ΦΑΚΕΛΟΣ: Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό: Η Ελένα Λαζάρ για την ελληνική λογοτεχνία στη Ρουμανία

By  |  0 Comments

Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό. Στο πλαίσιο της διερεύνησης της εξωστρέφειας ή εσωστρέφειας της Ελληνικής λογοτεχνίας, το Literature.gr εγκαινιάζει μια σειρά από συνεντεύξεις με μεταφραστές. Σκοπός μας είναι να διαπιστώσουμε τι συμβαίνει ακριβώς στο εξωτερικό σε σχέση με την ελληνική λογοτεχνία, πόσο γνωστή και αποδεκτή είναι από τους ξένους αναγνώστες, σε ποια εμπόδια προσκρούει η διάδοσή της. Ακόμα, επιδιώκουμε, μέσα από αυτές τις συνεντεύξεις και τη συσσωρευμένη εμπειρία των μεταφραστών, να ανιχνεύσουμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, τις ιδιαιτερότητες της μετάφρασης της ελληνικής λογοτεχνίας και γενικά τον ρόλο του μεταφραστή.

Επιμέλεια: Αιμίλιος Σολωμού

 

Η Ελληνική λογοτεχνία παραγόταν και μεταφραζόταν στη Ρουμανία εδώ και αιώνες. Ασφαλώς αυτό συνδέεται με τις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στη Ρουμανία τους τελευταίους αιώνες και στις σχέσεις που διατηρούσε ο ευρύτερος ελληνισμός με τη χώρα αυτή. Την περίοδο 1837-2002 μεταφράστηκαν στα ρουμάνικα 289 λογοτεχνικά έργα 103 συγγραφέων. Την περίοδο 1950-1989, υπό το κομουνιστικό καθεστώς, εκδόθηκαν 181 έργα 64 συγγραφέων πολλοί από τους οποίους ανήκαν στην αριστερά. Το 2003-2007 μεταφράστηκαν άλλοι 32 τίτλοι (ανάμεσά τους και 9 δίγλωσσες εκδόσεις). Τα στοιχεία αυτά αντλήθηκαν από την έρευνα της κ. Ελένα Λαζάρ που δημοσιεύεται στην έκδοση του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας ««…γνώριμος και ξένος…», Η νεοελληνική λογοτεχνία σε άλλες γλώσσες, (2012, επιμέλεια Βασίλης Βασιλειάδης). Κι αντιλαμβάνεται κανείς το εύρος και την υποδοχή της ελληνικής λογοτεχνίας στη Ρουμανία. Οι πιο γνωστοί Έλληνες συγγραφείς στη Ρουμανία είναι ο Ν. Καζαντζάκης (13 μεταφράσεις-ιδιαίτερα Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά αριθμεί πέντε εκδόσεις), ο Κώστας Ασημακόπουλος και ο Γιάννης Ρίτσος (8 μεταφράσεις), ο Καβάφης (6 μεταφράσεις). Τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερη άνθηση γνωρίζουν οι μεταφράσεις της κυπριακής λογοτεχνίας (π.χ. Γ. Κατσούρης, Η. Μελεάγρου, Π. Ιωαννίδης, Ν. Κρανιδιώτης, Θ. Πιερίδης, Ν. Φ. Πιερίδης, Γ. Μολέσκης, Κλ. Αγγελίδου, Ν. Μαραγκού, Ν. Λ. Φιλίππου). Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια κάμψη «στον αριθμό των αντιτύπων της κάθε έκδοσης, η οποία όμως δεν οφείλεται στην έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους των αναγνωστών, αλλά σε οικονομικούς λόγους», αναφέρει η κ. Λαζάρ. Ωστόσο, συμπληρώνει στην έρευνά της: «Οι προοπτικές που ανοίγονται παρά τις οικονομικές αντιξοότητες, είναι πράγματι πολλές. Το δυναμικό των αναγνωστών (η Ρουμανία είναι μια χώρα με 22 εκατομμύρια κατοίκους), η δίψα για επικοινωνία και ανάγνωση, που διατηρείται ακόμα σε ικανοποιητικό επίπεδο, το δυναμικό των νεοελληνιστών και των μεταφραστών, η υψηλή ζήτηση για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας αποτελούν δυνατά επιχειρήματα για τον συντονισμό των προσπαθειών όλων των εμπλεκόμενων παραγόντων, ώστε η παρουσία των ελληνικών γραμμάτων στη φιλελληνική Ρουμανία να διατηρήσει την ίδια προνομιακή θέση που είχε μέχρι τώρα».

Η ελληνική λογοτεχνία ευτύχησε να έχει στην υπηρεσία της τις τελευταίες δεκαετίες την κ. Ελένα Λαζάρ. Είναι μια μεγάλη κυρία των ελληνικών γραμμάτων στο εξωτερικό. Δραστήρια και ακούραστη, και πάντα ενθουσιώδης, προβάλλει όχι μόνο στη Ρουμανία, αλλά και αλλού, την ελληνική λογοτεχνία. Εξαιρετική μεταφράστρια η ίδια (μέχρι σήμερα μετέφρασε 53 βιβλία νεοελληνικής λογοτεχνίας), ίδρυσε το 1991 τον εκδοτικό οίκο ΟΜΟΝΟΙΑ που ειδικεύεται στη μετάφραση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στη Ρουμανία. Από την ΟΜΟΝΟΙΑ έχουν εκδοθεί ήδη 170 (!!!) μεταφράσεις ελληνικής λογοτεχνίας ή έργα αφιερωμένα στον ελληνισμό της Ρουμανίας. Έχει τιμηθεί πολλές φορές για τις μεταφράσεις και τη δράση της. Ανάμεσα σε άλλα, ως Πρέσβειρα του Ελληνισμού (2005) με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Ευποιίας (2011). 

