«Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», της Τέσυς Μπάιλα, Μια αναγνωστική προσέγγιση από την Μαρία Ντότσικα (φιλόλογος-συγγραφέας)

By  |  0 Comments

Ένα βιβλίο που βαδίζει στα ίχνη της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, μιας φιλοσόφησης των ανθρώπινων επιλογών και δράσεων, με έναν τρόπο που προσιδιάζει στους σωκρατικούς – πλατωνικούς διαλόγους.

Ένα μυθιστόρημα, κυρίως, στο οποίο πιότερο η αλήθεια διαφεντεύει τον μύθο εκλύοντας τη ζέση των ανθρώπινων παθών. Γι’ αυτό και συνειδητά προτάσσει το «γιατί» της ιστορίας ή των ιστοριών που συγχορεύουν και διαπλέκονται, φωτογραφίζει με ηχηρά χρώματα το παιχνίδι της κυριαρχίας και της υποταγής και σκηνοθετεί τη ζωή των ηρώων ως το κρεσέντο και τον απόηχο της απώλειας. Ένα μυθιστόρημα, κατά βάση, στο οποίο αυτό που δικαιολογείται ή καλύτερα γλυκαίνεται με τη ζάχαρη, και μάλιστα διά του τίτλου του, αυτό το ίδιο καταγγέλλεται.

Στο προσκήνιο ή στο παρασκήνιο η γυναίκα διατρέχει το βιβλίο. Η γυναίκα με τα πολλά της πρόσωπα που συνιστούν κατά βάθος ένα. (Για τόσα την έχει ικανή η κοινωνία). Και όλα της ξεκινούν από το τέλος και ξαναγυρνούν στην αρχή και πάλι στο τέλος. Όπως ακριβώς κινείται και η ανθρώπινη μνήμη· σαν το δέσιμο της θύμησης που υπαγορεύουν οι συνειρμοί. Μια γυναίκα λοιπόν στο γέρμα της ζωής της, όσο και όπως μπορεί, αναθυμάται τα παθήματά της, αφημένη πλέον στα χέρια της νύφης της, η οποία φιλόστοργα κρατεί στο νου της την τύχη μιας ζωής που παραδόθηκε στο όνειρο και έζησε τον εφιάλτη.

Από την αρχή διαγράφεται ένα μεράκι της, «η γνώση», μία τάση, «η φυγή», ένα «γιατί», η προσδοκία μιας διαφορετικής ζωής, και όλα αυτά μαζί τα υπονομεύει η μειωμένη (από το κοινωνικώς ανεκπλήρωτο) αυτοεκτίμηση. Το προφανές, σκιαγραφείται ένα έτοιμο θύμα. Είχε όντως τα πινέλα και τις μπογιές η Κατίνα; Της τα έδωσαν; Όπως και να έχει, ζωγράφισε την κόλαση και μπήκε μέσα.

Γεννημένη σε μια πολύτεκνη οικογένεια, στην οποία τα θηλυκά έπρεπε να είναι και να φαίνονται νοικοκυρές, αλλιώς θα χαρακτηρίζονταν άχρηστα, ενώ τα κοπέλια ήταν για τα γράμματα, ακόμη κι αν δεν «κατέβαζε η κούτρα τους μυαλό», ντύνεται την αξιοπρέπεια της περηφάνιας της, για να μυρίζει πίστη και αφοσίωση, για να κάνει πάντα το κουμάντο της, δείχνοντας ίσως πως είναι πιο άξια να επιβιώνει από τους αναγνωρισμένους «χρήσιμους».

Γεννημένη από μια μάνα μοιρολατρική μα αξιαγάπητη, αγράμματη αλλά με σθεναρή μνήμη άτυχου αοιδού που έχει για κοινό τα κοράσια της, υποταγμένη μέχρι του σημείου να καταπνίγει τα δάκρυά της για τα μάτια του κουνιάδου της, κυριαρχική όμως όταν αντικαθιστά τους κυρίαρχους αρσενικούς, για να βρίσκει κατά βάθος αποκούμπι στο θόλωμα του οινοπνεύματος, στην αθώωση του βασιλικού και στην πενιχρή μεταμορφωτική δύναμη της ζάχαρης.

