Μοχάμεντ Σουκρί, ο διάγγελος της Ταγγέρης, γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς

By  |  0 Comments

Ο Μοχάμεντ Σουκρί γεννήθηκε το 1935 στο Αΐτ Σίκερ (σήμερα ονομάζεται Μπενί Σίκερ), ένα μικρό χωριό που βρίσκεται στην οροσειρά Ριφ – αν και η ημερομηνία γέννησής του, καθώς ο ίδιος ισχυριζόταν, ήταν αμφισβητήσιμη γιατί εκείνη την εποχή δεν λειτουργούσαν μητρώα στις μαροκινές επαρχίες.   

Η οικογένειά του ζούσε στην απόλυτη φτώχια. Πριν προλάβει να μπει στην εφηβεία, δραπέτευσε από την πατρική τυραννία και την οικογενειακή συμφορά, και ξεκίνησε να ζει ανάμεσα στα άστεγα παιδιά που βολόδερναν στους δρόμους της κεντρικής Ταγγέρης, μπαίνοντας από πολύ νωρίς στον κόσμο της παρανομίας, της βίας και της χρήσης ναρκωτικών. Ο Σουκρί, ήταν αγράμματος και εξοικονομούσε τα προς το ζην με τις κλοπές, το λαθρεμπόριο και την πορνεία. Όντας είκοσι χρόνων βρέθηκε στη φυλακή όπου γοητεύθηκε από το άκουσμα των στίχων ενός ποιήματος από το στόμα συγκρατούμενού του, ο οποίος τον παρότρυνε να μάθει γραφή και ανάγνωση, μαθαίνοντάς του τα βασικά. Το 1956 βγαίνοντας από τη φυλακή, ο Σουκρί μετακόμισε στο Λαράς όπου μορφώθηκε με τη βοήθεια δασκάλων. Μετά από χρόνια επέστρεψε στην Ταγγέρη, εκεί  άρχισε να γράφει μικρά κείμενα τα οποία είχαν ως θέμα τις εμπειρίες του, ξεκινώντας μια νέα ζωή, διατηρώντας όμως τους δεσμούς του με ένα κομμάτι του υπόκοσμου. Την ίδια περίοδο γνώρισε τον Μπράιον Γκάισιν ο οποίος  ζούσε στην πόλη και από το 1954 ήταν ιδιοκτήτης του εστιατορίου «Χίλιες και μια νύχτες».

Το πρώτο βιβλίο του Σουκρί εκδόθηκε το 1966 με τίτλο «Βία στην ακτή». Το 1968 ο Σουκρί κέρδισε τη φιλιά του Ζαν Ζενέ, ο οποίος επισκεπτόταν συχνά την Ταγγέρη έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Το 1972 συνάντησε τον Πολ Μπόουλς, ο οποίος τον παρότρυνε να συνεχίσει το έργο του, δείχνοντάς του μεγάλη εκτίμηση, και το 1973 συνδέθηκε φιλικά με τον Τένεσι Ουίλιαμς.

Ο Σουκρί απέκτησε παγκόσμια αναγνώριση με το έργο «Μονάχα για το ψωμί», το οποίο κυκλοφόρησε το 1973 στην αγγλική, σε μετάφραση του Πολ Μπόουλς, και το 1980 στη γαλλική, σε μετάφραση του Ταχάρ Μπεν Τζελούν. Το «Μονάχα για το ψωμί» κυκλοφόρησε στα αραβικά μόλις το 1982 και η κυκλοφορία του απαγορεύτηκε σχεδόν αμέσως. Αυτή η απαγόρευση άρθηκε το 2000, με το βιβλίο να έχει μεταφραστεί πλέον σε τριάντα γλώσσες. Το «Μονάχα για το ψωμί» κυκλοφόρησε το 1986 στα ελληνικά με τον τίτλο «Το Γυμνό Ψωμί» (ακολουθώντας την εκδοχή της γαλλικής έκδοσης), από τις εκδόσεις Αστάρτη.

