Το επείγον του ωραίου, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

 «Ε, λοιπόν, όλα τα πράγματα έχουν το ίδιο βάρος και την ίδια θεμελιώδη σημασία»

Ο Γκιόργκι Κόριμ αναπαύεται σε όνειρο μέσα σε ένα τοπίο ανείπωτης ομορφιάς, μαγνητισμένος από πρωτόγνωρη γαλήνη, που ξέρει πως η ζωή την αρνείται. Παρ’ όλα αυτά, ξάπλωνε στο απαλότατο έδαφος αυτού του φασματικού τοπίου σε «κατάσταση άκαμπτης ενδελέχειας» και έτσι ξαπλωμένος, «σχεδόν καρφωμένος στο έδαφος, τεντωνόταν και βυθιζόταν και αναδυόταν ξανά, ξεδιπλωνόταν μέσα στη μεθυστική γλυκύτητα της ηρεμίας, θαρρείς και υπήρχε μια τέτοια γλυκύτητα και μια τέτοια ηρεμία, σαν να υπήρχαν ένα τέτοιο τοπίο και μια τέτοια γαλήνη, ή, είπε ο Κόριμ, σαν να μπορούσαν να υπάρχουν».

Ένας τσακισμένος, εκμηδενισμένος άνθρωπος πασχίζει να ατενίσει το θείο πέρα από τη θνητότητά του. Και για εκείνον το θείο ενυπάρχει στην απόλυτη ωραιότητα των γήινων θαυμάτων. Μέσα σε έναν αποθαρρυντικό για το νου κατακερματισμό αποζητά την ψυχική γαλήνη, που εμφυσά το κάλλος. Είναι τόσο σοβαρός που κάποιες φορές δείχνει αστείος, αλλά ποτέ δεν γελά ούτε αστειεύεται. Μάλλον «το να κλαίει ήταν σύνηθες γι’ αυτόν». Είναι τόσο παθιασμένος, που μοιάζει τρελός, αλλά αρνείται να τον τρελάνει ένας τρελός κόσμος. Ο Γκιόργκι Κόριμ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένας πιστός του ωραίου, καταδικασμένος να υπομένει τον επανειλημμένο κλονισμό της πίστης του από την εγγενή στην ανθρώπινη φύση χθαμαλότητα, που παραδόξως παραμένει συμφυής με την έφεσή της στην ενόραση και δημιουργία του υψηλού. Συνεπώς, ο Κόριμ είναι δεσμώτης μιας οδυνηρής περιπλοκότητας, μιας κατεδαφιστικής αβεβαιότητας. Έχει απόλυτη επίγνωση της προδιαγεγραμμένης αποτυχίας της ανθρώπινης διάνοιας σε κάθε εφόρμησή της προς το αδιανόητο. Γι’ αυτό αποφασίζει να σταθεί εξαρχής και για πάντα στο πλευρό των απανταχού ηττημένων, των τσακισμένων, των εγκαταλελειμμένων, των ταπεινωμένων και καθημαγμένων «από το βάρος της κρυφής γνώσης της ζωής και του θανάτου». Άλλωστε, «μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του μόνο στην ήττα». Ήταν το πρότυπο της ήττας.

Με εφιαλτική διαύγεια, που θυμίζει το διάπλατο βλέμμα της παράνοιας, παρατηρεί την αιώνια, ατέρμονη αντιμετάθεση ανάμεσα στο πνεύμα της δημιουργίας και το πολεμικό πνεύμα. Διερευνώντας τον κόσμο από την τροχιά της «παράφρονος φυγής» του, συλλογίζεται με απόγνωση πως αξίες νευραλγικές για μια όμορφη, εντελή ύπαρξη, όπως η ευγένεια, το μεγαλείο και η αριστεία, δεν αποβαίνουν αρκούντως σθεναρές μπροστά στην καταστροφική δύναμη του νου. Ο Κόριμ, ο οποίος ταξιδεύει μέχρι το κέντρο του κόσμου, τη Νέα Υόρκη, για να περάσει στην αθανασία και μετά να πεθάνει, είναι δραπέτης ενός φρικτού, ολέθριου μέλλοντος, ένας αρνητής εκείνου που επίκειται και ένας ονειροπόλος εκείνου που θα έπρεπε πάση θυσία να είχε συμβεί.

