Η πηγή του Άδη, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

Η Λήθη ήταν μία από τις πηγές του Άδη. Ένας άλλος μύθος μας λέει πως στην τραγωδία του Οιδίποδα συνέτεινε η μοιραία διέλευσή του από ένα τρίστρατο.

Στο ρετιρέ μιας τριώροφης πολυκατοικίας σε ένα τρίστρατο, κάπου στην Αθήνα, ένας άντρας και μια γυναίκα, άγνωστοι μεταξύ τους, συμβιώνουν με ένα ταριχευμένο πτώμα. Έξω από την μπαλκονόπορτα μια λάβρα βροχή ραπίζει επί μέρες την πόλη σαν νέμεση, παγιδεύοντας τους κατοίκους σε ένα σκηνικό σήψης και αποσύνθεσης. Θρυμματισμένα μάρμαρα, φραγμένοι υπόνομοι, ποταμοί σκουπιδιών, τζάμια θρύψαλα, λάσπη. Θα μπορούσε να είναι θρίλερ, αν δεν ήταν αλληγορία. Η Μαρία Πάουελ εξεικονίζει το «δεινόν άστυ» πίσω από ένα παραπέτασμα βρώμικου νερού, που λερώνει μια πόλη κάθε άλλο παρά άσπιλη. Τυφλωμένοι από ένα απόκοσμο σκοτάδι, που διαρρηγνύουν οι αναλαμπές των αστραπόβροντων, οι ήρωες αποτυγχάνουν να εντοπίσουν κάποιο σημείο εξόδου από τη σαρωτική θύελλα.

Τα δύο κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος βρίσκονται σε κατάσταση πνιγμού. Εκείνος, ο Άρης Βλασόπουλος, καθηγητής της Μέσης Εκπαίδευσης, διαβιοί φυγόκοσμος, αποτραβηγμένος στους σωρείτες των φαντασιώσεών του, μεταθέτοντας τη ζωή του σε μια μελλοντική στιγμή, όπου οι προσδοκίες του θα έχουν ευοδωθεί. Εκείνη, η Άννα Παρασκευοπούλου, είναι μια νοσοκόμα, που οδηγημένη από ένα ψυχαναγκαστικό ένστικτο αυτοσυντήρησης, δεν διστάζει να μετέλθει τα πιο παρανοϊκά μέσα για να στηρίξει την παραπαίουσα ύπαρξή της. Οι δυο τους συναντιούνται εξαιτίας μιας κακότυχης σύμπτωσης και η αθέλητη συνύπαρξή τους αποκαλύπτει το ναυάγιο των ονείρων τους. Όσο η στάθμη του νερού ανεβαίνει τόσο η στάθμη της ζωής τους χαμηλώνει. Κάθε τους βήμα, δύσκολο και απρόθυμο, σαν βούλιαγμα σε βάλτο. Οι διαδρομές τους περιορισμένες, μηχανικές και ανακυκλούμενες, δίνουν μάλλον την εντύπωση της στασιμότητας παρά της κίνησης. Προσπελάσιμοι προορισμοί είναι μόνο όσοι χαρτογραφούνται στη φαντασία τους, διότι καμία διαφαινόμενη δίοδος δεν τους υπόσχεται τη φυγή από τις αποπνικτικές, μουλιασμένες τους ημέρες. Ενόσω η πρωτοφανής θεομηνία απειλεί να τους εκριζώσει από την οικεία τους τοπιογραφία, συνειδητοποιούν έντρομοι πως έχουν εγκλωβιστεί σε έναν τόπο που απονεκρώνεται βαθμιαία, συμπαρασύροντας στον μαρασμό οτιδήποτε έμψυχο ή εμψυχωτικό επιζεί στον ιστό του.