Γεννημένη από έναν πατέρα, δεσποτικό, μπροστά στον οποίο τα θηλυκά κατέβαζαν το κεφάλι κι ας έβραζαν, ενώ τα αρσενικά κέρδιζαν υψομετρική διαφορά όταν συμφωνούσαν μαζί του και πραγμάτωναν σε «αγαστό» συνταίριασμα το φυσιολογικό στην Κρήτη.

Εδώ δούλεψε, λοιπόν, η Κατίνα την υπακοή ως τη μέγιστη αρετή, την υπακοή ως καθρέφτισμα της αθωότητας. Αλλά είναι πράγματι η αθωότητα αρετή και η υπακοή εφόδιο για τη ζωή;

Αυτό όμως ήταν το πλαίσιο της αγωγής που δέχθηκε η παιδούλα και η μετέπειτα σύζυγος και μητέρα, η Κατίνα. Το αυτό πλαίσιο και για τις αδερφές της και για τα αδέρφια της. Μέσα σε μια κοινωνία, όμως, μικρή ή μεγάλη, ακόμη κι αν η αγωγή είναι ίδια, τα μέλη της επεξεργάζονται διαφορετικά τα διδάγματά της. Όσοι προτάσσουν το «εγώ» της αξιοπρέπειας, φιλτράρουν τα μηνύματα. Όσοι το επιτάσσουν, πνίγονται από τα ίδια τα μηνύματα. Αναστολές, φόβοι, «ευπρέπειες», στερεότυπα καταλήγουν στην ζωή αυτών των ανθρώπων να θεμελιώνουν την αποδοχή της υποταγής. Κι αν μπει η ερωτική έλξη στη μέση, τότε αλίμονό τους πελαγώνουν μέσα στον λαβύρινθο της σχέσης.

Αλλά είναι νωρίς, πολύ νωρίς για να λύσουμε τον γρίφο αυτού του μυθιστορήματος που στοχεύει στην αποκατάσταση του ανθρώπου, είτε γυναίκας, είτε άντρα, αλλά ανθρώπου. Στην αποκατάσταση χρόνων προσβολής της νοημοσύνης των ανθρώπων και της υπονόμευσης των σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στα δύο φύλα. Αλλά ένα νήμα τη φορά, ειδικά όταν το πλέγμα των σχέσεων εξυφαίνεται χρόνια και χρόνια, για να γίνει «τρικούβερτο» και να το συγκληρονομούν γενιές και γενιές.

Είναι πράγματι δύσκολο να βλάψεις κάποιον που τον θεωρείς εξίσου άνθρωπο. Αλλά, ακόμη κι αν τον βλάψεις, τουλάχιστον δεν θα τον προσβάλλεις. Ωστόσο σε μια κοινωνία που εκπαιδεύει και ενθαρρύνει τις γυναίκες να γίνονται θύματα, και μάλιστα ως προς αυτό αναβαπτίζει διαρκώς την καλούμενη θηλυκότητα, ενώ από την άλλη ωθεί τους άντρες να εκμεταλλεύονται τις γυναίκες, η αγάπη γίνεται μισερή, καθηλώνεται από τα στερεότυπα, και όσο για την αλληλοεκτίμηση «διεξάγονται έρευνες». Καθώς μεγαλώνουν τα δύο φύλα και βιώνουν τα κοινωνικά δρώμενα και τα καθιερωμένα, καταπίνουν το αξίωμα της ανισότητας των φύλων. Οι ανελαστικές αντιλήψεις γίνονται αξεπέραστα αδιέξοδα, η όποια ηθική είναι διπλή, ενώ οι κανόνες «θεσπίζονται», ορίζονται μονόπλευρα και είναι αρσενικοί. Και τούτο διαφαίνεται, μέσα στο μυθιστόρημα, ως το κοινό πεπρωμένο των γυναικών της επαρχίας –ακόμη και εάν κατόπιν μεταπηδήσουν σε αστικό περιβάλλον–, να υπομένουν μια «ηθική χωρίς ίχνος ήθους». Και συμβάλλουν και οι ίδιες σε αυτό, αλλά πώς… Θα έλεγε, δηλαδή, κανείς ότι οι γυναίκες μεγαλώνουν τους άντρες, αλλά οπωσδήποτε θα έπρεπε να δει ότι το κάνουν αυτό με τον τρόπο που τους επιβάλλεται, για να επιβιώσουν, για να μη θεωρούνται ανεπρόκοπες. Εδώ το «φαίνεσθαι» και το «είναι» συνιστά μια διπλή μέγγενη που εκφυλίζει τη συμπεριφορά τους.