Η κ. Λαζάρ μας μίλησε για την πορεία της στα ελληνικά γράμματα και περιέγραψε την εικόνα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας στη Ρουμανία. Στην εξαιρετική -και πλούσια- συνέντευξή της παρέθεσε ορισμένα από τα προβλήματα και τις δυσκολίες που συναντούν οι μεταφραστές της ελληνικής λογοτεχνίας π.χ. η απουσία προγραμμάτων στήριξης της λογοτεχνίας και ο τερματισμός του προγράμματος του ΕΚΕΒΙ για τις συναντήσεις μεταφραστών στα εργαστήρια μετάφρασης που αποτέλεσαν πρότυπο και για άλλες χώρες. Ακόμα αναφέρθηκε στον ρόλο του μεταφραστή και την αγάπη που πρέπει να έχει για το υπό μετάφραση έργο. 

 

Τι σας ώθησε να μάθετε ελληνικά και να ασχοληθείτε με την ελληνική γραμματεία;

Για τη σχέση μου με την ελληνική γλώσσα μίλησα πολλές φορές και υπάρχουν αρκετές αναφορές στον ελληνικό τύπο. Είμαι απόφοιτος του τμήματος κλασικών γλωσσών στο Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου. Δεν ήταν γραφτό να γίνω καθηγήτρια λατινικής γλώσσας όπως ονειρευόμουν τότε, μπήκα όμως στον εκδοτικό τομέα. ´Εγινα συντάκτρια (επιμελήτρια εκδόσεων, όπως λέμε σήμερα) σ’έναν εκδοτικό οίκο ειδικευμένο στην μετάφραση της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι περισσότεροι συνάδελφοί μου ήταν έμπειροι μεταφραστές από διάφορες γλώσσες. Κάποια στιγμή, μ’ ενδιάφερε η εξέλιξη της ελληνικής από τα αρχαία στα νέα ελληνικά. Με τη Γραμματική του Τριανταφυλλίδη, που βρήκα στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη και την οποία έχω αντιγράψει με το χέρι, ανακάλυψα, λοιπόν, αυτή τη νέα γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή ήταν αποφασιστική για τη συνέχεια της πορείας μου. Από τη στιγμή που κατάφερα να διαβάσω το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό κείμενο (το μυθιστόρημα Μενεξεδένια Πολιτεία του Τερζάκη), «πρόδωσα»  για πάντα την αρχαία γραμματεία (αν και η πρώτη μετάφρασή μου ήταν τρία φιλοσοφικά δοκίμια του Seneca). Επί πάνω από τέσσερις  δεκαετίες (αυτό το καλοκαίρι συμπληρώθηκαν ακριβώς 41 χρόνια από την πρώτη μου επαφή με την Ελλάδα και τον πολιτισμό της), απασχολούμαι σταθερά με τα ελληνικά γράμματα και τη μετάφραση έργων απ’ αυτό το πλούσιο κεφάλαιο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αξίζει κανείς να μάθει τα νέα ελληνικά – κάθε φορά που έχω την ευκαιρία το επαναλαμβάνω στους νέους– έστω και μόνο να διαβάσει στο πρωτότυπο ορισμένα αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Για τούτο ετοίμασα και ένα βιβλίο, Αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (2003),  όπου περιγράφονται 150 έργα όλων ειδών που αποτελούν σημεία αναφοράς στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αλλά, πριν απ’ αυτό, σκέφτηκα ότι για να μεταφράσω και να κάνω τις επιλογές μου εν πλήρει γνώση της υπόθεσης, πρέπει να γνωρίσω την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Για τούτο προχώρησα στην προετοιμασία του έργου Πανόραμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (1987 και 2η έκδοση, συμπληρωμένη, 2001), λεξικό με 800 λήμματα,  για την πραγματοποίηση του οποίου είχα την υποστήριξη των αείμνηστων καθηγητών Κ. Θ. Δημαρά και Κ. Μητσάκη. Παράλληλα, το 1999 ετοίμασα και το Πανόραμα της Κυπριακής Λογοτεχνίας, για να γνωρίσουν οι Ρουμάνοι ειδικοί αυτό το σημαντικό, ξεχωριστό κεφάλαιο των Ελληνικών Γραμμάτων.

 

Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας;

” Στην εποχή όπου η έκφραση «οικονομική κρίση» έγινε locus communis παντού, αλλά με πιο οδυνηρές συνέπειες στην περιοχή μας, η ανταλλαγή λογοτεχνικών έργων και βιοτικών εμπειριών και γνωμών πρέπει  όχι μόνον να συνεχιστεί, αλλά να γίνει ακόμα πιο έντονη.” 

Στον εκδοτικό οίκο όπου δούλευα, είχα την τύχη να γνωρίσω τους πιο σημαντικούς μεταφραστές νεοελληνικής λογοτεχνίας (που ήταν κατά πλειοψηφία γυναίκες). Χάρη στην προτροπή και τη βοήθειά τους, έγινα μεταφράστρια ελληνικής λογοτεχνίας. Χρωστάω ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη στις αείμνηστες κυρίες των Ελληνικών Γραμμάτων στη Ρουμανία – τη Μαρία Μαρινέσκου Χίμου, την Πολυξένη Καραμπί, την Ανθίτσα Αυγουστοπούλου-Ζουκάν (ο αριθμός μεταφράσεων αυτής της χρυσής τριάδας ξεπερνάει 100 τίτλους!). ´Εμαθα τη νέα ελληνική γλώσσα   σιγά-σιγά, μεταφράζοντας. Από το πρώτο βιβλίο –Το πνεύμα και η εποχή του Πέτρου Χάρη – που κυκλοφόρησε το 1978, μέχρι την πιο πρόσφατη μετάφραση – Οι ελληνορωμαϊκές ρίζες της Ευρώπης στους Ευρωπαίους μέσα από τον στοχασμό των Ευρωπαίων μελετητών της καθηγήτριας Στέλλας Πριόβολου, που κυκλοφόρησε τον φετινό Οκτώβρη – πέρασαν περίπου τέσσερις  δεκαετίες. Πρόκειται για μια μαιανδρική πορεία, η σοδειά της οποίας αποτελείται σήμερα από 53 εκδόσεις με μεταφράσεις ελληνικής λογοτεχνίας (από τις οποίες 9 σε συνεργασία).

