Απολαύστε υπεύθυνα, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

«Η μαλακία υπάρχει παντού, υπήρχε και θα υπάρχει. Το θέμα είναι αν έχεις και τη δύναμη για να επιβάλεις τη μαλακία σου».

 

Δεν είναι φιλόσοφοι, αλλά φιλοσοφούν υπέρ το δέον, δεν είναι καταθλιπτικοί, αλλά κάποια πράγματα τα παίρνουν κατάκαρδα, δεν είναι πολιτικοί, αλλά έχουν αρκετές ιδέες περί πολιτικής, δεν είναι λάιφ στάιλ, αλλά παραμένουν φοβεροί τύποι, δεν είναι σε κρίση, αλλά θύματά της, όχι της παγκόσμιας, της καταδικής τους. Δεν το πολυσκέφτονται, όμως, γιατί κάνουν διακοπές και γιατί, σε τελική ανάλυση, δεν είναι παρά τέσσερις άνθρωποι που προσπαθούν φιλότιμα να περάσουν καλά, ει δυνατόν τέλεια. Γιατί έτσι πρέπει. Ελληνικό καλοκαίρι, γαρ.

Στην Αντίκαρο, το αντίπαλον δέος της Κάρου, ο Λένος Χρηστίδης απευθύνει προσκλητήριο σε καμένους κάθε λογής και κάθε υποστάθμης. Οι περισσότεροι εκ των παραθεριστών του μυθιστορήματος έχουν καεί από τα ναρκωτικά, άλλοι από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, άλλοι από βραχυκυκλώσεις νευρώσεων, που στην αρχή περνούσαν για πνεύμα, άλλοι από προϊούσα θρησκοληψία, άλλοι από τον εθισμό στη συνωμοσιολογία και σε διαπλανητικές φήμες, άλλοι από τη βραδύκαυστη τοξικότητα της βαρεμάρας. Συνεπώς, η ονοματοθεσία του αιγαιοπελαγίτικου νησιού φαίνεται να σαρκάζει τον κάρο, το αποκάρωμα, τη νιρβάνα, γηγενών και παρεπίδημων. Κανένα αντίδοτο δεν προσφέρεται για την καταπολέμηση της θερινής νάρκης, αν και αφθονούν τα επιβοηθήματα.

Ο Χρηστίδης αναθέτει στον Μπάντι, στον Βασίλη, στην Πανδώρα και στον Ηλία την αντιπροσώπευση του ελληνικού τραγέλαφου, ένα καθήκον στο οποίο και οι τέσσερις ανταποκρίνονται πέραν πάσης προσδοκίας. Ο τζαζ, φύσει και θέσει, Μπάντι είχε επαναπατριστεί στο πατρογονικό νησιωτικό του σπίτι, σκαλισμένο στο βράχο και αντικριστά στην κυκλαδική πανδαισία, μετά από μια φρενήρη γύρα ανά τον κόσμο, στον οποίο συστήθηκε διά της Βέρνας, της τρομπέτας του. Ένα από τα θηλυκά, που πολύ αγάπησε, μαζί με την πρέζα και την κόκα. «Ο συμπαθέστατος μεσήλιξ ήταν ένα μουσείο ναρκωτικών. Θα μπορούσε να διδάσκει Θεωρία και Εφαρμοσμένα Ναρκωτικά στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου». «Η φωνή του βελούδινη σαν καλή ποίηση». Το πρόσωπό του «σπέσιαλ» γερασμένο. «Το ηλιοκαμένο αυτό μούτρο δεν αποτελούσε μια τυπική αναπαράσταση της βιολογικής διαδικασίας της φυσικής γήρανσης. Αποτύπωνε μια τελείως διαφορετικού είδους παρακμή του ανθρώπινου γονιδιώματος. Μια ζωή γεμάτη καταχρήσεις, αϋπνία, τσιγάρα, ναρκωτικά, σεξ και αλκοόλ. Και πολλή μουσική». «Είναι από τους ανθρώπους που θα μπορούσε να πει κανείς ότι το είχανε πιει το μερτικό τους».

Ο Μπάντι ήταν για τον Βασίλη ο θείος από το Σικάγο, «ο γοητευτικός παράνομος» της οικογένειας. Μετά από μια σύντομη διαμονή στην Κάρο, όπου κατέφυγε δραπέτης από μια Αθήνα ζεματισμένη από τον καύσωνα και τους αγανακτισμένους, ο Βασίλης αποφάσισε ότι το εθιμοτυπικό της καλοκαιρινής απόδρασης θα διεξαγόταν θεαματικότερα κοντά στον φευγάτο θείο. Οι σελίδες του παραθερισμού του Βασίλη και της Πανδώρας στην Κάρο, «ένα από τα παγκόσμια κέντρα της τουριστικής βιομηχανίας της διασκέδασης», ένα «πυρηνικό εργοστάσιο του κεφιού», είναι από τις πιο σπαρταριστές του βιβλίου. Ο Χρηστίδης παρατηρώντας με βλέμμα σαρδόνιο τον συρφετό βουρλισμένων, μαινόμενων τουριστών να γαλβανίζονται παρά θίν’ αλός από πλησμονή ευτυχίας, χλευάζει την ιδεοληψία της καλοπέρασης, την ψυχωσική συμμόρφωση στην επιταγή να περνάς παντού και πάντα τέλεια. Συστοιχίες από beach bars συγχρονίζονται σε μια στεντόρεια, επιτακτικά ξεσηκωτική κακοφωνία, σειρές με ξαπλώστρες και ομπρέλες παρατάσσονται στην άμμο «με ψυχαναγκαστική συμμετρία, σαν συμμαχικό νεκροταφείο», κούροι με υψηλή αυτοπεποίθηση και αντιστρόφως ανάλογη αισθητική καραδοκούν σε στρατηγικά σημεία, μαρμαρωμένοι σε πόζες επιμελώς αδιάφορες και δήθεν άνετες, ενώ ημίγυμνα, όμορφα κορίτσια ξελαρυγγιάζονται σε ένα εξαρθρωμένο ιδιόλεκτο, στοιχειοθετούμενο από στριγκλιές, νιαουρίσματα και αλυχτίσματα, λικνιζόμενα με διονυσιακή έξαψη, κατακυριεύοντας πίστες και τραπέζια, όπου χορογραφούν την εξαλλοσύνη τους. Κάπου εκεί, «μέσα στον κοχλάζοντα ορυμαγδό των διασκεδαζόντων», λιμνάζουν ο Βασίλης και η Πανδώρα, έτοιμοι να μετοικήσουν σε άλλες, εναλλακτικές παραλίες, όπου ενδημεί άλλη πανίδα, ημιπαράφρων και εκείνη, αλλά με άλλο τρόπο.