Ως «ιστορικός τεκμηρίωσης της ιστορίας ενός τόπου», μιας επαρχιακής πόλης κοντά στη Βουδαπέστη, ο Κόριμ βρέθηκε σε τρομερή σύγχυση όταν συνειδητοποίησε πως η Ιστορία, ή έστω η μικρή, τοπική ιστορία, που αποκαθιστούσε, αρχειοθετούσε, διαιώνιζε και προστάτευε, δεν ήταν τίποτα πιο αληθοφανές και αξιόπιστο από ένα κράμα παρερμηνειών, λαθών, ψευδών, υπερβολών, γενικεύσεων και ανακριβειών, εντέλει «ένα κράμα από αναμνήσεις της ιστορικής πραγματικότητας». Στη διαπίστωσή του πως διατηρούσε ζωντανή μια ιστορία, η αλήθεια της οποίας παρέμενε διαφυγούσα, έρχεται να προστεθεί η επίγνωση, που σαν επιφοίτηση τον έπληξε στα τεσσαρακοστά τέταρτα γενέθλιά του, της ολοσχερούς άγνοιας και ακαταληψίας. Δεν κατανοούσε τον κόσμο και η πρότερη εντύπωσή του πως τον κατανοούσε εδραζόταν στον «κοινότοπο, στερεότυπο, τον αφελή του τρόπο» να σκέφτεται και να διατυπώνει τις σκέψεις του. Ήταν ηλίθιος, επί σαράντα τέσσερα χρόνια. Τη στιγμή εκείνη ένιωσε πως θα βρισκόταν για πάντα αντιμέτωπος με μια απροσμάχητη περιπλοκότητα, αδιαπέραστη και αδιαφανή, «και διαισθάνθηκε τότε ότι αυτή ακριβώς η περιπλοκότητα ήταν η ίδια η ενσάρκωση της ουσίας αυτού του κόσμου τον οποίο προσπαθούσε τόσο απεγνωσμένα να κατανοήσει, πως ο κόσμος ήταν ένα και το αυτό με την ίδια του την περιπλοκότητα […]».

Ο Λάσλο Κρασναχορκάι, σημαντικός Ούγγρος συγγραφέας, πρόσφατα τιμημένος με το Man Booker International Prize, συνθέτοντας την προσωπογραφία του Γκιόργκι Κόριμ, ο οποίος φαίνεται να έχει αναγνωρίσει την αδελφή ψυχή του στον πρίγκιπα Μίσκιν, θέτει σκοτεινά ερωτήματα για έναν κόσμο επικατάρατο, μολυσμένο από την απόπνοια «του υπέρμετρου βάρους της ανθρώπινης κενότητας», ενόσω ταυτόχρονα εξυμνεί σε τόνους ελεγειακούς τις πολύτιμες αντηρίδες του σπάνιου προνομίου τού «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν», όπως η ομορφιά, η δημιουργία, το καλό και η αγάπη, έστω και αν δεν είναι παρά επινοήσεις του δυτικού πολιτισμού, επιβαρυμένου με αντίρροπες επιτεύξεις.Με λόγο πυρετικό και σπαρακτικό, επιτακτικό, ακατάσχετο, ιλιγγιώδη και εντονότατα ανησυχαστικό, ο Κρασναχορκάι στοχάζεται την αγωνιώδη προσπάθεια του πνεύματος να αρθεί στο ύψος των πιο μεγαλόπνοων απαντοχών του και επιχειρεί να διεισδύσει στις πιο αφώτιστες κόγχες του μυστηρίου, που διέπει τα έργα, τα δαιμονικά και τα θεσπέσια, του ανθρώπου. Η απόγνωση, που αναπάλλει τον ήρωά του, έγκειται στη διχοστασία του μεταξύ μεγάλου και αμελητέου. Γι’ αυτό η φωνή του σπαράζει από την ανάγκη της να περικλείσει καθετί που την προκαλεί να το αρθρώσει και έτσι να το κατακτήσει. Η απίστευτη αφθονία λεπτομερειών, που εμπεριείχαν τα ουσιώδη, τον παρέσυρε σε μια παροξυσμική αδολεσχία, που μαρτυρούσε τη φοβερή δοκιμασία της σκέψης του. Όλη του η υπόσταση εγκλείεται στον ρυθμό του λόγου του. Είναι ό,τι λέει. Ασφυκτιά σύγκορμος από ό,τι άσχημο, φρικτό, καταστροφικό, έκπαγλο, ανεπανάληπτο, θεϊκό επείγεται να διηγηθεί. Και μιλάει γιατί φοβάται. Φοβάται πως όσα λόγια και αν επιστρατεύσει, δεν θα μπορέσει ποτέ να εκφράσει αυτό που κατάβαθα τον συνταράζει.