Όλα αυτά, όμως, που κάτω από τις γραμμές κραυγάζουν στο μυθιστόρημα και παίζουν τον ρόλο των νευρώνων της προσωπικής ιστορίας, τελούνται στο διάσελο της κοινωνικής, της πολιτικής μα και της πολεμικής ιστορίας. Εικοστός αιώνας, δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, εμφύλιος, μετεμφυλιακή κατάντια… Σε μια Κρήτη που ζει τη δική της πορεία μέσα στην ευρύτερη Ελληνική υπόθεση. Αλλά στην ειρήνη και στον πόλεμο, στην ευμάρεια και στη φτώχεια, στην προσωρινή υποδούλωση και στην επανάσταση, τα θηλυκά, τα οποία δεν αναγνωρίζονται κοινωνικώς ότι ενηλικιώνονται κάποτε, έχουν τον δεύτερο ή κανένα λόγο, ενώ τα αρσενικά κουβαλούν στις πλάτες τους τη μοίρα του τόπου. Προσωρινά ή και φαινομενικά εξισώνονται όλοι προς τα κάτω, μπροστά στον σαδισμό των κατακτητών και στην αδήριτη ανάγκη που επέβαλε η πείνα, εφόσον αυτοί οι υπερθετικοί κυρίαρχοι όποιας άλλης κυριαρχίας σαρώνουν προς ώρας τις κυοφορούμενες ανισότητες, μα δεν τις σβήνουν. Φαίνεται ίσως εξωφρενικό, αλλά ακόμη και σε τέτοιες ιστορικές συγκυρίες οι γυναίκες παρακολουθούν από απόσταση ή από εξιστόρηση ή από ερμηνεύματα των αντρών όσα έγιναν, γίνονται ή προμελετώνται, πάλι με την αίσθηση ότι αυτοί ξέρουν.

Σε όλο το βιβλίο εν γένει, μέσα στη μυθοποιημένη αλήθεια ή την αληθοφανή υφή του μύθου, παρακολουθούμε μια διπολική σχέση αναιώνια, «θύτης – θύμα». Κυριαρχία και υποταγή, μια δυαδική σχέση που αν μη τι άλλο τρέφεται από τη διαπλοκή του καλού και του κακού στον κόσμο και υπονομεύεται από την αντίσταση.

Στην ουσία, ό,τι συμβαίνει στην ιστορία του κόσμου, συμβαίνει και στην προσωπική ιστορία του ανθρώπου· ο θύτης προϋποθέτει το θύμα και το αντίστροφο. Το καλό αναγνωρίζεται ως τέτοιο σε σύγκριση με το κακό και το αντίστροφο. Η αντίσταση πάλι στο κακό φέρνει αντίποινα που άλλους από τους επαναστάτες τούς εξοργίζουν δραστηριοποιώντας τους, ενώ άλλους τους τρομοκρατούν παθητικοποιώντας τους. Πάντως ό,τι γίνεται, γίνεται με βία. Το δίκαιο της πυγμής αλλά και η αποκατάσταση του δικαίου της αδυναμίας δεν γίνεται με λόγια αλλά με αποφασιστικές κινήσεις. Στην ιστορία του κόσμου, βέβαια, η σθεναρή αντίσταση αναδεικνύει ήρωες – σωτήρες, στην προσωπική ιστορία των ανθρώπων καταδεικνύει πρώτα από όλα την αυτοεκτίμηση. Κι αν αυτή δεν υπάρχει στον άνθρωπο, τότε αυτός παλεύει στα χαμένα.