Η Πανδώρα ανήκει στη μειοψηφία των ευνοημένων από την κρίση, τουλάχιστον από στεγαστικής πλευράς. Όταν οι «ιστορικές» συνοικίες του «ιστορικού» κέντρου υποβαθμίστηκαν εξαιτίας της παρείσδυσης μεταναστών, φτωχοί, όπως η Πανδώρα, μπορούσαν πλέον να νοικιάσουν διαμερίσματα σε συγκροτήματα κατοικιών, προορισμένα αρχικά να δεξιωθούν ευγενέστερους ενοίκους. Ωστόσο, η Πανδώρα είχε περιέλθει σε μια κρίσιμη, κυβερνητική καμπή, συγκεκριμένα σε προεκλογική περίοδο, ακούγοντας πανταχόθεν να εξαγγέλλεται η εκδίωξή της από τη δάνεια χλιδή της. Όχι μόνο οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, αλλά και έγκριτοι δημοσιογράφοι, συμβεβλημένοι με τα κεντρικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος, έκαναν λόγο για την «(απο)φασιστικότητα» της κυβέρνησης στο έργο της κάθαρσης του ιστορικού κέντρου από «τις εστίες μόλυνσης και ανομίας». Λίγο πριν αυτοφυγαδευτεί στην Αντίκαρο, η Πανδώρα είδε και άκουσε τον αδέκαστο δημοσιογράφο να της απευθύνει μια απερίφραστη απειλή: «Άσ’ τις μαλακίες, Πανδώρα. Το ξέρεις και το ξέρω ότι είσαι πολύ φτωχή και όχι σημαντική για να μένεις σε τόσο γαμάτο σπίτι και σε τόσο ‘ιστορική’ συνοικία. Αύριο θα εξαφανιστούν οι ‘φίλοι’ σου οι λέτσοι που βρομίζουν τις αντικειμενικές αξίες της περιοχής με τα βρομοκάρυ τους και τους κωλοαργιλέδες τους κι από μεθαύριο τα νοίκια επιστρέφουν στις γνωστές τιμές για τους γνωστούς πελάτες μας και Άντε Και Γαμήσου Στην Τελική Πανδώρα Κι Εσύ Και Το Σπίτι Σου».

Η Πανδώρα δεν εξορμά στην Αντίκαρο για να εξαπολύσει δεινά, καθώς από το μικροσκοπικό κουτί που κουβαλά πάνω της, ξεπηδά ένα σουρεαλιστικό υπερθέαμα, συμπυκνωμένο σε δύο κόκκινα χαπάκια, που καταπίνονται την κατάλληλη στιγμή, λίγο πριν το φινάλε, το οποίο επιτάσσει μια κάποια αποθέωση της ιλαρότητας.

Όπως η Πανδώρα, εκδιωγμένος καταφτάνει στην Αντίκαρο και ο Ηλίας. Εξίσου ελπιδοφόρο και ευφάνταστο γλωσσικά με τα κυβερνητικά και ειδησεογραφικά διαγγέλματα, που προμηνύουν την έξωση της μέλλουσας φίλης του, είναι το λογύδριο του αφεντικού του τη στιγμή που τον απολύει. Της ανακοίνωσης της απόλυσης προηγείται μια αφόρητη ρητορεία, την οποία αναρριπίζει η ανακύκλωση θετικής ενέργειας. Φεύγοντας από το γραφείο του διευθυντή, ο Ηλίας έχει εκτεθεί σε τόσο πολλές θετικές σκέψεις, που η μόνη ενέργεια που του μένει να κάνει είναι να μαζέψει τις στοιχειώδεις αποσκευές του και να πλεύσει προς Αντίκαρο. Έχοντας πλέον εγκολπωθεί το δόγμα της αυτοβελτίωσης, έχοντας μάθει να σκέφτεται, να λύνει τα προβλήματά του, να οργανώνει τις εμπειρίες του και να γίνεται καλύτερος κάθε μέρα που περνάει, είναι έτοιμος για τη θέση του μπουζουξή σε ένα από τα δύο όμορα, καίτοι άσπονδα, κέντρα διασκεδάσεως του νησιού.

Τι κάνουν, όμως, αυτοί οι τέσσερις στην Αντίκαρο; Βασικά, τίποτα. Παρ’ όλα αυτά, διέρχονται τις θερινές τους ημέρες άλλοτε κατάκοποι και άλλοτε σε υπερδιέγερση, άλλοτε σερνάμενοι σε πεζούλια και πατώματα και άλλοτε κουρδισμένοι στον βιορρυθμό βαμπίρ, άλλοτε ηλεκτρισμένοι από μια τοξική διαύγεια και άλλοτε στεγνοί ώς το μεδούλι. Η συνεπής κατανάλωση ουσιών και αλκοόλ υποβάλλει τον εγκέφαλό τους σε αδιέξοδη υπερδραστηριότητα, που καταχράται τη χωρητικότητά του, με αποτέλεσμα να υπολειτουργούν τα μέρη εκείνα, που συνεπικουρούν πάγιες ανάγκες της ανθρώπινης φύσης, όπως η θρέψη, το βάδισμα σε όρθια στάση, η αντίληψη του περιβάλλοντος και του αυτοειδώλου. Ωστόσο, η καταστολή αυτών των πολυχρησιμοποιημένων λειτουργιών προσφέρει στα πρόσωπα του βιβλίου τη δυνατότητα να εκδηλώσουν σε όλο της το εύρος και σε όλες τις πιθανές της εκφάνσεις τη φαιδρότητα ενός ανθρώπινου πλάσματος· δυνατότητα την οποία ο Χρηστίδης εκμεταλλεύεται με τρελό κέφι, όπως αρμόζει στο κουαρτέτο του.