 

Διευθύνετε τον εκδοτικό οίκο Ομόνοια, ο οποίος εξειδικεύεται στα ελληνικά γράμματα. Ποια είναι ακριβώς η δράση της Ομόνοιας;

Το 1991, από συντάκτρια σε κρατικό εκδοτικό οίκο έγινα ιδιοκτήτρια εκδοτικού οίκου με μοναδικό κεφάλαιο τη δύναμη δουλειάς και τα πολλά φιλόδοξα σχέδια. Η Ομόνοια είναι ο μοναδικός εκδοτικός οίκος στη Ρουμανία, και αυτή στιγμή ο μοναδικός και στη Νότιο-Ανατολική Ευρώπη, ο αποκλειστικός σκοπός του οποίου είναι η προβολή των Ελληνικών Γραμμάτων σε μια χώρα όπου ο ελληνισμός αισθάνεται ότι βρίσκεται στο σπίτι του. Αυτό δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την ανταπόκριση και την ενθάρρυνση εκ μέρους ορισμένων ελληνικών ή κυπριακών ιδιωτικών ή κρατικών ιδρυμάτων ή συλλόγων  και εταιρειών. Σταδιακά ο εκδοτικός οίκος βρήκε υποστηρικτές και στον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο της Ρουμανίας. Τα 170 βιβλία που αφορούν μόνον τα Ελληνικά Γράμματα και την ιστορία του Ελληνισμού της Ρουμανίας δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν χωρίς έστω και μια στοιχειώδη υποστήριξη.

Παρά τη σταθερή απήχηση που γνωρίζει η νεοελληνική λογοτεχνία, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε εξ αιτίας  της μεταβατικής περιόδου από την οποία περνάει η σημερινή Ρουμανία. Υπήρχε τέτοια δίψα για επικοινωνία με τον έξω κόσμο, ώστε το 1990 ιδρύθηκαν στη Ρουμανία 4000 εκδοτικοί οίκοι! Απ’ αυτούς λειτουργούν σήμερα περίπου 800 εκδοτικοί οίκοι, από τους μεγαλύτερους (που βγάζουν ένα βιβλίο την ημέρα) μέχρι τους μικρούς, όπως η Ομόνοια. Το 40% της ρουμανικής εκδοτικής παραγωγής είναι οι μεταφράσεις. Για να επανέλθω στην Ομόνοια, να σημειώσω ότι το 1999 εγκαινιάστηκε η σειρά «Βιβλιοθήκη της Ελληνικής Λογοτεχνίας», όπου εντάσσονται οι μεταφράσεις ελληνικής και κυπριακής λογοτεχνίας. Ξεχωριστή θέση σ’ αυτή τη σειρά κατέχουν οι δίγλωσσες εκδόσεις Ελλήνων/Κυπρίων ποιητών (μέχρι τώρα κυκλοφόρησαν 20 τέτοιες εκδόσεις).  Στην Ομόνοια κάνουν το ντεμπούτο τους νέοι μεταφραστές. Προσπαθώ, με τη σειρά μου,  να μοιράσω την εμπειρία μου στους νέους, όπως έγινε στη δική μου περίπτωση με τις τρεις μεταφράστριες για τις οποίες σας μίλησα στην αρχή.

 

 

Πόσο γνωστή είναι η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στη Ρουμανία; Υπάρχει ενδιαφέρον, προοπτική για νέες μεταφράσεις;

” Ο μεταφραστής δεν μπορεί να είναι σωστός διαμεσολαβητής χωρίς να είναι και δημιουργός. Και η ευθύνη του τεράστια, στις δύο ιδιότητες. Ως δημιουργός, να μην ξεπεράσει τα όρια του πρώτου δημιουργού, ως διαμεσολαβητής, να μην προδώσει τον συγγραφέα. Πρέπει να προσέξει κάθε στιγμή για να κρατήσει την απαραίτητη ισορροπία. Ουσιαστική είναι, κατά τη γνώμη μου, η αγάπη για το έργο, να έχεις πλήρη επικοινωνία με το κείμενο, να διαλέξεις έργο που να αγαπάς και να σου ταιριάζει. ”

