Το χρονικό μιας αυτοθέλητης εξόδου, της Τέσυ Μπάιλα

By  |  0 Comments

Έγειρε γλυκά και αποκοιμήθηκε. Στα βουρκωμένα λιμανίσια νερά. Στη μόνη σίγουρη αγκαλιά. Στράφηκε προς τη θάλασσα για να βρει τη γαλήνη σε μια αυτοθέλητη έξοδο. Όχι, η πράξη του δεν ήταν μια πράξη διαμαρτυρίας απέναντι σε όσα τραγικά συνέβαιναν ολόγυρά του τόσα χρόνια. Ούτε μια πράξη απελπισίας. Ήταν απλώς μια πράξη ανάγκης. Της ανάγκης να ορίσει μόνο του το δικό του τέλος. Το τέλος μιας ολόκληρης εποχής σε ετούτο το λιμάνι.

Από καιρό αναπολούσε τις πρώτες στιγμές που ενώθηκε με το υγρό θαλασσινό κορμί. Πόσα χρόνια να πέρασαν, αλήθεια; Ποτέ του δε σκέφτηκε να τα μετρήσει. Ευτυχισμένο, του αρκούσε να γεύεται τη θάλασσα, να δροσίζεται στα γαλανά νερά, να ενώνει κόσμους, να χαιρετά τους γέρους νησιώτες που ζουν απομονωμένοι και το περίμεναν να φανεί στο έμπα του λιμανιού τους, τα παιδιά που περίμεναν να φύγει για να παίξουν στην παραλία με τα απόνερά του, να βλέπει τους ασημόγλαρους και τα δελφίνια να το συνοδεύουν, να ακούει τις ευχές για καλοτάξιδα νερά στο πέρασμά του, να βλέπει τους ερωτευμένους τουρίστες να αδημονούν να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα στον προορισμό τους. Ακούραστο συνέχιζε τα ταξίδια του επί χρόνια, χωρίς ανάσα, ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, τότε που ο κόσμος γέμιζε τα σαλόνια του και εκείνο, χωρίς σταματημό, κυμάτιζε νυχθημερόν στον γαλάζιο ορίζοντα.

Είχε μάθει να ξεχωρίζει τα δάκρυα της χαράς από εκείνα των αποχωρισμών. Τον πόνο του φευγιού από την προσμονή της επιστροφής, τα παιδικά γέλια και τις φωνές τους, τα τιτιβίσματα της ευτυχίας και τις λυγμικές ανάσες των κυμάτων. Ποτέ του δε φοβήθηκε τη θάλασσα. Γελούσε στις φουρτούνες, χάζευε τους ανθρώπους να σπαράζουν από τη ναυτία που ένιωθαν μέσα στα σωθικά του. Έτσι είναι η θάλασσα, σκεφτόταν και συνέχιζε να καλπάζει στον απτόητο άνεμο.

Κι ύστερα όλα άλλαξαν. Δεν κατάλαβε ποτέ του το πώς και το γιατί. Ένιωσε μόνο εκείνο το χοντρό, θαλασσινό σκοινί να τεντώνεται την ώρα που το έδεσαν στον κάβο. Στην αρχή νόμιζε πως σκέφτηκαν την κούρασή του. Λίγες μέρες θα είναι μόνο, συλλογίστηκε και ακούμπησε στον προλιμένα με εμπιστοσύνη. Οι μέρες περνούσαν όμως και τίποτα δεν άλλαζε. Έγιναν μήνες και οι μήνες μετατράπηκαν σε χρόνια. Κάθε πρωί άκουγε τους λιμανίσιους θορύβους με χαρά, ελπίζοντας ότι σύντομα θα το πλησιάσουν ξανά οι λιμενικοί, θα δώσουν άδεια στον καπετάνιο να σαλπάρουν. Μάταια. Το χοντρό σκοινί είχε πια στεγνώσει. Έτριζε σε κάθε φύσημα του ανέμου. Νόμιζε πως θα σπάσει κάθε φορά που το  ένιωθε να σπαρταρά τεντωμένο, σφιχτά δεμένο στη σάρκα του. Σαδιστική υπενθύμιση πως το ταξίδι δε θα ξανάρχιζε ποτέ.