Με ύποπτο θαυμασμό, λόγου χάριν, παρακολουθεί τον Βασίλη να προσπαθεί αφενός να υπολογίσει ποιος αριθμός αντιστοιχεί στο ποτό, που ευθύνεται για την απώλεια των συμφώνων και των φωνηέντων και αφετέρου να φτάσει στην εκστατική αφασία χωρίς να λιποθυμήσει. Εγχείρημα δυσεπίτευκτο, όπως αποδεικνυόταν κάθε φορά που συνερχόταν μεθαύριο. Όσες φορές πίστεψε πως θα τα κατάφερνε να γίνει λιώμα χωρίς να χάσει τις αισθήσεις του, το μυαλό του τον διέψευσε, καθώς «είχε εξοικονομήσει όση ενέργεια χρειαζόταν για να διαλυθεί τελείως». Παρά την έφεσή του στα μαθηματικά, δεν είχε ανέλθει ακόμα αρκετά ψηλά στην αλκοολική ιεραρχία, ώστε να γνωρίζει «ποιο είναι αυτό το έξτρα ποτό που δεν πρέπει να πιεις».

Αναμφίβολα ο Βασίλης είναι ο πιο σκεπτόμενος και μαχητικός της παρέας. Πέρα από τις πολύωρες μάχες, που σχεδόν καθημερινά δίνει με απώτερο στόχο την κατάκτηση του dark artifact, ελιξίριο ψηφιακής αθανασίας (μάλλον), κατασφάζοντας θανατηφόρα ξωτικά, ασπρόμαυρους μάγους, φλογοβόλους δράκοντες, ιεροφάντες νεκρών, ιππότες του σκότους και πρίγκιπες του ερέβους, που τον χτυπούν με βέλη και μαγικά ξόρκια, τρώγοντας «την πολύτιμη μπάρα της ζωής του», κατατρίβεται σε υπαρξιακές-αλκοολικές αγωνίες. Ενδεικτικά μία: «Γιατί να πας για ύπνο όταν μπορείς να πιεις λίγο ακόμα;»

Άλλη στιγμή, υπολογίζοντας πως την προηγουμένη είχε καταφέρει να μεθύσει τρεις φορές και πως σε μία ημέρα μπορούσε να δει ισάριθμες ανατολές, καταλήγει σε ένα καινοφανές αξίωμα: «Οι ώρες είναι λίγες. Δε μας φτάνουν. Χρειαζόμαστε κι άλλες». Αλλά πέρα από το ενδιαφέρον για τα μαθηματικά, το αλκοόλ τού ενέπνεε και περιέργεια για τους νόμους της φυσικής. Σκεφτόταν, για παράδειγμα, πως υπάρχει η εντροπία, υπάρχει, όμως, και η «ξεδιαντροπία».  Από το άλλο μέρος, όπως εντυπωσιαζόταν από τους βιρτουόζους μεθύστακες, που με τις αντοχές τους επιβεβαίωναν το μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης και τις αδιερεύνητες δυνατότητές της, δεν τον άφηνε ποτέ ασυγκίνητο, στο ξεθύμασμα της μέθης, η «τιτάνια προσπάθεια του ανθρώπινου εγκεφάλου για restart». Το θέαμα της Πανδώρας να παλεύει να διαπεράσει με τη βούληση του σώματός της κλειστά παντζούρια και ντουλάπες, αναζητώντας την πόρτα του σπιτιού ή ίσως μια πύλη «σε κάποια άλλη –προφανώς καλύτερη- διάσταση», καταδείκνυε την αλυσιτέλεια αυτής της προσπάθειας.

Ένα ζήτημα που επίσης απασχολούσε τα μουλιασμένα εγκεφαλικά κύτταρα του Βασίλη, γεννώντας του κάπως στενόχωρες απορίες, ήταν τα μεσημεριανά ούζα. «Πάντα είναι μαλακία. Και αφού πάντα είναι μαλακία, γιατί εξακολουθώ να κάνω αυτή τη μαλακία; Γιατί κάνουμε τις μαλακίες που κάνουμε;»

Όσο παρατεινόταν η παραμονή στο μπαρ, τόσο περισσότερο σκοτείνιαζαν οι σκέψεις. Τότε, με όλα αυτά που είχε πιει να ουρλιάζουν μες στο κεφάλι του, ο Βασίλης άρχιζε να αναζητά συνδέσεις μεταξύ ναρκοληψίας και κατάθλιψης, αλλά και απαντήσεις σε διερωτήσεις σχετικά με τη διαφυγούσα χαρά της ζωής. «Γιατί διασκεδάζει ο κόσμος; Γιατί ενώ ζεις σε μια διαρκή πνευματικοσωματική ένδεια, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, χωρίς μέλλον, χωρίς φίλους, ξαφνικά διασκεδάζεις; Γιατί πίνεις το ποτάκι σου, γελάς με κρύα αστεία, χορεύεις τραγούδια που –πολλές φορές- δε σου αρέσουν; Είχε τη μικρή υπόνοια ότι οι περισσότερες από τις απαντήσεις που έψαχνε είχαν να κάνουν με το σεξ».