Η παράδοση που είχε η μετάφραση ελληνικής λογοτεχνίας στη Ρουμανία, η οικειότητα του Ρουμάνου αναγνώστη με τη λογοτεχνία αυτή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οποίας μοιάζουν πολύ μ’ εκείνα της ρουμανικής λογοτεχνίας, είναι παράγοντες που συμβάλλουν σε μια σταθερή απήχηση των ελληνικών έργων. Η ιστορία της μεταφρασμένης νεοελληνικής λογοτεχνίας στα ρουμανικά έχει μια παράδοση που ξεπερνάει τους τέσσερις αιώνες. Η ιστορία των εκδόσεων νεοελληνικής λογοτεχνίας μεταφρασμένης στη ρουμανική γλώσσα μετρά 180 χρόνια. Οι ρουμανικές εκδόσεις μεταφρασμένης νεοελληνικής λογοτεχνίας δεν εμφανίζονται, λοιπόν, σε έρημο έδαφος. Ένα σημαντικό κεφάλαιο της νεοελληνικής λογοτεχνίας έχει ως τόπο γεννήσεώς του τον χώρο της σημερινής Ρουμανίας (να αναφέρω εδώ το πεζογράφημα του Νικολάου Μαυροκορδάτου Τα Φιλοθέου Πάρεργα, που γράφτηκε πριν από 300 χρόνια στη γη της σημερινής Ρουμανίας). Ελληνικά λογοτεχνικά έργα ριζώνουν στη ρουμανική γη, γίνονται λαϊκά αναγνώσματα. Λόγου χάριν, ο Ερωτόκριτος μεταφράζεται τρεις φορές, από τον 18ο αιώνα ακόμα, και εκδίδεται δύο φορές τον 19ο αιώνα. Τον Θούριο, το επαναστατικό εμβατήριο του «νέου Τυρταίου της Ελλάδας», Ρήγα Βελεστινλή, τον τραγουδούσαν με ενθουσιασμό οι κάτοικοι του Βουκουρεστίου στις αρχές του 19ου αιώνα. Η συμβίωση επί αιώνες της ρουμανικής και της νεοελληνικής λογοτεχνίας θα συμβάλλει ουσιαστικά στη μεταγενέστερη δεκτικότητα του ρουμανικού κοινού ως προς τη νεοελληνική λογοτεχνία. Νεοελληνική λογοτεχνία δημιουργούνταν και εκδιδόταν συνεχώς στη Ρουμανία καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα (να αναφέρω εδώ τον «Νέον Ανακρέοντα», όπως επονομάζεται ο Αθανάσιος Χριστόπουλος). Νεοελληνική λογοτεχνία γράφεται στη Ρουμανία και κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα από Έλληνες οι οποίοι, μετά τα δραματικά γεγονότα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, βρήκαν φιλοξενία εδώ. Ο ελληνικός τύπος (από το 1840 μέχρι τη δεκαετία του 1950 τυπώνονταν και κυκλοφορούσαν 31 ελληνικές εφημερίδες σε διάφορες πόλεις) διαδραμάτισε, επίσης, σημαντικό ρόλο στην προβολή της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε αυτή την περιοχή.

 Σ’ αυτά τα συμπεράσματα έφθασα, όταν χάρη στην πρωτοβουλία του Κέντρου της Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη προχωρήσαμε στην καταγραφή των ρουμανικών μεταφράσεων ελληνικής λογοτεχνίας. Ο διάλογος των δύο λογοτεχνιών  πρέπει οπωσδήποτε, παρά τις αντιξοότητες της σημερινής εποχής (αλλά μήπως υπάρχει εποχή χωρίς αντιξοότητες;) να συνεχιστεί. Το πιο δυνατό επιχείρημα είναι οι αμέτρητες εκλεκτές συγγένειες και οι αλληλοεπιδράσεις που  συνδέουν τις δύο λογοτεχνίες. Αναρωτιέμαι συχνά, πώς ήταν δυνατό τα έργα του Ρήγα Βελεστινλή, τυπωμένα στη Βιέννη, να έχουν χιλιάδες συνδρομητές στο Βουκουρέστι και στο Ιάσιο; Πώς έγινε αυτό το θαύμα να έχουμε την πρώτη ρουμανική έκδοση του αριστουργήματος του Βιζυηνού Το αμάρτημα της μητρός μου σχεδόν ταυτόχρονα με την ελληνική έκδοση; Πώς  κυκλοφόρησαν τρεις εκδόσεις του Καρκαβίτσα στις αρχές του 20 αιώνα; Και η σειρά τέτοιων ερωτήσεων θα μπορούσε να συνεχιστεί. Ώστε οι ´Ελληνες συγγραφείς δεν πρέπει να ανησυχήσουν – οι προοπτικές για τη μετάφραση έργων τους είναι πολλές, αρκεί οι νέοι μεταφραστές μαζί με τους συγγραφείς και τους εκδότες να βρουν λύσεις,  ώστε να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και να βγουν από το σημερινό αδιέξοδο.

 

Αληθεύει ότι η οικονομική κρίση που πλήττει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αποτελεί ενδιαφέρον θέμα για τους εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού;

Δεν ξέρω τι να απαντήσω, αλλά δεν νομίζω να ισχύει αυτό στην περίπτωση των εκδόσεων. Τα μέσα επικοινωνίας μιλάνε συχνά για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, αλλά είναι μάλλον δημοσιογραφικό θέμα.

 

 

 

Είναι σημαντικό να γνωρίσουν σήμερα οι Ρουμάνοι αναγνώστες την ελληνική λογοτεχνία; Γιατί; Βασισμένη στην πείρα σας, τι είναι αυτό που θα μπορούσε να τους «αγγίξει» σε ένα σύγχρονο ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο;

Όπως έλεγα και λίγο πριν, η κοινή ιστορία των δύο λογοτεχνιών μάς αναγκάζει να προσπαθήσουμε για μια καλύτερη αλληλογνωριμία. Στην εποχή όπου η έκφραση «οικονομική κρίση» έγινε locus communis παντού, αλλά με πιο οδυνηρές συνέπειες στην περιοχή μας, η ανταλλαγή λογοτεχνικών έργων και βιοτικών εμπειριών και γνωμών πρέπει  όχι μόνον να συνεχιστεί, αλλά να γίνει ακόμα πιο έντονη. Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι παρακολουθώ σταθερά την πορεία των Ελληνικών Γραμμάτων  σήμερα – ευτυχώς οι ιστοσελίδες των περιοδικών ή οι ιστοσελίδες αφιερωμένες στη λογοτεχνία αποτελούν σημαντικό βοήθημα για την ενημέρωση των μεταφραστών–, αλλά είμαι σίγουρη ότι τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής λογοτεχνίας έμειναν τα ίδια. Άλλαξε βέβαια ο τρόπος γραφής, άλλαξε ο τρόπος αντιμετώπισης της πραγματικότητας από τους ´Ελληνες συγγραφείς, αλλά αυτά γίνονται και στη Ρουμανία. Και οι Ρουμάνοι αναγνώστες φίλοι των Ελληνικών Γραμμάτων αλλά και οι ειδικοί (ιδιαίτερα οι κριτικοί και ιστορικοί ειδικευμένοι στις συγκριτικές σπουδές) σίγουρα θα ενδιαφερθούν για την πορεία της σημερινής ελληνικής λογοτεχνίας. Αν και έχουμε βέβαια και πολλά κενά όσον αφορά στην κλασική φάση της. Η Επτανησιακή Σχολή με τους κορυφαίους Σολωμό και Κάλβο μένει ακόμα απρόσιτη στους Ρουμάνους μεταφραστές. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλα κενά που οφείλονται επίσης στις δυσκολίες που παρουσιάζει η μετάφραση.

