μέσα στα δωμάτια που σπάνια ανοίγανε τα παράθυρά τους να τα φωτίσει ο ήλιος, στα κελάρια που αράχνες πλέκανε τα δίχτυα τους ανάμεσα στα δοκάρια που κάποτε από εκεί θα κρεμιόντουσαν παστά χοιρινά και πλεξίδες με σκόρδα.

Πέρα από την κουζίνα, όπου πάντα υπήρχε ένα τσουκάλι να βράζουν μέσα του κολοκύθια, μπιζέλια και ίσως μια όρνιθα ή τρία τέσσερα πιτσούνια, πέρα και από το πλυσταριό όπου κάθε δεκαπέντε μέρες η μικρανιψιά γέμιζε με βραστό νερό και αλισίβα το καζάνι της μπουγάδας, το μόνο δωμάτιο που είχε ζωή και κάθε φορά μια νέα οσμή να με ξεσηκώνει ήταν η κάμαρα του άρχοντα.

Έπιπλα λίγα. Ένα τραπέζι, τρεις καρέκλες, μια πολυθρόνα… Ένα ντιβάνι και δίπλα του το χαλάκι που κοιμόμουνα.

Κι ολόγυρα αυτά που είχαν τις πιο έντονες μυρωδιές. Τα βιβλία.

Κάθε βιβλίο διαφορετικά μύριζε από τα άλλα. Γιατί το καθένα άλλα χέρια το είχαν πριν από χρόνια ξεφυλλίσει, στο καθένα άλλοι ήρωες ζούσανε μέσα στις σελίδες του.

Μα όλα είχαν ποτιστεί από το χνώτο του αφέντη μου.

Όλα είχαν κάτι κοινό – το ίδιο όνειρο θέλανε να κάνουνε αλήθεια.

Βιβλία με ιπποτικές ιστορίες!

Με πράξεις ηρωικές, με έρωτες να συγκλονίζουν, με ιππότες να αψηφούνε τον θάνατο.

Αχ, όλα περιγράφανε έναν κόσμο…

Έναν κόσμο που είχε χαθεί… Ή μπορεί και ποτέ να μην είχε υπάρξει.

* * *

Ο κύρης του σπιτιού από την ώρα που ξύπναγε –αχάραγα ακόμα– μέχρι το βράδυ αργά –οι κουκουβάγιες μόνο ξαγρυπνούσανε ως εκείνη την ώρα– πάντα βυθισμένος σε ένα βιβλίο ήτανε.

Ξεφύλλιζε τις σελίδες και του άρεσε να απαγγέλλει με σιγανή φωνή όσα διάβαζε με τα μάτια του.

«Ακούω όσα αισθάνομαι…» έσκυβε το κεφάλι και μου εξηγούσε. «Όσα από τα όνειρα αξίζουν τα βλέπω να γίνονται αληθινά…»

Εγώ –εκεί στο χαλάκι μου πάντα– κούναγα την ουρά μου να του δείξω το πόσο με ευχαριστούσε να ακούω τις όμορφες ιστορίες που ήταν γραμμένες μέσα στα βιβλία εκείνα.

Ιστορίες που μιλούσαν για γενναίους ιππότες, για πανέμορφες αρχόντισσες, για κάστρα χτισμένα σε ψηλά βουνά, για καράβια που αρμενίζανε σε αγριεμένα πελάγη.

Και η πιο αγαπημένη μου, αυτή που ποτέ μου δε χόρταινα να την ακούω; Ε, ποια άλλη από κείνη που μιλούσε για το ευγενικό παλικάρι, το συνονόματό μου, και την καλή του. Τον Τριστάνο και την Ιζόλδη.

Αν δεν ήμουνα σκύλος, αλλά άνθρωπος, σίγουρα θα βούρκωνα με τα όσα οι δυο ερωτευμένοι νέοι είχαν γνωρίσει.

Μα ήταν κι άλλες οι καθημερινές χαρές μου.