Οι στιγμές αμηχανίας είναι πάντα πρόβλημα. Αναπόφευκτη στη ζωή ενός αλκοολικού, η αμηχανία ενεδρεύει στη μεταιχμιακή διεργασία, συνηθέστερα εωθινή, μεταξύ τήξης και πήξης της συνειδητότητας. Όσο τα ποσοστά αιθυλικής αλκοόλης στο αίμα μειώνονται, τόσο περισσότερο αυξάνεται η αμηχανία ή, αλλιώς, ο βαθμός τριβής με τον πραγματικό κόσμο. Όμως, ο Βασίλης ήταν αρκετά πεπειραμένος για να ενοχλείται από τις αμήχανες στιγμές, αλλά και αρκετά φιλοσοφημένος ώστε να τους προσδίδει το δέον, φιλοσοφημένο νόημα. Όπως συλλογίζεται στην εκπνοή ενός ακόμα λιποθυμικού επεισοδίου, η διάρκεια του βίου συνίσταται σε μια «αλληλουχία αμήχανων στιγμών, ένα κολιέ αμηχανίας, αλλά όχι ακριβώς αμηχανίας. Περισσότερο οικειότητας. Οι μαλακίες που έχεις συνηθίσει από τον εαυτό σου».

«Ο μεθυσμένος. Είναι άνθρωπος κι αυτός. Αλλά μεθυσμένος άνθρωπος. Και ενίοτε πολύ μεθυσμένος. Και ενίοτε πάρα πάρα πολύ μεθυσμένος.

Ζει σ’ έναν κόσμο κοντά μας αλλά τόσο μακριά μας. Χρειάζεται ανθρώπινη επαφή και –κάποιες στιγμές- την εκπέμπει. Με κουτουλιές.

Είναι αυτόνομος και αυτάρκης. Δε χρειάζεται τροφή. Δε χρειάζεται ύπνο. Δε χρειάζεται δουλειά, χρήματα, οικογένεια, φίλους. Δε χρειάζεται τίποτα».

Αλλόκοτες σκέψεις, οπωσδήποτε λιγότερο πεζές από αυτές του Βασίλη, τυραννούσαν και τον Ηλία, πρώην απολυμένο και νυν μπουζουξή. Αν οι αλχημείες, που απεργάζονταν ερήμην της οι εγκεφαλικές της συνάψεις, έκαναν την Πανδώρα να εκφέρει τη λέξη «μυστικιστικό» πλεοναστικά ένσιγμη, ο Ηλίας επιφύλασσε στην ίδια λέξη και τα παράγωγά της εκκεντρικές παραλλαγές, ενσωματωμένες σε κουφές, φευ δημοφιλείς, θεωρίες συνωμοσίας. Για παράδειγμα, ήταν ο τύπος που θα εντρυφούσε σε κείμενα περί ορφισμού προς αλίευση απόκρυφων, δολίως χαλκευμένων, αληθειών. Μιλούσε μια διττή γλώσσα μύστη, που του επέτρεπε να προτείνει τις γνώσεις του σαν την επιφάνεια μιας αβυσσώδους πολυσημίας. Ήταν εθισμένος στο εξωφρενικό και αυτή η έξη (συν τις άλλες) τον έκανε εξαιρετικά ευεπίφορο σε πομφολυγώδεις αρλούμπες. Είχε κάθε καλή διάθεση να καλωσορίσει ταξιδιώτες από άλλους κόσμους, που μας παρακολουθούν και μας προσέχουν από διάφορες γωνιές του σύμπαντος, και μπορούσε να μεταφράζει ανεμπόδιστα τα κρυπτογραφημένα σημάδια του μεταφυσικού. Η εξάσκησή του στην ανίχνευση παντοειδών σκευωριών και απειλών τον κρατούσε διαρκώς σε έμφοβη εγρήγορση, η οποία δεν κατευναζόταν καθόλου από τις αναγνωστικές του προτιμήσεις. Επειδή πίστευε πως τα βιβλία είναι για να ανοίγουν το μυαλό και όχι για να το γεμίζουν με σαχλαμάρες, αναδιφούσε ξαπλωμένος στην άμμο έναν ογκώδη τόμο, που τιτλοφορούνταν Στα Σκοτάδια του Υπερφυσικού. Παραδόξως, η ιδιαίτερη βιβλιοφιλία του αποδεικνυόταν πρόσφορη για τον συγχρωτισμό με τις παρυδάτιες συστάδες κοριτσιών, ενημερωμένων όχι μόνο για τα μυστικά των αστρολογικών χαρτών και τους ευαγγελισμούς του Κοέλιο, αλλά και για τους εναέριους ψεκασμούς. Ο Βασίλης υποψιαζόταν πως ο Ηλίας είχε προσβληθεί από την επιδημική νόσο της «ευκολοπιστίασης», που διέλυε «το ανοσοποιητικό του εγκεφάλου», καταστέλλοντας τις «φυσιολογικές αντιστάσεις στις μαλακίες που ακούει κάθε μέρα από παντού».

Πάντως, αν το ήθελαν, μπορούσαν και οι τέσσερίς τους να δείχνουν ανεπίληπτα φυσιολογικοί. Η μέθοδος παραπλάνησης των παρακείμενων παραθεριστών ως προς την πνευματική τους κατάσταση, βασιζόταν στο ανάδεμα με το καλαμάκι του περιεχομένου του ποτηριού, που τύχαινε να έχουν μπροστά τους· περιεχομένου αδιάφορου, καθότι μη αλκοολούχου, συνεπώς ακατάλληλου για πόση. Η κυκλική, αυτιστική κίνηση του καλαμακίου εντός του ποτηριού ανάδευε τον ακίνητο χρόνο του αράγματος στην καρέκλα μιας καφετέριας, χαρίζοντάς τους, πέρα από ανεκτίμητη αμεριμνησία, και μια «ψευδαίσθηση κανονικότητας». Βέβαια, η κατάχρηση της μεθόδου είχε παρενέργειες. Διότι, «μετά από δέκα λεπτά επίμονου στριφογυρίσματος καλαμακίου, το αθώο ανακάτεμα χάνει την κανονικότητά του και γίνεται ελαφρώς ανησυχητικό. Αλλά αυτό δεν το ήξεραν, γιατί η έννοια του χρόνου είχε κάπως απολέσει την ακριβή, μαθηματικά υπολογισμένη διάστασή της, έχοντας ξεχειλώσει στα βάθη του εγκεφαλικού τους χωροχρόνου».