 

Έχοντας υπόψη ότι ο μεταφραστής (της ελληνικής λογοτεχνίας) δεν περιορίζεται μόνο στη μετάφραση του βιβλίου, ποιες δυσκολίες/προβλήματα αντιμετωπίζει από την επιλογή του βιβλίου μέχρι την έκδοση και την κυκλοφορία του;

Σ’ ένα συνέδριο των μεταφραστών με θέμα «H μαγεία, η δύναμη και η βάσανος της μετάφρασης μέσα στη σύγχρονη Ευρωπαϊκή Βαβέλ» , που έγινε στη Λευκωσία, στις 23 Σεπτεμβρίου 2017, έστειλα ένα κείμενο στο οποίο  μίλησα για τη  «μαγεία της μετάφρασης που είναι και πηγή πολλών δυσκολιών και διλημμάτων. Ποια βιβλία να μεταφραστούν πρώτα; Ποια είναι έστω και τα πιο στοιχειώδη κριτήρια επιλογής; Δυσκολία σχεδόν αξεπέραστη, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι η εκδοτική και η μεταφραστική δραστηριότητα αποτελούν ιδιωτική πρωτοβουλία σχεδόν παντού. Επίσημα προγράμματα προώθησης της λογοτεχνίας σπάνια θα συναντήσει κανείς. Ειδικά μεταφραστικά προγράμματα  εκδοτικών οίκων είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Αυτή, λοιπόν, η κατάσταση αναγκάζει τον μεταφραστή να γίνει και «πολιτικός». Πολιτική της μετάφρασης, πολιτική που να συνδυάζει τόσο την προτίμηση του μεταφραστή για ένα συγκεκριμένο έργο, όσο και την ανταπόκριση του εκδότη. Η πορεία από την επιλογή του έργου από τον μεταφραστή μέχρι την υπογραφή της σύμβασης (η άδεια του συγγραφέα, η άδεια του εκδότη της πρώτης έκδοσης κτλ.) είναι κουραστική και αποθαρρυντική. Πολλές φορές, όταν ο μεταφραστής προτείνει ένα βιβλίο, η πρώτη ερώτηση του εκδότη είναι –Είναι όμως αυτό το, αξιόλογο κατά τα άλλα,  βιβλίο, και εμπορικό; Θα πουληθεί αμέσως; κτλ.). ´Ετσι, ο μεταφραστής, που ήταν αρχικά σίγουρος ότι θα έβρισκε ανταπόκριση, περνάει γρήγορα από τη μαγεία του κειμένου που απολάμβανε, στην απογοήτευση. Ευτυχώς, προσωπικά, ούτε αυτά  τα εμπόδια συνάντησα, επειδή είχα την τύχη να είμαι η ίδια εκδότρια των μεταφράσεών μου αλλά και των μεταφράσεων άλλων συναδέλφων μου, με τους οποίους συνεργάστηκα αρμονικά και πάντοτε τις αποφάσεις τις πήραμε μαζί. Όταν οι γραφειοκρατικές δυσκολίες τελειώνουν και ο μεταφραστής βρίσκεται επιτέλους μόνος του μπροστά στο κείμενο, τότε αρχίζει το πραγματικό βάσανο. Κάθε μετάφραση και άλλο βάσανο. Κάθε μετάφραση με τις δικές της δυσκολίες.

 

 

Τι θα προτείνατε εσείς για να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση;

” Ήμουν, και απ’ αυτή την άποψη τυχερή, επειδή ανήκω στην παλιά γενιά και είχα το προνόμιο να γνωρίσω ορισμένους συγγραφείς οι οποίοι έγιναν και στενοί φίλοι μου. Δεν θα τους απαριθμήσω εδώ, από φόβο να μην ξεχάσω  κανένα και να τον αδικήσω.  Να πίνεις τον πρωινό καφέ ή να δειπνήσεις με συγγραφείς που στην εποχή τους ήταν στην κορυφή και σήμερα κατέχουν ξεχωριστή θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, να συζητήσεις μαζί τους στο φιλόξενο βιβλιοπωλείο της Εστίας στην οδό Σόλωνος, όλα αυτά μένουν για μένα αξέχαστα. ”