Όταν ο Κόριμ συνειδητοποιεί τη ματαιοπονία της κατανόησης και νοηματοδότησης των πραγμάτων, αποφασίζει να ταυτίσει την ορθότητα με την ομορφιά. Από τη στιγμή που παραιτήθηκε από το «νοσηρό του όραμα του ιεραρχημένου κόσμου», από τη στιγμή που αποδέχθηκε πως ο κόσμος δεν ήταν «ένα αδιαίρετο όλον, ένα όλον συνεχές και σταθερό, διεπόμενο εκ των έσω από μια ομοιογενή δομή της οποίας τα στοιχεία ήταν αυστηρώς αλληλοεξαρτώμενα», πως δεν τον συνείχε ένα ορθολογικό περιεχόμενο, αλλά πως, αντιθέτως, ο κόσμος υφίστατο σε χιλιάδες παραλλαγές, «στις χιλιάδες προβολές του ανθρωπίνου πνεύματος που τον περιγράφει», για εκείνον πλέον η ορθότητα ενός συλλογισμού δεν εξαρτιόταν από την ακρίβεια ή την ανακρίβειά του, αλλά αποκλειστικά από την ομορφιά του.

Αν, όμως, τα πάντα, τα παλιά, τα παρόντα και τα μέλλοντα, υπήρχαν απαράλλαχτα και ταυτοχρόνως, οι αρχαίοι θεοί μαζί με τα σημερινά φαντάσματα, ο Κόριμ, όσο και αν μαγευόταν από «αυτή την άπειρη πληθώρα υπάρξεων», από «εκείνη την άφθαρτη φύση του παρελθόντος και των θεών», αισθανόταν πως όλος αυτός ο ασύλληπτος πλούτος θα γκρέμιζε το κεφάλι του από τον λαιμό του. Η φτενή του υπόσταση δεν άντεχε τόση πολυμέρεια. Το πεπερασμένο της διάνοιάς του καταπονούσε το σώμα του, το οποίο υπέφερε ακριβώς στο σημείο άρθρωσης του κρανίου με τη σπονδυλική στήλη. Και επειδή αυτή η άρθρωση ήταν «μια από τις πλέον λεπτές, τις πλέον ευαίσθητες, τις πλέον εύθραυστες και τις πλέον τρωτές του οργανισμού», ο Κόριμ ήταν πεπεισμένος πως αργά ή γρήγορα θα έχανε το κεφάλι του.

Με όλους τους θεούς ζωντανούς ακόμα στον ουρανό και όλα τα φαντάσματα κουρνιασμένα δίπλα μας, ο Κόριμ, ένας άνθρωπος συγκινημένος, συγκινητικός και μοιραία βαθύτατα δραματικός, ήταν επόμενο να συναντήσει μαζί με την αρχαία σκέψη και τον Ερμή και σε μια συνταρακτική αναλαμπή να δει κατάματα την ερμητικότητα του κόσμου. Αυτός ο παιγνιώδης θεός τού επιβεβαίωσε τον πιο δυναστευτικό του φόβο, βυθίζοντάς τον για πάντα σε ένα αβυσσώδες άγχος, στερώντας του κάθε σημείο αναφοράς και κάθε στήριγμα. Ο Ερμής, «η ενσάρκωση του προσωρινού και σχετικού χαρακτήρα των νόμων που διέπουν την ύπαρξη», του είχε αποκαλύψει πως στη ζωή η αβεβαιότητα ήταν ο μοναδικός σταθερός παράγοντας, για να τον εγκλωβίσει έτσι ανέκκλητα σε ένα ερμητικό σκοτάδι, απ’ όπου δεν διαφαινόταν καμία θύρα εξόδου. Ήταν αιχμάλωτος ενός κόσμου, «όπου κυριαρχούσαν το απρόβλεπτο, το εντυπωσιακό και το παράλογο».