Ο Άρης Βλασόπουλος στέκεται με το ένα πόδι έξω από την καθημερινότητά του, καθώς στην προσπάθειά του να προφυλάξει τις ονειροπολήσεις του, έχει πειστεί πως ζει σε ένα μεταβατικό στάδιο και πως η πραγματική του ζωή εκτυλίσσεται κάπου αλλού, περιμένοντάς τον να πιάσει το νήμα της. Οι αυταπάτες του τον εγκλείουν σε μια νοσηρή απομόνωση, εθίζοντάς τον στην ψευδαίσθηση πως κυκλώνεται από σκιές και πως τα αληθινά πρόσωπα, εκείνα που μονοπωλούν τη σκέψη του, εποικούν έναν άλλο κόσμο, διαβατό μόνο για τη μνήμη. Η παραμονή του σε έναν νοητό ενδιάμεσο χώρο, που έμοιαζε με προθάλαμο των επιθυμιών του, ήταν ένα κενό, «που σαν γέφυρα φτιαγμένη από ευτελή υλικά για μία μόνο χρήση θα τον οδηγούσε στην απέναντι όχθη». Ζούσε σε ένα μέρος από το οποίο αδημονούσε να αποδράσει. Η δική του ιστορία διαδραματιζόταν μακριά από εκεί. Όταν επιτέλους θα εγκατέλειπε τη μη πραγματικότητα, που απομιμούνταν τη ζωή, θα γέμιζε μια βαλίτσα με τα απομεινάρια του παλιού εαυτού του, «θα την πήγαινε νύχτα στο τρίστρατο, θα την περιέλουζε με βενζίνη και, τέλος, θα πέταγε ένα ολόκληρο κουτί σπίρτα αναμμένα». Τότε, ελεύθερος από αναμνήσεις, θα γινόταν ένας άλλος, ο κατεξοχήν ξένος.

Η Μαρία Πάουελ έρχεται να μας θυμίσει πως πέρα από τις λέξεις και τις εικόνες, ιστορίες διηγούνται και οι αριθμοί. Κάθε ύπαρξη στοιχειοθετείται από αριθμούς εξαιρετικά πολύτιμους για να ξεχαστούν, αριθμούς που μνημονεύουν ακριβούς πόθους, σημαδιακές ημερομηνίες, ευφρόσυνες ή ταφικές, επετείους μικρές και μεγάλες, διευθύνσεις, άλλες φιλόξενες και άλλες θλιβερές, άλλες έρημες και άλλες ασφυκτικές, τηλέφωνα που έγιναν ή αναβλήθηκαν, που δόθηκαν ή έμειναν αναπάντητα, ποσά που κερδήθηκαν ή χάθηκαν, οφειλές εκκρεμείς ή ξοφλημένες, ώρες και μέρες ματαιωμένων απαντοχών, τον χρόνο που προσμένουμε ή εκείνον που αναπολούμε. Ο ήρωας της Πάουελ ζει με αριθμούς που το άθροισμά τους ισούται με τον χαμένο του χρόνο. Νούμερα στοιχειώνουν το μυαλό του σαν νεκρά σύμβολα ενός ξοδεμένου, κερματισμένου ονείρου. Νούμερα σχολαστικά καταγεγραμμένα σε ένα τετράδιο, που καταμετρούσαν φασματικά διαφυγόντα κέρδη, το ελλείπον κεφάλαιο που έθετε τη ζωή του σε καταστολή. Οι σελίδες του τετραδίου κρυπτογραφούσαν, πίσω από προσθέσεις και πολλαπλασιασμούς, που ανατόκιζαν το μηδέν, «χρόνια ανομολόγητης δυστυχίας», έτσι που τελικά «οι αριθμοί έμοιαζαν με σκελετούς από νεκρές μέρες». 

Ωστόσο, όσο και αν ο Άρης κωδικοποιούσε τις επιθυμίες και τα συναισθήματά του, τον θυμό και τη θλίψη του, σε μαθηματικές πράξεις, αδυνατούσε να λύσει την εξίσωση που θα οδηγούσε στη μετατροπή των αριθμών του τετραδίου σε αληθινή ζωή. Στο μεταξύ ζούσε στις παρυφές του παρόντος, «σβήνοντας το χρόνο σε αναμονή κάποιου άλλου, σαν όλα να είχαν σταματήσει προσωρινά και περίμεναν μόνο ένα γύρισμα της τύχης για να ξεκινήσουν ξανά». Μολονότι υποψιαζόταν πως τελικά τίποτα δεν θα του χαριζόταν, ένιωθε παρ’ όλα αυτά «την ανάγκη, κυρίαρχη και επιτακτική, κάποιος να του δώσει κάτι. Τον τόκο, έστω, του χαμένου χρόνου του».