Με τον καιρό άρχισε να νιώθει τα ύφαλά του να σαπίζουν. Η θάλασσα τριβόταν πάνω τους και τα καταβρόχθιζε. Αργά αργά, αλλά εκείνο ένιωθε την υγρασία όλο και πιο πολύ να εισχωρεί μέσα του. Ήταν σίγουρο ότι κάποιοι θα έβλεπαν την κατάστασή του και θα ενδιαφέρονταν. Είχε εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Μπορούσε ακόμη να ονειρεύεται την αγνότητα των προθέσεών τους και να πιστεύει με σιγουριά πως όλα σύντομα θα αλλάξουν.

Ένα πρωινό μια έντονη κίνηση του σκοινιού που το κρατούσε δεμένο διέκοψε τη ραστώνη του. Λες και κάποιος ξαφνικά είχε χαλαρώσει επιτέλους το χοντρό σκοινί του κάβου. Αυτό ήταν, σκέφτηκε, επιτέλους θα με λύσουν και θα είμαι πάλι ελεύθερο να βγω στους θαλάσσιους δρόμους. Άρχισε να σκέφτεται τον απτόητο καλπασμό του πάνω στα κύματα, τα ζαφειρένια ακρογιάλια των αλλοτινών προορισμών, τις τρικυμίες και τις μπουνάτσες της θάλασσας, τη γαλανή ελευθερία των οριζόντων, το ταξίδι…

 Άξαφνα μια βαθιά αγωνία το συντάραξε και πάλι. Και αν μετά από τόσο καιρό αιχμαλωσίας είχε ξεχάσει τι έπρεπε να κάνει; Αν δεν κατάφερνε να καλοζυγιάσει τις κινήσεις του την ώρα που θα έβγαινε από το λιμάνι; Αν έπεφτε πάνω στα βράχια της εξόδου, δίπλα στον προειδοποιητικό φανό του λιμανιού; Εντάξει ο καπτάν Νικόλας ήταν έμπειρος ναυτικός αλλά μήπως κι αυτός θα θυμόταν τώρα πια ποιες ακριβώς οδηγίες θα έπρεπε να δώσει στον ναύτη του;

Ανατρίχιασε και μόνο στη σκέψη. Κοίταξε προς το σκοινί να δει τι ακριβώς συνέβαινε. Δεν υπήρχε πουθενά ο καπτά Νικόλας. Ούτε κανένας λιμενικός φαινόταν να πλησιάζει. Δε φαίνονταν πουθενά επιβάτες, αυτοκίνητα έτοιμα να επιβιβαστούν. Κανείς δε βρισκόταν μπροστά του. Εκτός από μια μικροσκοπική κοπέλα. Ένα κορίτσι. Το πολύ δεκαπέντε χρονών. Τα μελαχρινά της μάτια έμοιαζαν θλιμμένα. Σαν να είχε στάξει από αυτά ένας χείμαρρος φόβου και δύσκολα θα κοιτούσαν ξανά τον κόσμο με σιγουριά. Είχε καθίσει επάνω στον κάβο. Φαίνεται πως εκείνη είχε κουνήσει το σκοινί με τα πόδια της και είχε νιώσει εκείνο το λεπταίσθητο αίσθημα ελευθερίας για μια στιγμή. Το κορίτσι κοιτούσε στο βάθος του ορίζοντα. Τυλιγμένη σε μια γαλάζια μεταξωτή μαντήλα, όμοια με το χρώμα που παίρνει η θάλασσα τις πρώτες ώρες του πρωινού.

«Με λένε Αΐφέ», την άκουσε να λέει σε εκείνη τη δημοσιογράφο που την πλησίασε, κρατώντας ένα τεράστιο μικρόφωνο. Δίπλα της ένας κάμεραμαν έπαιρνε πλάνα.

«Πώς βρέθηκες εδώ, Αΐφέ;» τη ρώτησε η δημοσιογράφος και μια διερμηνέας που πλησίασε τις δυο γυναίκες τη στιγμή μετέφερε τα λόγια της.

«Είμαι τρεις μέρες τώρα πια στον Πειραιά. Άγνωστος τόπος. Ούτε που ήξερα ότι υπήρχε τότε που ζούσα στη Συρία. Ύστερα ήρθε ο πόλεμος. Για χρόνια πολλά. Ανελέητος. Ακατάπαυστος. Σταμάτησα το σχολείο. Ή καλύτερα, το σχολείο μας χάθηκε ύστερα από έναν φοβερό βομβαρδισμό. Μαζί του χάθηκαν κάτω από τα ερείπια όλοι μου οι συμμαθητές. Μόνο ο δάσκαλος γλίτωσε. Τον έβγαλαν από τα χαλάσματα τρεις ημέρες μετά, με ένα λιωμένο πόδι και πιο λιωμένη την ψυχή. Ποτέ δεν κατάφερε να ξεχάσει τις φωνές των παιδιών όταν έπαιζαν χαρούμενα στην αυλή, τους βόγκους τους όταν σπάραζαν κάτω από τα χαλάσματα. Σώθηκα μόνο εγώ. Τυχαία, αφού το τυχαίο παίζει πολύ συχνά σκληρά παιχνίδια. Βρισκόμουν στο σπίτι με τη μάνα μου και το νεογέννητο μωρό μας. Ανήμπορη η λεχώνα ήθελε κάποιον να τη βοηθήσει ώσπου να συνέλθει και δεν υπήρχε άλλος από εμένα.