Ο Βασίλης και η Πανδώρα δεν ήταν μονίμως αλλού. Υπήρχαν φορές που βρίσκονταν στην Αντίκαρο, και τότε απομιμούνταν αρκετά πειστικά τον τουρίστα-δραπέτη του άστεως. Σεργιανίζοντας στα σοκάκια της Χώρας, απέτιναν τον οφειλόμενο φόρο τιμής στην, άδολη, αΐδιο (unspoiled) και αμόλυντη, ανθρωπογεωγραφία της επαρχίας, σιχτιρίζοντας («ελληνικό σπορ») τη «μαυρίλα της κωλόπολης» και τη μιζέρια της. «Το γεγονός ότι οι δύο φίλοι ξαφνικά μιλούσαν και φέρονταν σαν αναγνώστες βιβλίων αυτοβοήθειας και ισαπόστολοι του έντεχνου κοελισμού οφειλόταν εν μέρει στην καλή διάθεση που προκύπτει από ήλιο και καθαρό αέρα, αλλά κυρίως σ’ εκείνα τα χαπάκια που είχε μαζί του ο Βασίλης και μοιραζόταν με την Πανδώρα σε τακτικά διαστήματα».

Παρουσιάζουν έντονο ενδιαφέρον –αυστηρά κοινωνιολογικό- οι συναναστροφές, ηθελημένες και αθέλητες, των τεσσάρων φίλων τόσο με τους άλλους διακοπεύοντες όσο και με τους ντόπιους. Ο Χρηστίδης τούς κυκλώνει από ένα σμήνος φρενόληπτων, λίγο πολύ, ατόμων, που άλλα θέλουν πάση θυσία να διασκεδάσουν, και να τα δουν όλοι να διασκεδάζουν, και άλλα να συνεχίσουν απλώς να παραφρονούν ανενόχλητα. Καταλυτικές, λοιπόν, για την εκτράχυνση της παρωδίας είναι οι εμφανίσεις του Τζιτζιφύκου, ο οποίος μπολιάζει την αφήγηση με τις απαραίτητες δόσεις ντοπιολαλιάς, ενός κρυπτικού γλωσσικού ιδιώματος, αποκυήματος προφορικού λόγου πληγέντος από αλλεπάλληλες εκθλίψεις, του Σουμπουρδούμπου, ο οποίος επίσης διαπρέπει σε γλωσσοπλασίες, όχι όμως και στη γιόγκα επί των σκαμπό των μπαρ, του Ακαντάκα, εκπροσώπου της Ένωσης Τρελών Του Χωριού, επονομαζόμενου και «Ενεργειακή Καταβόθρα» ή «Μαύρη Τρύπα», καθώς μπορούσε να ρουφήξει τη θετική ενέργεια ακόμα και «της πιο ευτυχισμένης και χαρούμενης παρεούλας», του αστυνόμου Έκτορα, που μολονότι δεν ντρέπεται να φοράει τη στολή του, βαριέται οτιδήποτε έχει να κάνει με αυτή, και οπωσδήποτε της θεομανούς κυρίας Νεκρομάνσερ, στο κοτέτσι της οποίας συνυπήρχαν ο Διάολος και η Μελαμψή Παρθένος.

Το σκηνικό αλλοφροσύνης συμπληρώνουν ορισμένοι χαρακτήρες, που, λόγω ταλέντου και έμφυτης κλίσης, επωμίζονται την ευθύνη της αίσιας έκβασης ενός αιγαιοπελαγίτικου καλοκαιριού. Ο καβομάνατζερ, υπεύθυνος για το δέσιμο των κάβων και επαγωγικά για την αποβίβαση στην προβλήτα των ανήμερων μαχητών της διασκέδασης, οι πρωταθλητές στο φρίσμπι, που εφορμούν στην παραλία αστραποβολώντας από την υπόσχεση ενός μοναδικού χάπενινγκ, μέχρι να αρχίσουν να πετάνε ο ένας στον άλλο ένα πλαστικό καπάκι, ο Alpha Male, ευρηματικός σε ερωτικά καλέσματα, τόσο στην πίστα όσο και παραπλεύρως, αν και ενίοτε οι τεχνικές του απορρυθμίζονται εξαιτίας κάποιας υποτροπής του συνδρόμου τού «Ατένσιον Τζάνκι», και ασφαλώς τα κορίτσια, που με την κατάλληλη ένδυση (λίγη) και μουσική (λάτιν) υποδύονται με απαράμιλλο ζήλο τις βακχίδες.

Ωστόσο, ο Χρηστίδης δεν δείχνει τόσο κεφάτος όσο εκείνοι. Με την εναλλαγή εξωφρενικών στιγμιοτύπων, που θα μπορούσαν να είναι ακόμα και ανιαρά, αν δεν διηθούνταν μέσα από το θολωμένο πρίσμα της μέθης και της παραζάλης, ο Χρηστίδης κατορθώνει να αποτυπώσει ένα κοινωνικό σύνολο πολύ ευρύτερο από την κοινότητα των λουομένων σε ένα νησί του Αιγαίου. Οι στρεβλωμένες από τον σαρκασμό, που περιρρέει τις σελίδες, συμπεριφορές και αντιδράσεις, σκιαγραφούν την παράνοια, νοσηρή σε πολλές απολήξεις της, της ελληνικής κοινωνίας, τις αντινομίες της, τις εμμονές της, τις νευρώσεις της, τον ευτελισμό της, πρωτίστως, όμως, την παγίδευσή της σε μια χρονική λούπα. Τα μοτίβα της πολιτικοκοινωνικής ζωής επαναλαμβάνονται, σαν να αντανακλώνται το ένα πάνω στο άλλο σε έναν άφευκτο αντικατοπτρισμό, ενόσω το παρελθόν περιστρέφεται, θαρρείς, αενάως γύρω από το παρόν, επανακάμπτοντας αναλλοίωτο ανά τακτά διαστήματα, αναιρώντας με την κυκλική του τροχιά τη γραμμικότητα του χρόνου και μαζί τη μεταβλητότητα του μέλλοντος, το οποίο επέρχεται εντέλει μόνο για να ενισχύσει την εντύπωση της στασιμότητας.