Ο άντρας που στα πόδια του εγώ ξάπλωνα άλλοτε με έβλεπε σαν ένα γρήγορο κυνηγόσκυλο, άλλοτε σαν ατρόμητο σκυλί που έσωζε τη ζωή ενός παιδιού από τα σαγόνια αρκούδας, άλλοτε πάλι με κράταγε στην αγκαλιά του απαλά, ίδιο λες πως είχα γίνει με σκυλάκι συντροφιάς. Κι άλλοτε, πάλι, έσκυβε και μου έξυνε τα αυτιά και μου πρότεινε – «Λοιπόν, Τριστάνο, τι λες; Είσαι για μια βόλτα μέχρι το ποταμάκι;».

Τέτοιες οι δικές μου οι χαρές – από βιβλίο σε βιβλίο μπαινόβγαινα και το φανταστικό δίπλα στεκότανε στην αλήθεια.

Ας είναι…

Πάντως, όλες εκείνες οι ιστορίες μού μαθαίνανε όμορφες λέξεις – αρχοντιά, περηφάνια, αξιοπρέπεια. Ναι, ήταν ιστορίες που μου γνωρίζανε μεγάλα συναισθήματα – έρωτα και αγάπη, πίστη και αφοσίωση, φιλευσπλαχνία και αλτρουισμό.

«Όλα όσα χαρακτηρίζανε μια εποχή άλλη… Εποχή περασμένη…» άκουγα τον κύρη μου να μου εξηγεί και να αναστενάζει.

Σχεδόν κάθε μέρα, όλο και κάποιος περαστικός πραματευτής περνούσε από το παλιό αρχοντικό και είχε ένα ακόμα βιβλίο να προτείνει στον αφέντη να αγοράσει.

Και εκείνος μήτε την τιμή ρώταγε μήτε κι έκανε δεύτερη σκέψη.

Το αγόραζε.

Και η οικονόμος γκρίνιαζε και του παραπονιότανε.

«Σε λίγο μήτε για να φάμε θα υπάρχουν χρήματα, μήτε και για να ζεσταθούμε…»

Μα ο κύρης λες και δεν την άκουγε.

Μέρα τη μέρα ολοένα και η ματιά του γινότανε σαν ταξιδιάρικο πουλί που φτερούγαγε σε ελεύθερους ουρανούς.

Τα ζήλευα τα πουλιά. Πλάσματα που μπορούν να δούνε τον κόσμο που υπάρχει από την άλλη πλευρά των βουνών, να φτάσουν στις απέναντι ακρογιαλιές της θάλασσας.

Μα αν εγώ λαχτάραγα να ήμουν πουλί για να κάνω τις επιθυμίες μου αλήθειες, ο κύρης μου άλλο λαχτάραγε.

«Δεν πάει άλλο, Τριστάνο μου!» κάποιο χάραμα που τον είχε βρει ξάγρυπνο, έσκυψε και μου ψιθύρισε στο αυτί. «Το πήρα απόφαση!… Κάποιος πρέπει να το τολμήσει!» αναστέναξε.

Την είχε πάρει την απόφασή του!

Θα έδειχνε στον κόσμο τι σημαίνει να ζεις με όνειρο και φαντασία.

Θα έδειχνε στους άλλους τι σημαίνει να ζεις όπως ο Δον Κιχώτης. 

 

 

 

 

 

manos_kontoleon_pic

 

Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, μικρές ιστορίες και παραμύθια. Παράλληλα ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας. Συνεργάτης περιοδικών, εφημερίδων καθώς και του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Έργα του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία, στη Γερμανία και στην Ταϋλάνδη. Έχει τιμηθεί δύο φορές με Κρατικό Βραβείο, έχει πολλές φορές βραβευτεί από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και το 2002 ήταν υποψήφιος για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν.

Υπήρξε για χρόνια αντιπρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Unicef, όπως και κατά καιρούς μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων, των επιτροπών Ελληνικών Κρατικών Βραβείων και του Περιοδικού Διαβάζω και Πρόεδρος των Επιτροπών Κρατικών Βραβείων Παιδικής / Νεανικής Λογοτεχνίας και Εικονογράφησης της Κύπρου.

 

 

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
ΦΑΚΕΛΟΣ: Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό: Η Pavlína Šípová για την ελληνική λογοτεχνία στην Τσεχία

Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό. Στο πλαίσιο της διερεύνησης της εξωστρέφειας ή εσωστρέφειας της Ελληνικής λογοτεχνίας, το Literature.gr εγκαινιάζει μια...

Close