Έτσι, λοιπόν, ξεκινά και λειτουργεί και η Κατίνα στη δική της ζωή, περίπου στα χαμένα, έστω και αντιστεκόμενη κατά καιρούς. Ήθελε να μάθει, να γνωρίσει τον κόσμο, να ξεδιψάσει την άγνοια. «Θα φύγω. Δεν το θέλω το χωριό». Η ψυχή της λαχταρούσε μόνο το γυμνάσιο. Στην πατρική άρνηση όμως, παρότι κρατούσε το χέρι της αδερφής της, δεν μπορούσε να πει δεύτερη κουβέντα, ακόμη κι αν την ξεστόμιζε. Μαθαίνει μοδιστρική, μετά την μητρική υπαναχώρηση, και βελονάκι αργότερα. Έστω… Μα ήταν το μόνο κορίτσι της οικογένειας που δεν είχε παντρευτεί. «Όχι όμως στο χωριό». Ο Θέμελης ήταν από την πρωτεύουσα. Θα ζούσαν στον άγνωρο και γι’ αυτό θελκτικό προς ώρας Πειραιά. Θα ζούσαν… Από εδώ και πέρα η μυθιστορία ξεφεύγει από το βυθομέτρημα του «γιατί» και οδηγεί τα νήματα στο αιτιατό…

Για εκείνη ο Θέμελης ήταν το «νόμιμο» εισιτήριό της, ενώ ο από την αρχή σφραγισμένος έρωτάς τους ήταν η επανάστασή της που τελικά δεν έγινε. Για εκείνον, η Κατίνα ήταν «ένας άγραφος χάρτης που επάνω του θα γινόταν ο Μαγγελάνος». Τι εξωφρενική αυτή η αλλοτριωτική εικόνα που πλάθουν ο ένας για τον άλλον!

Μια Κατίνα, κοινωνικοποιημένη προς την παθητικότητα και την εξάρτηση, ακολουθεί έναν άντρα προγραμματισμένο να γίνει ανεξάρτητος και επιθετικός. Κι εδώ βρίσκεται η καρδιά της εκμετάλλευσης, αφού στήνεται από την αρχή με το γάμο τους μια πράξη εξουσίας και ελέγχου. Τέτοιοι, άλλωστε, είναι οι προδιαγεγραμμένοι ρόλοι για να καλυφθούν οι ανάγκες μιας δυναμικής κοινωνίας. Και οι γυναίκες φαίνονται να υπηρετούν τον ανδρικό σχεδιασμό κρυμμένες στη σκιά τους.

Ριζωμένος ο πυρήνας της ανδρικής δύναμης στο οικογενειακό σύστημα με τα θύματα να καλούνται να υποστηρίξουν την οικογένεια και να υποκύψουν (άλλες λίγο άλλες πολύ), για να θεωρούνται καλές, ευγενικές, «κυρίες», σαγηνευτικές, αξιοπρεπείς. Από την άλλη η γυναίκα γίνεται αντικείμενο λατρείας και προστασίας, μα και αποστροφής, παραμέλησης και ονειδισμού, εξύψωσης και καταβαράθρωσης. Άλλωστε η γυναίκα, είναι κοινός τόπος ότι οδηγεί τον άντρα στη σωτηρία, αφού ο άντρας μπορεί να παρασυρθεί. Τι βολικό! Αλλά και πόσο οδηγεί αυτό καθεαυτό στην αποξένωσή τους. Έτσι φαίνεται ότι ακόμη κι αν υπάρχει έρωτας, αυτός δεν εγγυάται καμιά μορφή ισότιμης συμπεριφοράς.

Και τι γίνεται, όταν η γυναίκα νομίζει ότι ξέρει τι θέλει ή ότι αυτό που θέλει θα το πετύχει με την αχλή της ζάχαρης; Τι γίνεται, όταν ο επιθετικός, επιθυμητός άντρας μπορεί να παρεκκλίνει σε επιθετικότητα κάθε είδους, ενώ η γυναίκα μένει αποσβολωμένη, γιατί είναι ανίδεη ακόμη και στα τερτίπια του κρεβατιού; Στήνεται μια ερωτική σχέση με τερτίπια… (Ο ερωτισμός κατέληξε να ταυτίζεται με τερτίπια). Κι αυτό γιατί η γυναίκα μαθαίνει ότι το κέντρο της σεξουαλικής της ορμής βρίσκεται στον άντρα. Η σεξουαλική του δραστηριότητα είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσει η ίδια τα σεξουαλικά της αισθήματα. Το θέμα εναπόκειται στο να μάθει να ανταποκρίνεται και να ικανοποιεί τις ανάγκες του αρσενικού, αφού, σύμφωνα με την πολιτισμική αγωγή του άντρα, a priori είναι δικαιολογημένος να περιμένει πάντοτε ικανοποίηση. Έτσι, λοιπόν, εφόσον η ανδρική σεξουαλική ορμή προϋποθέτει κατάλληλο αντικείμενο εκτόνωσης, η Κατίνα δεν είναι επαρκής για τον Θέμελη, αλλά αναγκαία. Μπορεί για πάντα να παραμένει μια ιδέα που εξαγνίζει τη δική του ζωή. Γι’ αυτό και τη θεωρεί κτήμα του, αφού εκείνος την εμπνεύστηκε ως ιδέα, άλλωστε, ή αλλιώς πρόβαλε την ανεπάρκειά του πάνω της.