Η αυτοβιογραφική τριλογία του Σουκρί, η οποία είχε ξεκινήσει με το «Μονάχα για το ψωμί», ολοκληρώθηκε με τα έργα «Η εποχή των λαθών» και «Πρόσωπα». Την περίοδο από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970, έγραψε επίσης μία σειρά από διηγήματα, τα οποία κυκλοφόρησαν συγκεντρωμένα σε δύο τόμους, «Ο τρελός των ρόδων» το 1980, και «Το αντίσκηνο» το 1985. Μία σειρά από καταγραφές των συναναστροφών του με τους προαναφερθέντες συγγραφείς, εκδόθηκαν στα αγγλικά και στα γαλλικά, από το 1992 έως το 1997.

Η γραφή του Σουκρί είναι θεαματικά σφριγηλή, ολοζώντανη και λακωνική. Πιθανόν ουδείς άλλος στον κόσμο της αραβικής λογοτεχνίας δεν κατέγραψε με τόση λεπτομέρεια και δραματικότητα –αυτό που λέμε «από πρώτο χέρι»– την εμπειρία μιας απορριμμένης ζωής, ανάμεσα σε πόρνες, αλήτες, κακοποιούς, ζητιάνους και ναρκομανείς, με μία ακεραιότητα η οποία ουδέποτε υποκλίθηκε στην ηθική ή σε κάποιο ιδεολογικό πλαίσιο. 

Στα βιβλία του Σουκρί διαπιστώνει κανείς ένα εντελώς παράδοξο μεγαλείο το οποίο αναβλύζει μέσα από την ένδεια και τη δυστυχία. Οι ήρωές του δεν μετετράπησαν ποτέ σε σύμβολα. Ο Σουκρί έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους. Στη γραφή του ουδένα στοιχείο τοποθετήθηκε με όρους περιπλοκής ή νοηματικού συσχετισμού με κάποιο άλλο. Το αμιγώς αυτοβιογραφικό ύφος του Σουκρί δεν εκπήγαζε από κάποια ανάγκη καταχώρισης των εκδηλώσεων της προσωπικότητας και της δικής του ζωής, μα αντιπροσώπευε τις αναδύσεις και τις προσβάσεις από και προς καθετί περιθωριακό και περιθωριοποιημένο.   

Όντας στο εξής αναγνωρισμένος στο εξωτερικό, μα αποσιωπημένος από τους, ακαδημαϊκούς και μη, λογοτεχνικούς κύκλους της χώρας του, καθώς και από τους ισλαμιστές οι οποίοι τον είχαν διαρκώς στο στόχαστρο, ο μαροκινός συγγραφέας συνήθιζε να συναντά φίλους, ταξιδιώτες και δημοσιογράφους σ’ ένα λαϊκό μπιστρό, στο κέντρο της Ταγγέρης,  καπνίζοντας και απολαμβάνοντας τη βότκα του.

Ο Μοχάμεντ Σουκρί πέθανε στις 15 Νοεμβρίου του 2003, όντας νοσηλευόμενος στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Ραμπάτ, υποφέροντας από καρκίνο. Ο βασιλιάς του Μαρόκου, Μωάμεθ ο Έκτος, έκανε επί τούτου τη δήλωση, «Ο θάνατός του είναι τεράστια απώλεια για τη μαροκινή λογοτεχνία».   

Η σορός του ενταφιάστηκε στις 17 Νοεμβρίου, παρουσία ελαχίστων λογοτεχνών, κυβερνητικών στελεχών και αντιπροσώπων του Στέμματος, στο νεκροταφείο Μαρσάν στην Ταγγέρη, το οποίο αποτελούσε καθημερινό καταφύγιο και ενδιαίτημα του Σουκρί τα χρόνια που είχε ζήσει σαν χαμίνι και παρίας στους ανηλεείς δρόμους της μαροκινής μεγαλούπολης.

 

16,983 total views, 4 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η ύβρις του ελέους, γράφει η Λίνα Πανταλέων [ Η καρδιά των πραγμάτων, Γκράχαμ Γκρην ]

«Τι παράλογο πράγμα, να περιμένει κανείς χαρά σε έναν κόσμο τόσο γεμάτο δυστυχία» Ο Χένρι Σκόμπι είναι παράλογος, αν και...

Close