Δεν νομίζω να υπάρχουν γενικές λύσεις για τα «βάσανα» αυτά. «Βάσανα» όμως που τα ξεχνάει αμέσως ο μεταφραστής, όταν το έργο του παίρνει τον δρόμο προς το τυπογραφείο. Και η χαρά που προσφέρει η μετάφραση ενός αριστουργήματος ή ενός σημαντικού έργου ξεπληρώνει με το παραπάνω τον μεταφραστή. Τουλάχιστον αυτό το θαύμα λειτούργησε στη δική μου περίπτωση. Κάθε μεταφραστής έχει δική του εμπειρία και αυτό που κάνετε εσείς, να συγκεντρώσετε τις εντυπώσεις, τις απόψεις και την εμπειρία τόσων μεταφραστών αποτελεί για μας χρήσιμο βοήθημα. Να διαπιστώσουμε ότι οι σκέψεις μας συμπίπτουν συχνά, να δούμε ότι οι δυσκολίες είναι σχεδόν οι ίδιες παντού, να μάθουμε τις λύσεις που βρήκαν οι συνάδελφοί μας από άλλες χώρες, αυτό είναι πολύ σημαντικό βήμα. Θερμότατα συγχαρητήρια για την πρωτοβουλία σας! Μας λείπουν, βέβαια, οι συναντήσεις μεταφραστών που παλιά γίνονταν συχνά στην Ελλάδα (πού είναι τα εργαστήρια μετάφρασης, τα οργανωμένα από το  Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, που λειτούργησε πολλά χρόνια ρολόι και έγινε πρότυπο για τέτοια κέντρα και σε άλλες χώρες;). Ήταν η ιδανική ευκαιρία να συναντηθούμε με τους συγγραφείς (έτσι συνάντησα τον Σπύρο Πλασκοβίτη ή τον Δημοσθένη Κούρτοβικ, σ’ ένα εργαστήριο μετάφρασης που έγινε το 1998 στην Αλεξανδρούπολη!), να αγοράσουμε βιβλία, να πάρουμε επί τόπου τον  «παλμό» της πολιτιστικής ζωής της Ελλάδας. Η γνωριμία των μεταφραστών με τους συγγραφείς είναι πολύ σημαντική. Παρά την πρόοδο των μέσων επικοινωνίας, παρά τον αυξημένο αριθμό των σωματείων των συγγραφέων και των μεταφραστών, έχω την εντύπωση ότι τόσο οι συγγραφείς όσο οι μεταφραστές μένουν απομονωμένοι, σπάνια συναντιούνται στο ίδιο μέτωπο. Πρέπει να προσπαθήσουν οι δυο πλευρές να επικοινωνήσουν, να είναι πιο κοντά, να ενωθούν οι προσπάθειές τους με κύριο στόχο να φθάσουν τα έργα των πρώτων στα γραφεία των δεύτερων και, μετά, στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

 

Ποιες ιδιαιτερότητες, ενδεχομένως δυσκολίες, υπάρχουν όσον αφορά στη μετάφραση από τα ελληνικά στα ρουμανικά;

Η πρώτη δυσκολία είναι η έλλειψη των κατάλληλων λεξικών. Παρά τον πλούτο των μεταφράσεων που έγιναν στον χώρο της Ρουμανίας, μας λείπουν τα μεγάλα λεξικά (το τελευταίο σχετικά μεγάλο ελληνο-ρουμανικό λεξικό κυκλοφόρησε το 2007) και οι ειδικευμένοι γλωσσολόγοι. Έχουμε σήμερα  λεξικά και στο ίντερνετ, αυτόματη μετάφραση στο Google, αλλά για μια λογοτεχνική μετάφραση αυτά δεν είναι ικανοποιητική λύση. Να μη σας μιλήσω για την κυπριακή διάλεκτο. Για να μεταφράσω, λόγου χάριν, τα αριστουργήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη –η εκατονταετηρίδα του οποίου  γιορτάζεται φέτος– χρησιμοποίησα τα λεξικά των αρχαίων ελληνικών. Τέτοια λεξικά χρησιμοποιώ και για τα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα –ξεκινάω από τη ρίζα της λέξης και μετά παρακολουθώ τη διαχρονική εξέλιξη της έννοιας στα μεγάλα λεξικά των νεοελληνικών. Δεν υπάρχουν, ευτυχώς, πολλές ιδιαιτερότητες, όσον αφορά στη μετάφραση, επειδή οι δύο γλώσσες, όπως και οι λογοτεχνίες τους, ήταν συνέχεια σε επαφή και σε επικοινωνία.  Η δε νέα ελληνική, γίνεται, από τον 17ο αιώνα, η γλώσσα του σχολείου και των επιστημών, και αποτελεί, για πολλά χρόνια, όχημα για τη διείσδυση του δυτικού πολιτισμού στη Νοτιανατολική Ευρώπη. Τα νέα ελληνικά ήταν γλώσσα επικοινωνίας, όπως είναι σήμερα τα αγγλικά.

 

 

Ο μεταφραστής είναι ο ίδιος δημιουργός κατά τη μετάφραση ή διαμεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη;

Μάλλον θα έλεγα ότι ισχύουν οι δύο ιδιότητες. Ο μεταφραστής δεν μπορεί να είναι σωστός διαμεσολαβητής χωρίς να είναι και δημιουργός. Και η ευθύνη του τεράστια, στις δύο ιδιότητες. Ως δημιουργός, να μην ξεπεράσει τα όρια του πρώτου δημιουργού, ως διαμεσολαβητής, να μην προδώσει τον συγγραφέα. Πρέπει να προσέξει κάθε στιγμή για να κρατήσει την απαραίτητη ισορροπία. Ουσιαστική είναι, κατά τη γνώμη μου, η αγάπη για το έργο, να έχεις πλήρη επικοινωνία με το κείμενο, να διαλέξεις έργο που να αγαπάς και να σου ταιριάζει. Ομολογώ ότι πολλά ελληνικά έργα τα αγαπάω και τα θαυμάζω, ξέρω ταυτόχρονα και το αναγνωρίζω ότι δεν είμαι εγώ η πιο κατάλληλη μεταφράστριά τους.