Οι τρεις μαύρες φιγούρες, που διακρίνονται ζωγραφισμένες σε έναν παλιό γκρεμισμένο τοίχο, τον οποίο οι ήρωες συναντούν ανεβαίνοντας μια λαγκαδιά, εικονογραφούν παραστατικά το επαναλαμβανόμενο κουτρουβάλιασμα μες στον χρόνο παραπλήσιων συγκυριών. Εκείνοι προχωρούν στο ανηφορικό μονοπάτι, σε αναζήτηση μιας κρυψώνας με πολλή ιστορία, αλλά και, όπως ανακαλύπτουν, με πολλά σκουπίδια, ενόσω οι φιγούρες της τοιχογραφίας, έχοντας εκπληρώσει τον ιστορικό τους ρόλο, φαίνονται σαν να το κατεβαίνουν. Η εντοιχισμένη τους πορεία δεν μοιάζει περισσότερο σισύφεια από εκείνη του Βασίλη και των συνοδοιπόρων του.

Δηλωτικός της χρονικής δυσκινησίας είναι και ο ευτράπελος παραλληλισμός του Facebook με κοριτσίστικο λεύκωμα. Το παράλληλο ξεφύλλισμα διαδικτυακών προφίλ (Βασίλης) και το φυλλομέτρημα ενός λευκώματος ρομαντικών, αν και κάπως emo, κορασίδων του 1937 (Πανδώρα) ανήκει στις εμπνευσμένες στιγμές του βιβλίου. Ο παλιομοδίτικος και ο μοδάτος λόγος συναιρούνται στον ίδιο αχταρμά παλιλλογιών και ρηχότητας.

Από το άλλο μέρος, ο Χρηστίδης αποτολμά και κρισιμότερες συζεύξεις. Τα ποικιλώνυμα απομεινάρια του Εμφυλίου και η άνοδος τα τελευταία χρόνια της ακροδεξιάς σχολιάζονται ευθέως σε πολλές «παρεκτροπές» της αφήγησης. Το περιγελαστικό ύφος δεν υποτιμά στιγμή τις βλαβερές τους συνέπειες. Έχει σημασία πως ο Χρηστίδης, προτού εγκύψει στο ελληνικό καλοκαίρι εν καιρώ κρίσης, κάνει μια σύντομη αναδρομή στον γερμανικό χειμώνα του 1944. Οι εισαγωγικές συστάσεις των δύο (όχι και τόσο απομακρυσμένων ή αποκλινουσών) εποχών υποδεικνύουν ανησυχητικές συγκλίσεις.

 

Παλιά: «Ήταν ο χειμώνας της πείνας. Της προέλασης. Των αποφάσεων. Των βομβαρδισμών. Των υποβρυχίων. Των νεκρών. Του Τέλους της Νίκης. Της Αρχής της Ήττας».

Τώρα: «Ήταν το καλοκαίρι της δυσαρέσκειας. Της δυσαρμονίας. Της δυσανασχέτησης. Της δυσπαρευνίας. Της δυστροπίας. Της δυστυχίας. Της δυσφορίας. Ήταν όμως καλοκαίρι, και το καλοκαίρι περνάμε καλά. Εμείς εδώ».

 

Από τη μία, οι «(απο) φασίζουσες» κυβερνήσεις, «που τόσο αγαπάει αυτός ο τόπος, που να μη βασκαθεί», και από την άλλη, ο λαός, που ακόμα μία φορά «(απο)φάσισε», ως όφειλε, με βαθύ αίσθημα ευθύνης τους νέους «(απο) αποφασίζοντες», ολόιδιους με τους απερχόμενους. Ο Χρηστίδης δεν χρειάζεται να πει περισσότερα για το κλίμα μέσα στο οποίο γίνονται λιώμα ο Μπάντι, ο Βασίλης, η Πανδώρα και ο Ηλίας.

Χωρίς ουδέποτε να υποχωρεί η ατμόσφαιρα αποδιοργάνωσης και φρενιτιώδους έξαψης, ορισμένα στοιχεία εισδύουν στην αφήγηση για να υποσημειώσουν έναν προσανατολισμό, που λοξοδρομεί από τον χαβαλέ. Ένας σκελετός με μια τρύπα στο κρανίο από σφαίρα, μια κούτα με ετερόκλιτα αρχεία της τοπικής κοινότητας και ένα εικόνισμα Παναγίας, αλλόκοτης τεχνοτροπίας, φέρνουν τους ήρωες ενώπιον της Ιστορίας, μιας ιστορίας αλλοπρόσαλλης, κατακερματισμένης και κακοχωνεμένης, παρελθοντικής όσο και επίκαιρης. Ανασκαλεύοντας τον χαρτοπολτό της κούτας, ο Μπάντι βρίσκει κάποιες ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες, η σκηνοθεσία των οποίων μαρτυρεί πολλά για τα εμφυλιακά χρόνια του νησιού. Οι εξόριστοι και οι νομιμόφρονες γηγενείς νεύουν υπαινικτικά με τα βλέμματά τους μέσα από το παγωμένο καδράρισμα. Παρατηρώντας ένα αγόρι με τόπι (μπορούμε να το δούμε και στο ευφυές εξώφυλλο του βιβλίου) να ποζάρει εν τω μέσω των νοικοκυρεμένων συγγενών του, ο Μπάντι αναρωτιέται τι είχαν προλάβει να καταλάβουν αυτοί οι νεκροί από όσα εκτυλίσσονταν λίγο έξω από το καθιστικό τους. «Ο Μπάντι έμεινε σ’ αυτή τη φωτογραφία. Μια χαμογελαστή οικογένεια με πολλά παιδάκια, τόπι και κούκλα. Κι απ’ έξω, πόλεμος, εμφύλιος, εξόριστοι. Τι ξέρει αυτή η οικογένεια απ’ όλα αυτά; Τι της είπαν και τι κατάλαβε; Τι ψήφιζε; Σε τι αντιστάθηκε; Σε τι έκλεισε τα μάτια; Τι έγιναν αυτά τα χαμογελαστά παιδάκια; Τι έγινε το τόπι;»