»Καλύτερα να είχα χαθεί εκείνη την ημέρα μαζί με τους συμμαθητές μου κάτω από τα μπάζα του σχολείου. Γιατί όλα όσα είδα μετά ήταν ακόμη χειρότερα». Η Αΐφέ έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή κι ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε:

«Παιδιά νεκρά πεταμένα στους δρόμους της πόλης. Βομβαρδισμοί και λεηλασίες εκεί όπου πρώτα κατοικούσε η ομορφιά. Άψυχα ξεσκισμένα κορμιά πεταμένα παντού. Πείνα, φόβος, καταστροφή. Αυτές οι λέξεις σημάδεψαν το μυαλό μου και δε θα φύγουν ποτέ από εκεί. Ύστερα ο πατέρας έφυγε. Μάζεψε χρήματα και πλήρωσε έναν διακινητή. Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Θα έμενε λίγο καιρό εκεί να δουλέψει και μετά θα έστελνε χρήματα για να φύγουμε κι εμείς. Κανείς δε μένει σε μια χώρα που σπαράζεται από τον πόλεμο όταν φτάσει η στιγμή και συνειδητοποιήσει πως η ελπίδα έχει πια χαθεί. Δεν είχαμε ούτε να φάμε. Η μάνα είχε γίνει σαν σκελετός. Το μωρό ξεζούμιζε τα κρεμασμένα της βυζιά νύχτα μέρα κι εκείνη λιποθυμούσε κάθε τόσο από την πείνα. Προσπάθησα να βρω κάτι να κάνω. Μια δουλειά. Ίσα ίσα για ένα κομμάτι ψωμί για τη μάνα ή λίγο χυλό…. για το μωρό έστω. Κάτι να ξεγελάσει την πείνα του και να σταματήσει να τσιρίζει σαν τρελό. Μα ποιος να δώσει δουλειά σε ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι και πού να τη βρει μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου;

»Πέρασε καιρός. Ο πατέρας είχε γίνει άφαντος. Νέα του δεν είχαμε. Μια μέρα ήρθε στο σπίτι ο αδελφός του. “Θα  φύγω”, μας είπε. “Θα περάσω απέναντι, έστω και κολυμπώντας”. Η μάνα μου δε μιλούσε. Είχε χάσει το χρώμα της. Αν έφευγε κι εκείνος θα μέναμε ολομόναχες με ένα μωρό μέσα στην κόλαση. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πως είναι να ζεις μέσα στην κόλαση. “Πάρε μας μαζί σου”, πετάχτηκα αποφασισμένη. “Αν μείνουμε εδώ είμαστε χαμένες. Κολύμπι ξέρουμε”.

»Τρεις φορές μπήκαμε σε εκείνη τη βάρκα για να περάσουμε στην απέναντι ακτή. Την πρώτη φορά προσπαθήσαμε να φτάσουμε στη Χίο. Δεν τα καταφέραμε. Νύχτα μέσα στο κρύο, τυλιγμένες με μια κουβέρτα και το μωρό να σκούζει σα δαιμονισμένο από την πείνα και την κακουχία. “Κάμε το να σκάσει για θα το πνίξω μόνος μου”, είπε στη μάνα ο βαρκάρης κι εκείνη έγειρε και το πλάκωσε με το άδειο της στήθος, για να το ξεγελάσει. Νόμιζα πως θα το σκάσει. “Πρόσεχε, καλέ μάνα”, της είπα. “Καλύτερα το δύστυχο να αποθάνει από εμένα παρά από δαύτον”, σιγοψιθύρισε και το σκέπασε με τη μαντήλα της να μην κρυώνει. Κι εκείνο, το δόλιο, ακουμπούσε το χεράκι του πάνω στο άδειο βυζί και καμωνόταν πως έτρωγε. Κάποια στιγμή, αποκαμωμένο, έμενε εκεί ασάλευτο, σαν πεθαμένο. Και τίποτα δεν καταφέραμε. Δεν είχαμε βγει τριακόσια μέτρα από τα τουρκικά νερά και μας βρήκαν οι ελληνικές αρχές και μας γύρισαν πίσω στην Τουρκία. Τη δεύτερη φορά πάλι τα ίδια. Λίγο έλειψε να μας πνίξουν στη μαύρη θάλασσα μα ευτυχώς ένα μεγάλο καράβι μας βρήκε και μας μάζεψε την ώρα που ο μεσάζοντας έσκιζε τη βάρκα με το μαχαίρι του.