 

Ποια θεωρείτε εσείς καλή μετάφραση και ποιο θα μπορούσε να είναι το εγχειρίδιο του καλού μεταφραστή;

Κατά την γνώμη μου, καμία μετάφραση δεν είναι τέλεια –και ελπίζω η πλειοψηφία των μεταφραστών να συμφωνήσει με την άποψη αυτή. Για κάθε μετάφραση, ακόμα και μετά την έκδοσή της, υπάρχει χώρος για βελτίωση, όταν θα γίνει η επανέκδοση. Στη μετάφραση των Απάντων του Καβάφη –ο Καβάφης αποτελεί, με τις 10 εκδόσεις, έμβλημα για τον εκδοτικό οίκο Ομόνοιαδούλεψα πολλά χρόνια. Για τον Κανόνα του έχω ακόμα σε βαλίτσες έξι παραλλαγές. Αν θα επανεκδώσω τα 154 Ποιήματα, σίγουρα θα βρω έστω και μερικές καλύτερες λύσεις. Όσο για το εγχειρίδιο του καλού μεταφραστή, ομολογώ ότι δεν είμαι πολύ αισιόδοξη. Παρά την πρόοδο που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η θεωρία της μετάφρασης, η μεταφρασεολογία, που έγινε και κλάδος της φιλολογίας, παρά τα βιβλία που εκδίδονται, παρά τα εργαστήρια μετάφρασης, παρά τις αμέτρητες συζητήσεις που γίνονται στα πλαίσια των συνεδρίων, να μου επιτρέψετε να μείνω επιφυλακτική. Είναι θετικό να έχουμε ένα εγχειρίδιο για τους μεταφραστές, με τους γενικούς και τους πιο σημαντικούς κανόνες, αλλά το αποτέλεσμα της μετάφρασης δεν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εφαρμογή και τήρηση των κανόνων του εγχειριδίου αυτού. Η συνταγή μιας πετυχημένης μετάφρασης απαιτεί ακόμα πολλά άλλα υλικά. Απαιτεί αγάπη, πάθος, απαιτεί μακρόχρονη εξάσκηση, απαιτεί πείσμα να πάρεις πάντα τη δουλειά από την αρχή, απαιτεί τη φιλοδοξία να μην είσαι ποτέ ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα της δουλειάς. Απαιτεί, βέβαια, ταλέντο, αν και είναι λίγοι οι έμφυτοι μεταφραστές. 

 

Ποια σημαντική εμπειρία που ζήσατε όλα αυτά τα χρόνια, μεταφράζοντας ελληνική λογοτεχνία, θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας; (ενδεχομένως άγνωστα περιστατικά, η σχέση-επικοινωνία με τον συγγραφέα κ.λπ.)

Θα επανέλθω στην επικοινωνία συγγραφέα-μεταφραστή. Ήμουν, και απ’ αυτή την άποψη τυχερή, επειδή ανήκω στην παλιά γενιά και είχα το προνόμιο να γνωρίσω ορισμένους συγγραφείς οι οποίοι έγιναν και στενοί φίλοι μου. Δεν θα τους απαριθμήσω εδώ, από φόβο να μην ξεχάσω κανένα και να τον αδικήσω. Να πίνεις τον πρωινό καφέ ή να δειπνήσεις με συγγραφείς που στην εποχή τους ήταν στην κορυφή και σήμερα κατέχουν ξεχωριστή θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, να συζητήσεις μαζί τους στο φιλόξενο βιβλιοπωλείο της Εστίας στην οδό Σόλωνος, όλα αυτά μένουν για μένα αξέχαστα. Σε όλους χρωστάω ευγνωμοσύνη για τη μεγαλοψυχία τους. Χωρίς την ευγενική βοήθειά τους, αμφιβάλλω αν θα κατάφερα αυτά για τα οποία καμαρώνω σήμερα (ζητάω συγγνώμη για την έλλειψη σεμνότητας που δεν με χαρακτηρίζει γενικά). Είμαι ίσως νοσταλγική όσον αφορά στο παρελθόν, αλλά πριν από δεκαετίες αυτά έγιναν συχνά.

 

 

 

Η Ελένα Λαζάρ γεννήθηκε τη 21.09.1949, στο Ştefăneşti-Ilfov της Ρουμανίας. Αποφοίτησε το 1972 από τη Σχολή Κλασικών Γλωσσών του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου. Διετέλεσε επιμελήτρια-συντάκτρια σε διάφορους κρατικούς εκδοτικούς οίκους (1972-1999). Είναι ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της Ρουμανικής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Διεθνής Εταιρείας «Φίλοι του Νίκου Καζαντζάκη». Πρέσβειρα Ελληνισμού (2005). Μέλος της Ένωσης Ρουμάνων Λογοτεχνών (2005). Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Ευποιίας (2011). Από το 1991 είναι ιδιοκτήτρια και διευθύντρια του εκδοτικού οίκου Omonia, ο οποίος εκδίδει αποκλειστικά μεταφράσεις νεοελληνικής λογοτεχνίας και πρωτότυπα βιβλία αφιερωμένα στον Ελληνισμό της Ρουμανίας. Έχει τιμηθεί τo 1994 με το Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας (για τη ρουμανική μετάφραση των ποιημάτων  του Κ.Π. Καβάφη) και με το Μετάλλιο “Panait Istrati” το 1994 (για τη ρουμανική μετάφραση του μυθιστορήματος Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά  του Νίκου Καζαντζάκη). Υπήρξε υπότροφος του Ιδρύματος Α.Σ. Ωνάση  κατά το ακαδημαϊκό έτος 1997-98.  Έχει μεταφράσει 53 βιβλία νεοελληνικής λογοτεχνίας (πεζογραφία [Γρ. Ξενόπουλος, Α. Τερζάκης, Τ. Αθανασιάδης,  Σπ. Πλασκοβίτης, Ι. Ιατρίδη,  Γ. Σαράντη, Τ. Χατζηαναγνώστου, Ν. Καζαντζάκη], δοκίμια και ποίηση) από τα οποία 9 σε συνεργασία, 8 εκδόσεις με μεταφράσεις κυπριακής λογοτεχνίας (Κυπριακή Ψυχή, Κυπριακή Συμφωνία, Κώστας Μόντης, Κλαίρη Αγγελίδου, Νίκη Μαραγκού, Μιχάλης Πιερής). Είναι συγγραφέας 10 πρωτότυπων έργων- Panorama literaturii neoelene [Πανόραμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας] (1987, 2η έκδοση αναθεωρημένη και επαυξημένη, 2001), Panorama literaturii cipriote [Πανόραμα της κυπριακής λογοτεχνίας] (1999), Capodopere ale literaturii neoelene [Αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 2003), Literatura neoelenă în România (1837-2005). Bibliografie [Η νεοελληνική λογοτεχνία στη Ρουμανία (1837-2005).Βιβλιογραφία] (2005), Interferenţe literare româno-elene [Ρουμάνο-ελληνικές λογοτεχνικές αλληλοεπιδράσεις] (2007), Cărturari români în Ţările Române (secolele XIV-XIX) [Ελληνες Λόγιοι στις Ρουμανικές Χώρες (14ος-19ος αι.)] (2009), Ρουμάνο-κυπριακές σχέσεις (2010), Romanian-Cypriot Relations.An Illustrated History (2016). Έχει δημοσιεύσει στον ρουμανικό φιλολογικό τύπο πάνω από 100 άρθρα αφιερωμένα στα ελληνικά γράμματα. Άρθρα της δημοσιεύτηκαν και στον ελληνικό  και στον κυπριακό τύπο («Νεα Εστία», «Διαβάζω», «Πειραϊκά Γράμματα», In Focus κ. ά..). 