Ο Χρηστίδης πηγαίνει τους ήρωές του για διακοπές στην Αντίκαρο, αποσπώντας τους από τον χυλό, που συνιστά το σημερινό εκλογικό σώμα. Ενδεικτικό είναι το ξάφνιασμα του Βασίλη από τη συνομιλία του με έναν τύπο, που συμπαθούσε τους Πακιστανούς, αλλά σιχαινόταν τους Αλβανούς. «Τι ήταν τώρα αυτός ο άνθρωπος; Δεξιός, αριστερός; Αριστεροδέξιος; Ρατσιστής; Φίλος των μεταναστών και εχθρός τους; Μισορατσιστής και μισοαντιρατσιστής;»

Αναντίρρητα το πιο δυνατό μέρος του βιβλίου είναι το εξασέλιδο ξέσπασμα του Βασίλη, που ψέλνει ωρυόμενος τον αναβαλλόμενο σε κάθε είδους παράγοντα και παραγοντίσκο της ελληνικής φρεναπάτης. Δύσκολα θα μπορούσε να τον αντικρούσει κανείς. Η ευστοχία του Χρηστίδη έγκειται στο ότι έβαλε αυτό το λιωμένο, χύμα άτομο να κατακεραυνώσει τη συστημική φαυλότητα. Αν αυτή η διάπυρη καταγγελία εκφερόταν από κάποιον πιο συγκροτημένο, τα λεγόμενά του θα ηχούσαν σαν εισαγγελική αγόρευση. Όμως η καταγγελτική παραφορά του Βασίλη όσο κορυφώνεται, τόσο περισσότερο γελοιογραφεί το μένος του. Είναι ένας ακόμα αγανακτισμένος, από τους πολλούς που ενδημούν στη χώρα, λιτανεύοντας τον φλύαρο θυμό τους. Εν ολίγοις, δεν πείθει ότι είναι καλύτερος από τα υποκείμενα που καταμηνύει. Άλλωστε, ο συγγραφέας δυναμιτίζει εξαρχής την εγκυρότητα του κατηγορώ του, τιτλοφορώντας το «εγκεφαλικό σεξ».

Υπάρχει και ένας ηλικιωμένος Γερμανός, ο Μαξ, χαμηλόφωνος, σχεδόν αδιόρατος, που όμως αποσιωπά ένα σημαντικό κομμάτι Ιστορίας, ασήκωτο, όπως κάθε αυτουργία ατομική και μαζί συλλογική. Ο Μαξ ξέρει για τον σκελετό (δωσίλογος ή ερωτικός αντίζηλος;) και για τη Μελαμψή Παρθένο (παγανιστικό σύμβολο ή τοπική σπεσιαλιτέ;), ξέρει επίσης τι τα συνδέει, τον φονικό παραλογισμό που εσωκλείουν. Όταν ο Ήλιος (το πιο άφεγγο πρόσωπο του μυθιστορήματος) τον σημαδεύει με ένα περίστροφο, βρίζοντάς τον γιατί το ηλίθιο, ανερμάτιστο μίσος του είχε πρόσκαιρα εστιαστεί στους κακούς Γερμανούς, ο Μαξ καταλάβαινε τον επίδοξο δολοφόνο του πολύ καλύτερα απ’ ό,τι ο ίδιος τον εαυτό του. Γνώριζε καλά αυτό το τυφλό μίσος και τον πόνο που φέρνει.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω μια διαφωνία μου με τους ισχυρισμούς του Χρηστίδη σχετικά με το ναζιστικό καθεστώς. Στο βιβλίο ο Χίτλερ και οι ναζί συλλήβδην παρουσιάζονται σαν παρανοϊκοί και δαιμονόπληκτοι, που είχαν μανία, πέρα από τον παγανισμό, με κάθε λογής μαγείες, βασκανίες, σύμβολα και μεταφυσικές μπαρούφες. Ο Μαξ αναφέρει κάπου: «Οι τύποι ήταν τρελοί, Μπάντι. Και παγανιστές. Ήθελαν να φτιάξουν τη δική τους θρησκεία. Μάζευαν ηλίθια αντικείμενα απ’ όλο τον κόσμο».

«Ο Μπάντι είδε στα μάτια του, πίσω απ’ την οργή. Είδε τη θλίψη. Τη θλίψη και την απόρριψη για τους συμπατριώτες του, που μπήκαν πίσω απ’ τους γελοίους με τα δισκοπότηρα και τους μαγικούς μανδραγόρες. Και σφάξανε τόσο κόσμο. Τόσο κόσμο, γαμώ το ναζισμό τους».