»Την τρίτη φορά είχε θάλασσα πολλή. Βγήκαμε στο πέλαγος και έτρεμε το φυλλοκάρδι μας. Γίνεται να μη σαλέψει ο νους του ανθρώπου από το φόβο τούτες τις ώρες; Έβρεχε κι ο ουρανός σαν τρελός. Είχαμε γίνει μούσκεμα ως το κόκκαλο. Πενήντα επτά άνθρωποι μέσα σε μια βάρκα τόση δα, έτοιμη να μπατάρει από το βάρος στα σκοτεινά νερά. Ούτε χιλιοστό δεν υπήρχε να κουνηθούμε. Κατατρεγμένοι, πεινασμένοι, πανικόβλητοι. Κλαίγαμε γοερά κι εγώ κι η μάνα. Και το μωρό είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του θείου. Άχνα δεν έβγαζε το ταλαίπωρο. Δυνάμεις άλλες δεν είχαν πια τα πνευμόνια του. Διακρίναμε στο βάθος μακριά να φαίνεται το περίγραμμα της Μυτιλήνης και νιώθαμε βαθιά μέσα μας πως θα τα καταφέρουμε. Η θάλασσα όμως όλο και αγρίευε. Σαν φουσκωμένη γυναίκα ξερνούσε τα σωθικά της ολόγυρά μας. Τα κύματα σπάραζαν δίπλα μας. Πυκνά, άγρια, ερεβώδη.

»Μια απότομη κίνηση ενός από εμάς στάθηκε αρκετή για να αναποδογυρίσει η βάρκα. Βρεθήκαμε στο νερό χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε. Άκουγα το μωρό να ουρλιάζει στην αγκαλιά του θείου μου και δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου μόνο την απόγνωσή μου. Κολυμπούσα με όση δύναμη είχα για να φτάσω εκεί από όπου ερχόταν η φωνή του. Φώναξα το όνομα του αλλά απάντηση δεν πήρα. Κι ύστερα άρχισα να φωνάζω τη μάνα μου. Και μόνο τότε θυμήθηκα πως η δύστυχη δεν ήξερε κολύμπι. “Άραγε, βρε μάνα, θα τα καταφέρεις αν κάτι πάει στραβά;” “Μη φοβάσαι, Αΐφέ μου”, μου είχε απαντήσει. “Κανείς δεν μπαίνει σε μια βάρκα να βγει μέσα στα κύματα αν δε φοβάται περισσότερο στη στεριά”.

»Φώναξα το όνομά της αλλά δεν πήρα καμιά απόκριση. Άρχισα να κλαίω και να κολυμπώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Φοβόμουν να μείνω μόνη μου καταμεσίς στο πέλαγος. Ακολουθούσα τις κραυγές του μωρού έως ότου σταμάτησα να τις ακούω. Και τότε άρχισα να ουρλιάζω σαν τρελή και να κλαίω απελπισμένη μέσα στα κύματα. Από μακριά είδα τα φώτα ενός ελληνικού πλοίου να μας πλησιάζουν. Ύστερα δε θυμάμαι τίποτε άλλο. Το κορμί μου είχε παγώσει μέσα στο νερό και το κεφάλι μου πονούσε από το κρύο. Δεν ένιωθα ούτε τα ακροδάχτυλά μου. Κατάλαβα πως πολύ σύντομα όλα θα τελείωναν. Το πλοίο ήταν μακριά. Έχανα τις δυνάμεις μου∙ ήμουν σίγουρη πως δε θα προλάβαινε να με φτάσει. Κι έγειρα το κεφάλι μου πάνω στο πορτοκαλί μου σωσίβιο με την ελπίδα να τελειώσουν όλα γρήγορα. Να μην καταλάβω το θάνατο αλλά να γείρω μέσα στα κύματα και ήσυχη πια να φύγω. Το τέλος είχε έρθει και ήταν μπροστά μου.