Η Κατίνα, επομένως, έγινε η «ιδέα» του Θέμελη και εκείνος κατέστη ένα χρέος δικό της στα όρια της δοκιμαζόμενης ευπρέπειάς της «χωρίς ηδονή, μόνο ντροπή». Την ανέραστη ζωή η Κατίνα έχει εκπαιδευτεί να τη βιώνει –την είδε και στη μάνα της. Τη σωματική όμως επιθετικότητα δεν έχει μάθει να την αντιμετωπίζει –αλλιώς πώς θα ήταν ανίσχυρη, βολική και θύμα, όπως χρειάζεται για να καταλαμβάνει όλο τον χώρο το αρσενικό. Κι όταν ο απονενοημένος εγωκεντρικός κτήτοράς της δεν της επιτρέπει ό,τι και ο πατέρας της δεν της επέτρεψε, δηλαδή την εξέλιξή της, αφουγκράζεται εκ νέου την απειλή και παραλύει ψυχολογικά ενοχοποιώντας τον εαυτό της. Διστάζει και ο δισταγμός της είναι σημάδι της αδυναμίας και της ενδοτικότητάς της… της ενδοτικότητας στην κακοποίηση.

Μπερδεμένο πλέον το νήμα της ζωής της τυλίγεται γύρω από την κατάντια: «Άντρας μου είναι» (!). Τι διαστροφή προετοιμάστηκε τόσα χρόνια μέσα στην ανελεύθερη και ανερμάτιστη πορεία της. Μια διαστροφή, η οποία της αφήνει κατακερματισμένο τον εαυτό της με αντιπαροχή την όποια τραγική γνώση, την όποια εμπειρία… Μα, ακόμη κι αν η ίδια δεν έζησε όπως ήθελε μέσα στους ανοιχτούς δρόμους της ανθρώπινης γνώσης, αυτό μπορεί να το κάνει ο γιος της, ένα αρσενικό που το θεωρεί δική της προέκταση, που το θεωρεί, όπως και από την αρχή, λάβαρο της ήπιας, λανθάνουσας επαναστατικότητάς με μόνο αντίτιμο να αντέχει…

Έτσι καταφέρνει να βγάλει από το μυαλό της όλα τα άσχημα, κι ας μοιάζει η αλήθεια με την άβυσσο. Τότε έχει με έναν αλλόκοτο τρόπο αθωώσει και τον παντελώς ατόρνευτο Θέμελη. Είναι ο πατέρας του παιδιού της, έστω κι αν εκείνο φρίττει στην εικόνα του πατέρα του και στη συγκάλυψη της μάνας του, ακόμη κι αν ο Θέμελης δεν είναι στην ουσία παρά ένας loser, ένας φάλτσος, ένας κορδωμένος μίσθαρνος της ανθρωπιάς, ένας γραφικός τύπος μιας εποχής που χάνει τον αρσενικό μποέμικο χαρακτήρα της, ένας τύπος που δεν τον καταλαβαίνει πλέον ούτε η μάνα του. Ακόμη κι αν δεν έπρεπε να τον παντρευτεί (παρά την άρνηση των δικών της, οι οποίοι όμως σιωπηρά εν τέλει της τον χρέωσαν ως δική της επιλογή και «ό,τι έγινε, έγινε»). Ακόμη κι αν δεν είναι μόνο το δικό της παιδί που θα μπορούσε να τον φωνάζει «πατέρα». (Και τι πατέρας, που του απέμεινε δεόντως το «τέρας»). Ακόμη κι αν ο υποτιθέμενος πρίγκιπάς της είναι κατά βάση «δράκος»…