Με υποβλητική σκηνογραφία, που προβάλλει ανατριχιαστική μέσα από τη μέλαινα χρωμάτωσή της, η Μαρία Πάουελ αποτυπώνει διεισδυτικά την ύπουλη βία, που ασκεί η πόλη στους κατοίκους εξαιτίας των ανεξέλεγκτων, ποσοτικών και ποιοτικών, μεταλλάξεών της, μεγεθύνοντας τη σαπίλα και τη μούχλα της σε μια επαπειλούμενη συντέλεια. Στη μαινόμενη καταιγίδα, που εξαπολύει για να υποδείξει την προϊούσα κατάρρευση και απορρύθμιση της αστικής ανθρωπογεωγραφίας, εμφωλεύει ο κίνδυνος ενός ολοκληρωτικού αφανισμού με ανυπολόγιστο αντίκτυπο. Η υδάτινη πολιορκία απειλεί τις ζωές των ανθρώπων, αλλά περισσότερο την ιστορία τους, το αποτύπωμά τους στον χώρο και τον χρόνο, τη συλλογική τους μνήμη. Η πόλη δείχνει να κρύβει στα σωθικά της ένα σηπτικό ποτάμι, που τη μόλυνε μυστικά από μέσα, μέχρι τη στιγμή που η εξώκοσμη λαίλαπα το εξώθησε σε μια άγρια ανάδυση από τα έγκατα, στην εκβολή του σε χειμάρρους, που παρέσυραν μαζί με τα σκουπίδια την ίδια τη φυσιογνωμία του τόπου, την εθνική του υπόσταση, τα πιο ουσιώδη θεμέλιά του.

Ο Άρης και η Άννα βρίσκουν καταφύγιο σε ένα ξένο διαμέρισμα, που το καταπατούν χωρίς να εκδιώξουν τη νεκρή ιδιοκτήτριά του. Άνομη η κιβωτός τους, όχι μόνο λόγω του άταφου πτώματος, αλλά και γιατί χτίστηκε με τα κέρδη ενός μαυραγορίτη, οι δοσοληψίες του οποίου υπήρχαν καταχωρισμένες σε χειρόγραφα αρχεία. Ο Άρης τοποθετεί τους φακέλους με τους εγκληματικούς αριθμούς σε σακούλες σκουπιδιών, αλλά διστάζει να τις πετάξει. Διότι το τετράδιό του, τα γράμματα και οι φωτογραφίες της νεκρής, οι αφίσες των ελληνικών νησιών, που τον ταξίδευαν μικρό σε μια καρτποσταλική πατρίδα, η τσίκνα στο δέρμα του από το σουβλατζίδικο της μητέρας του στη Γερμανία, το κροτάλισμα του γερμανικού τρένου στις ράγες, που μετρούσε χιλιόμετρα εξορίας, ακόμα και τα μιαρά κατοχικά κατάστιχα, δεν έπρεπε να χαθούν. Αν οι ιστορίες των ανθρώπων σωριάζονταν σε συντρίμμια, αν τα έργα τους, αγαθά και ανίερα, σβήνονταν, αν οι αναμνήσεις τους πνίγονταν σε ελώδεις λάκκους για να καταλήξουν ένας λασπωμένος πολτός, τότε η πόλη δεν θα ανήκε πια σε κανέναν. Θα ήμαστε όλοι πρόσφυγες, αμνήμονες, ανιστορικές σκιές σε ένα αποψιλωμένο τοπίο, αδειασμένο από την παραμικρή νοηματοδότηση. Τα βαριά, πυκνά νέφη, που η Μαρία Πάουελ σωρεύει στον μυθοπλαστικό της θόλο, κουβαλούν πέρα από όξινη βροχή και τον εφιάλτη ενός κενού, ξεπλυμένου χρόνου. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως το νερό της Λήθης είναι ευεργετικό μόνο για τους μέτοικους του Άδη.

Maria

 

 

 

 

 

 

 

Μαρία Πάουελ, Όξινη βροχή, Κέδρος

 

2,304 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Μ. Καραγάτσης: Έρωτας και θάνατος , της Ιωάννας Ντέντε

Την πρώτη φορά που διάβασα τη Μεγάλη Χίμαιρα πρέπει να ήμουν γύρω στα δεκαεπτά και τολμώ να πω ότι δε...

Close