»Δε θυμάμαι τίποτε άλλο. Όταν ξύπνησα βρισκόμουν στη Μυτιλήνη. Μια ηλικιωμένη γυναίκα κάτι με ρωτούσε την ώρα που μου έβγαζε τα βρεγμένα ρούχα. Με έτριβε στην πλάτη να ζεσταθώ, όπως έκανε όταν ήμουν μικρή η μάνα μου. Έκλαιγα και εκείνη χαμογελαστή μου σκούπιζε τα δάκρυα με ένα μαντήλι. Όταν πια ήμουν ντυμένη και στεγνή με σκέπασε με μια κουβέρτα και κάθισε δίπλα μου να μου κρατά το χέρι. Ερχόταν κάθε μέρα με ένα ποτήρι γάλα και με έβρισκε. Μου μιλούσε αλλά τα λόγια της έφταναν ξένα στα αυτιά μου. Έφτανε όμως η γλυκιά χροιά της φωνής της. Έφτανε μόνο η σκέψη της.  Το νιάσιμο της. Μέρες αργότερα μου έδωσε να καταλάβω πως και η γιαγιά της είχε φτάσει μέσα σε μια βάρκα σε τούτη την ακτή πριν από πολλά χρόνια. Μου έδειξε και φωτογραφίες. Ένα παλιό σπιτικό, κάπου στη Σμύρνη κι ύστερα μια νέα γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά να κοιτά από την ίδια ακτή απέναντι τη χαμένη της πατρίδα.

»Και τώρα να ‘μαι εδώ. Μόνη. Παροπλισμένη. Κανείς δικός μου δε σώθηκε εκείνη τη μέρα. Ο θείος δε βρέθηκε ποτέ. Ούτε και η μάνα. Μόνο το μωρό μας ξεβράστηκε ένα απόγευμα στην ακτή. Μαζί με άλλα παιδάκια. Με φώναξαν να τα δω. Όταν το είδα ράγισε η ψυχή μου. Έμοιαζε να κοιτά με απορία τον ουρανό έτσι όπως ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα. Ούτε έμαθα τίποτε ξανά για τον πατέρα μου. Αν ζει μπορεί να ξαναβρεθούμε μια μέρα. Να κλάψουμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Να μπούμε σε ένα πλοίο σαν αυτό εδώ», είπε η Αϊφέ και έπιασε το χοντρό σκοινί του κάβου, «να ταξιδέψουμε με σιγουριά και ασφάλεια πίσω στην πατρίδα μας. Μα ο κόσμος αλλάζει. Ό,τι υπήρχε γύρω μας γκρεμίστηκε. Η αλήθεια του συνέτριψε τα όνειρά μας. Κι εμείς είμαστε ανήμποροι να καθορίσουμε τη μοίρα και το τέλος όλης αυτής της ιστορίας».

Η Αΐφέ κοίταξε ψηλά προς τη γέφυρα του δεμένου καραβιού. Ένας ολόλευκος γλάρος ελπίδας στάλθηκε από τα κατάμαυρα μάτια της και αργόπλευσε προς το μέρος του. Εκείνο ένιωσε το πέταγμά του. Τη στοργή των φτερούγων του. Μακάρι να μπορούσα να γίνω το καράβι των ονείρων σου Αΐφέ, συλλογίστηκε. Παροπλισμένο και μόνο, έστεκε κι αυτό εκεί, αδιαφιλονίκητα πληγωμένο από την αδιαφορία όσων κάποτε μοιράστηκαν το φως στην πλώρη του, όσων ταξίδεψαν στο σκαρί του. Αλλάζει ο κόσμος Αϊφέρ, σκέφτηκα. Έχεις δίκιο∙ και η αλήθεια του συντρίβει τα όνειρά μας.

Φωνές ακούστηκαν να πλησιάζουν από μακριά. Λίγο πιο πέρα μια ομάδα λιμενεργατών διαμαρτύρονταν κρατώντας ένα τεράστιο πλακάτ στα χέρια.

«Άρχισε η διαδήλωση», είπε η δημοσιογράφος και με ένα νεύμα της έδωσε στον κάμεραμαν να καταλάβει ότι έπρεπε να τα μαζέψουν και να πάνε γρήγορα προς τη δεύτερη Πύλη του λιμανιού. Με το μικρόφωνο στο χέρι η δημοσιογράφος έφυγε αμέσως για εκεί ενώ πίσω της έτρεχε ασθμαίνοντας ο συνάδελφός της, φορτωμένος με την κάμερα στον ώμο.