Γράφει ο Χρηστίδης: «Οι ναζί υπήρξαν μια ομάδα ρατσιστών-ημίτρελων ή τελείως τρελών που επιζητούσαν με πάθος παγκόσμια κυριαρχία σαν τους χειρότερους κακούς των κόμικς, αλλά είχαν και την οικονομική και πολιτικοστρατιωτική δύναμη να δοκιμάσουν το μαύρο σχέδιό τους. Το αποτέλεσμα: 60.000.000 νεκροί –δικοί τους και δικοί μας- και νέες μέθοδοι γενοκτονίας όπως οι θάλαμοι αερίων. Γενικά πάρα πολύ κακή εμφάνιση, χωρίς κανένα απολύτως ελαφρυντικό. Το χειρότερο είδος γαμημένων φασιστόμουτρων ψυχοπαθών. Αυτά. Α, και επίσης και αυτοί μοίραζαν πατάτες σε –μόνο Γερμανίδες- γιαγιάδες. Πολύ καλά παιδιά. Όλοι γύρω τούς κοροϊδεύανε, μέχρι που άρχισαν να σκοτώνουν όλο τον κόσμο που δεν ήταν σαν κι αυτούς, δηλαδή όλο τον κόσμο».

Θεωρώ λάθος να κατηγοριοποιούνται οι ναζί σαν παράφρονες, που είχαν το ακαταλόγιστο. Η επίκληση της παράνοιας ενδέχεται να ιδωθεί σαν άλλοθι ή έστω σαν απόπειρα εξήγησης των θηριωδιών τους. Όμως τα εγκλήματά τους είναι τρομακτικά επειδή ακριβώς διαπράχθηκαν από ευυπόληπτους πολίτες, οικογενειάρχες, θρησκευόμενους, υπαλλήλους και υψηλόβαθμους, με άλλα λόγια από συνηθισμένους ανθρώπους, όχι καλύτερους ούτε χειρότερους από άλλους. Το τρομακτικό είναι πως αυτοί οι συνηθισμένοι, «φυσιολογικοί», «καλοί» (όπως ο καλός Μαξ) άνθρωποι συναίνεσαν στο απόλυτο κακό. Προφανώς, κάποιοι από αυτούς μπορεί να ήταν για δέσιμο, αλλά η πλειοψηφία (ο κύριος συντελεστής στην επιτυχία του Χίτλερ) δεν ήταν. Καμία ερμηνεία (πολλώ δε μάλλον της τρέλας των θυτών) δεν μπορεί να αντισταθμίσει τον τερατώδη παραλογισμό του Ολοκαυτώματος. Είναι ένα ιστορικό έγκλημα που πρέπει να παραμείνει ανεξήγητο και ανεπανάληπτο. Είναι, επίσης, η εφιαλτική υπόμνηση πως το απόλυτο κακό δεν συνιστά μια σπάνια εκτροπή της ανθρώπινης φύσης, αλλά εγγενές στοιχείο της, σύμφυτο με τη δυναμική της.

«Χουντικοί, βασιλικοί, χουντοβασιλικοί, βασιλοχουντικοί, ναζί, νεοναζί, παλαιοναζί, υστεροναζί, τρέντι ναζί, ρατσιστές, ομοφοβικοί, κομπλεξικοί, καθάρματα και κάθε είδους συνειδητοποιημένα φασιστόμουτρα», αλλά και φρικιά, τζάνκι, σαλοί, διά Χριστόν και διά αλκοόλ, κακόσημοι διάσημοι, κουρέλες, παραισθησιογόνοι νεκροζώντανοι, αγγελοκρουσμένες γραίες, ηλιοκαμένοι γόηδες, τεφρά μορμολύκεια, αποφώλια τέρατα και αεικύμαντες κόρες, όλοι τους συναποτελούν τον τρισάθλιο, τραγικοκωμικό θίασο του μυθιστορήματος. Και ο Μπάντι, ο Βασίλης, η Πανδώρα και ο Ηλίας, «οι οδηγοί της μεγάλης πορείας των παρεισάκτων».

 

Εκμεταλλευόμενος στο έπακρο τις θαυματουργές προσμείξεις της γλώσσας με την ειρωνεία, ο Χρηστίδης κατορθώνει να αποδώσει στη δέουσα ένταση το γκροτέσκο ηχόχρωμα του νεοελληνικού πανδαιμόνιου. Μια διαπεραστική κακοφωνία από ασυντόνιστες, εξημμένες φωνές, που παλεύουν να κάνουν πάταγο είτε με ληρώδη παραληρήματα είτε με ντελιριακά επιφωνήματα, για να σβήσουν εντέλει σ’ ένα υπόκωφο, γλιτσερό «πλοπ». Μια μπουρμπουλήθρα, «σαν εκείνες που δημιουργεί η γεωθερμική ενέργεια στις λασπωμένες λακκούβες των ηφαιστείων», που, αφού τανυστεί μέχρι τα όριά της, σκάει μες στο χυλώδες μυαλό, συμπαρασύροντας κάθε φυσαλίδα σκέψης.

 

Παρωδώντας ξέφρενα τις μεγαλοστομίες, την ηθικοπλαστική υψηλοφροσύνη, τις ψυχοπονιάρικες νουθεσίες και τις θρηνωδίες του συρμού, ο Λένος Χρηστίδης γράφει ένα ουσιαστικό (ούτε καθ’ υπόνοια ευκαιριακό) μυθιστόρημα για την ελληνική κρίση, πτυχές της οποίας αντανακλά σε πρόσωπα ψυχαναγκαστικά ξετρελαμένα και διόλου ψυχοπλακωμένα, ως είθισται. Τι ωραίο εύρημα. Η κρίση να σοβεί σε ένα γλέντι παραισθήσεων, παροξυσμών και παραλίγο πτώσεων. Τελικά, ένα βιβλίο με πολύ, πολύ γέλιο, αλλά και αρκετά σοβαρό για να το δείχνει.

 

 

lenos_christidis

 

Λένος Χρηστίδης, Η μελαμψή παρθένος,  Εκδόσεις Καστανιώτης

 

73,148 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Διαβάζοντας το Ουίσκι Μπλε της Τέσυς Μπάιλα, του Πασχάλη Πράντζιου

Όταν διαβάζω  ένα μυθιστόρημα και αποφασίζω να μιλήσω γι’ αυτό, αποφεύγω να επικεντρωθώ στις πληροφορίες που συνιστούν τη μυθιστορηματική πλοκή,...

Close