Τι οξύμωρο ον αυτός ο Θέμελης… με τόσες μπερμπαντιές δεν κατόρθωσε παρά να μείνει με τον «υπέροχο» εαυτό του. Απόδιωξε ακόμη και τη μοναδική γυναίκα που σεργιανούσε στα ίδια σοκάκια με αυτόν και τον διέγειρε. Και αυτή δεν ήταν σαν την Κατίνα. Ήταν μια γυναίκα που διεκδικούσε τη χαρά αλλά παρέμενε εξίσου εξαρτημένη από το χάος του Θέμελη.. Η Κατίνα, πάλι, δεν έβλεπε ή δεν θεωρούσε ότι μπορούσε να ξεπέσει μέχρι εκεί, αλλά μπορούσε να ξεπέσει και να εξευτελιστεί σε όλα τα άλλα.

Αλλά τι σημασία έχουν πλέον για την Κατίνα όλα αυτά. Ξέρει ότι μέσα της δεν αντέχει να υπερβεί την εμπιστοσύνη που αρχικά του έδειξε μπροστά στα μάτια όλων. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να τον αλλάξει με άλλον. «Τι να τους κάνει τους άντρες, συλλογή;». Ένας άντρας της έλαχε. Αυτό είναι το πεπρωμένο που φτιάχνει με την ανελευθερία της. Είναι το πεπρωμένο που καλλιεργήθηκε ακόμη από τα γονικά της: της γυναίκας που έμαθε να είναι πιο πολύ μάνα, ακόμη και για τον άντρα της, και να τα καταπίνει όλα, να τα συγχωρεί χωρίς να τα συγχωρεί με ένα κλωνί βασιλικό και μια πρέζα ζάχαρη. Για τούτο, όπως αποδεικνύεται, η αθωότητα και κυρίως η επιδιωκόμενη δεν είναι αρετή, είναι έγκλημα ψυχής. Με πόσα θύματα; Θα το πει το ίδιο το μυθιστόρημα…

Αν θέλουμε όμως να δούμε αρετές, μάλλον δεν πρέπει να τις αναζητήσουμε στους μυθιστορηματικούς ήρωες αλλά στο ίδιο το μυθιστόρημα. Κι αυτές θα αφορούν στην διεκδίκηση, στη διερεύνηση της αλήθειας και δη στην αποτύπωσή της, τόσο σε ηθικό επίπεδο, όσο και σε κοινωνικό και ιστορικό. Γιατί, καθώς φαίνεται, τούτο το μυθιστόρημα αίρει αυτό που συνήθως γίνεται για χρόνια στη λογοτεχνία σε σχέση με το ποιος γράφει και για ποιον. Αυτό το μυθιστόρημα, λαμβάνοντας τις αναγκαίες αποστάσεις από πρόσωπα και πράγματα, γράφτηκε από άνθρωπο, χωρίς τη σφραγίδα του αρσενικού ή του θηλυκού, για να διαβαστεί από ανθρώπους χωρίς τον περιορισμό του φύλου. Το ιδιαίτερο είναι ότι δόθηκε όπως το αρνητικό φιλμ, ή αλλιώς όπως η ιστορία του Θουκυδίδη. Το σύγγραμμα του ιστορικού είναι γεμάτο από την πλαταγή του πολέμου, υπάρχει όμως ως ύμνος στην ειρήνη. «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» είναι γεμάτο με γλυκαντικά της αναλήθειας, υπάρχει όμως ως καταγγελία των εκφυλισμένων σχέσεων και δήλωση της αλήθειας εκείνων που ερωτεύονται και συμπορεύονται με σεβασμό και αξιοπρέπεια. Υπάρχει ως πρόκληση αλλαγής στην παραδοσιακή κοινωνικοποίηση των γενών. Το μόνο που απαιτεί εν τέλει από τον αναγνώστη του, τον καθένα από εμάς, είναι να πιάσει το «πρέπει» από τι «ι» και να το γδάρει ίσα με το «π».

 

tes 1

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη,  Τέσυ Μπάιλα,  Εκδόσεις Ψυχογιός

 

 

 

 

 

 

126,530 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
H Mεταμόρφωση του Κάφκα, του Δημήτρη Μαραντίδη

“Ξυπνώντας ένα πρωί ο Γκρέγκορ Σάμσα, μετά από έναν ταραγμένο ύπνο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σ’ ένα τεράστιο έντομο.”...

Close