Τους κοιτούσε από ψηλά. Άνθρωποι πονεμένοι διαδήλωναν για το ψωμί τους. Δεν καταλάβαινε καλά τι ακριβώς έλεγαν. Μόνο φωνές και ρυθμικά μηνύματα. Κάτι για πώληση  άκουσε, για μια κινεζική εταιρεία, για το ξεπούλημα του μεγαλύτερου λιμανιού της Μεσογείου. Από ψηλά είδε και την Αΐφέ να φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση έχοντας ένα μικρό σάκο στην πλάτη, τυλιγμένη στη μεταξωτή τα μαντήλα. Και όσο πλησίαζαν οι λιμενεργάτες οι φωνές τους δυνάμωναν.

«Γιατί αντιδράτε στην πώληση του λιμανιού;» ρώτησε η δημοσιογράφος έναν λιμενεργάτη που την πλησίασε. «Η πώλησή του θα σημάνει μια νέα εποχή για την πόλη. Το ελληνικό δημόσιο θα ωφεληθεί. Νέα κρουαζιερόπλοια θα φτάσουν στις προβλήτες του και θα ανοίξουν οι δουλειές».

 «Θα αλλάξουν όλα», της είπε εκείνος απογοητευμένος. «Η πόλη θα μαραζώσει και οι Κινεζοι θα βγουν κερδισμένοι… το μόνο καλό είναι ότι πολύ σύντομα αυτά τα σαπιοκάραβα θα φύγουν από εδώ. Θα βουλιάξουν καμιά μέρα και θα τρέχουμε».

Το τέλος είχε έρθει και ήταν μπροστά του. Οι επόμενοι μήνες θα έφερναν μεγάλες αλλαγές. Τίποτα πια δε θα ήταν το ίδιο στην προβλήτα του και το ίδιο θα κατέληγε σε ένα διαλυτήριο πλοίων για παλιοσίδερα. Σκέφτηκε την Αΐφέ. Εκείνη τα είχε καταφέρει. Είχε ξεφύγει από την κόλαση και θα συνέχιζε το δικό της ταξίδι.

Η Αΐφέ όμως ήταν παιδί. Εκείνο ήταν γέρικο πια. Κουρασμένο. Και κανένα ταξίδι δε φαινόταν στον δικό του ορίζοντα. Ούτε κι αυτό που θα μπορούσε να κάνει ευτυχισμένη την Αΐφέ και τα παιδιά αυτού του κόσμου. Κατάλαβε πως είχε έρθει πια η ώρα. Κι έτσι αποφάσισε να φύγει. Μόνο του. Με την αξιοπρέπεια που όριζε το παρελθόν του. Έγειρε γλυκά και αποκοιμήθηκε. Στα βουρκωμένα λιμανίσια νερά. Στο υγρό λιβάδι των ονείρων του. Στράφηκε προς τη θάλασσα για να βρει τη γαλήνη σε μια αυτοθέλητη έξοδο. Κανείς δεν το εμπόδισε. Ούτε το τεντωμένο σκοινί που περιόριζε κάποτε την ελευθερία του. Ναι, η πράξη του αυτή ήταν απλώς μια πράξη ανάγκης. Της ανάγκης να ορίσει μόνο του το τέλος του. Το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για ετούτο το λιμάνι. Το τέλος ενός κόσμου που συντρίβει  τα ανθρώπινα όνειρα.

«Καράβι βυθίζεται μέσα στο λιμάνι», είπαν την άλλη ημέρα στις ειδήσεις και απέδωσαν το γεγονός στα διαβρωμένα ύφαλά του και στην αδιαφορία των υπευθύνων για την τύχη του μετά την κατάσχεσή του εδώ και δυο χρόνια. Αυτό πίστεψαν όλοι, επειδή κανείς δεν άκουσε τον λυγμό του όταν άρχισε να παίρνει κλίση. Μόνο το χοντρό καραβόσκοινο, που λύγισε τρυφερά και το άφησε, ελεύθερο πια, να φύγει.

 

65,615 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Οι Εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν την σειρά «Μικρές βιογραφίες» Γνωρίστε τους ανθρώπους πίσω από το μύθο

Μια άκρως ενδιαφέρουσα σειρά για τη ζωή και το έργο των επιφανέστερων προσωπικοτήτων από τον χώρο των τεχνών και των...

Close