                                   

Ο ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ  ‘’ΟΜΟΝΟΙΑ’’   

Ο εκδοτικός οίκος «ΟΜΟΝΟΙΑ», που ιδρύθηκε  το 1991 στο Βουκουρέστι, είναι ο μοναδικός εκδοτικός οίκος στη Ρουμανία και στη Νότιο-Ανατολική Ευρώπη αφιερωμένος αποκλειστικά στην προβολή του ελληνικού πολιτισμού, του ελληνισμού της Ρουμανίας και των ρουμανο-ελληνικών σχέσεων. Η προσπάθεια του είναι να γνωρίσει στο αναγνωστικό κοινό της Ρουμανίας  τις κορυφαίες πνευματικές δημιουργίες ενός γειτονικού πολιτισμού.

Επιδιώκοντας να διευρύνει το πρόγραμμα, από την 1.1.1999, η «ΟΜΟΝΟΙΑ»  προχώρησε στην παρουσίαση μιας σειράς βιβλίων με το γενικό τίτλο «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», προσφέροντας στους Ρουμάνους αναγνώστες τα αριστουργήματα της Ελλάδος και της Κύπρου όχι μόνον στον τομέα  της λογοτεχνίας, αλλά και στον τομέα της ιστορίας, της φιλοσοφίας, των καλών τεχνών κτλ.

Από την ίδρυσή του μέχρι τον Οκτώβρη 2017, ο εκδοτικός οίκος εξέδωσε 170 τίτλους με μεταφράσεις ελληνικής λογοτεχνίας ή με έργα αφιερωμένα στον ελληνισμό της Ρουμανίας. Από τις πιο σημαντικές συμβολές είναι  Τα Άπαντα του Κ. Π. Καβάφη (ο Καβάφης είναι ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας τα Άπαντα του οποίου κυκλοφόρησαν στα ρουμανικά), σε 2 τόμους, οι Έλληνες της Ρουμανίας –αληθινή πρεμιέρα στην ελληνο-ρουμανική βιβλιογραφία, οι Ρουμανο-ελληνικές σχέσεις. Ιστορικό Χρονολόγιο, Ο ελληνισμός της Τρανσυλβανίας, Οι Φαναριώτες Ηγεμόνες στις Παραδουνάβιες Ρουμανικές Χώρες. Οι μεταφράσεις νεοελληνικής λογοτεχνίας που κυκλοφόρησαν από τον Εκδοτικό Οίκο Ομόνοια αποτελούν περίπου τα δύο τρίτα από το σύνολο των μεταφρασμένων ελληνικών έργων που εκδόθηκαν στη Ρουμανία τα τελευταία 27 χρόνια. Είκοσι βιβλία κυκλοφόρησαν σε δίγλωσση έκδοση –Ρήγας, Τα Επαναστατικά, Κώστας Ουράνης, Ποιήματα, Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, Γ. Βαφόπουλος, Ποιήματα, Ποιητικές Ανθολογίες του Γιάννη Ρίτσο, Νίκου Εγγονόπουλου, Ανδρέα Εμπειρίκου, Μιχάλη Πιερή  κ.ά.

Πέντε από τα βιβλία της ‘’Ομόνοιας’’ έλαβαν (1993, 2000, 2004, 2006, 2012) το Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας για την καλύτερη μετάφραση ελληνικού έργου σε ξένη γλώσσα. Ένα από τα βιβλία της Ομόνοιας (συγγραφέας Λεωνίδας Ράδος) βραβεύτηκε από την Ρουμανική Ακαδημία. Για τη συμβολή της Ομόνοιας στην προβολή του ελληνικού πολιτισμού, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ο κ. Κάρολος Παπούλιας απένημε στη διευθύντρια του Εκδοτικού Οίκου, κ. Ελένα Λάζαρ, την 29η Ιουνίου 2011, τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Ευποιίας. 

Ο κ. Κάρολος Παπούλιας απένειμε στη διευθύντρια του Εκδοτικού Οίκου, κ. Ελένα Λάζαρ, την 29η Ιουνίου 2011, τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Ευποιίας 

 

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Συνάφειες αισθητισμού των Όφις και κρίνο και Βυσσινί τριαντάφυλλο*, γράφει ο  Sun Tao* 孙涛

Ο όρος «αισθητισμός», υπό ευρεία έννοια, σημαίνει αφοσίωση στην ομορφιά όπως την βρίσκουμε στην τέχνη και σε οτιδήποτε ελκυστικό στον...

Close