Η περιπλάνηση του Κόριμ στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, από τα πιο απολαυστικά κομμάτια του μυθιστορήματος, εξεικονίζει σπαρταριστά την τρελή αγωνία του αποπροσανατολισμένου ανθρώπου. Είναι ένα έξοχο, σατιρικό μονόπρακτο για την οντολογική οδύνη. Βουλιαγμένος μέσα σε ένα αεικίνητο πλήθος, που τον κυκλώνει με σπασμωδικά, νευρικά βήματα, ο Κόριμ παλεύει να κρατηθεί από την ένδειξη Exit, η αλλοπρόσαλλη μετατόπιση της οποίας στο χώρο αναβάλλει διαρκώς την υπεσχημένη έξοδο προς την ελευθερία. Κάθε κατεύθυνση εγκυμονούσε τον κίνδυνο της λοξοδρόμησης. Οι ανθρώποι γύρω του κινούνταν με απίστευτη ταχύτητα, αναγκασμένοι να αποφασίζουν γρήγορα ανάμεσα στις πολλαπλές κατευθύνσεις και να προχωρούν ακάθεκτοι στον διάδρομο ή τη σκάλα που κάθε φορά επέλεγαν, γιατί το ενδεχόμενο της στάσης ήταν τρομακτικό, αν δεν βιάζονταν η Θύρα εξόδου θα έκλεινε διά παντός για αυτούς. Και αυτή η αδιάκοπη κίνηση ήταν το πιο φοβερό, καθώς «[…] πότε πότε, στην έξοδο μιας σκάλας ή ενός διαδρόμου, εμφανιζόταν μια ένδειξη που έσπερνε την αμφιβολία, υποχρεώνοντας τους ανθρώπους να σταματούν, κάτι τους τάραζε, μια απρόσμενη πινακίδα που τους αποπροσανατόλιζε, και τότε, σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο έπρεπε να αποφασίσεις, να επιλέξεις μια κατεύθυνση, να εντοπίσεις τον πιο κατάλληλο δρόμο […]».

Η αγωνία της άγνοιας σε συνδυασμό με τη συνειδητοποίηση του φοβερού φιλοσοφικού πλούτου -απροσπέλαστου στον ίδιο- που εξηγούσε τον εξόχως περίπλοκο κόσμο, προξένησε στον Κόριμ μια «τεράστια κρίση κατάθλιψης», μια ανείπωτη θλίψη, τόσο σφοδρή που κατάλαβε πως πια όλα είχαν τελειώσει για εκείνον. Ο κόσμος, ένας κόσμος, όπου τίποτε το ευγενές, το ωραίο και το αγαθό δεν θα υπάρξει ποτέ, εάν κάποτε είχε υπάρξει, είχε οριστικά τελειώσει για εκείνον. Και δεν λυπόταν που θα πέθαινε, αλλά που θα έφευγε χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα, χωρίς να έχει καταφέρει να αδράξει το αδιανόητο μυστήριο των πραγμάτων, που «είχε δραπετεύσει κάπου, σε μια οδυνηρή γωνιά του μυαλού του». Είχε χάσει την πίστη του, ακριβέστερα είχε απολέσει τη «μοναδική δημιουργική δύναμη της πίστης», που κάνει τα πάντα να υπάρχουν. Διότι «ο κόσμος ήταν και υφίστατο χάρη στην πίστη για την ύπαρξή του».

Είναι οπωσδήποτε παράδοξο, αλλά και συνεπές με τον υπόγειο σαρκασμό της γραφής, το ότι η καταθλιπτική περίοδος του ήρωα περιγράφεται αναδρομικά στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος, αμέσως μετά την αυτοκτονία του, την οποία επισφραγίζει μια κατάμαυρη σελίδα. Γυρνώντάς την βρισκόμαστε μέσα στο έξαλλο αιθυλικό παραλήρημα του Κόριμ, ο οποίος καταριέται τον δυτικό πολιτισμό για την οικτρή αποτυχία του να διασώσει ό,τι όφειλε να θεωρεί ως θεμέλιά του. Σωριασμένος στο σκαμπό ενός απόκοσμου μπαρ, δεν αντικρίζει γύρω του παρά έναν ατελείωτο, ύπουλο πόλεμο, που οδηγούσε στον ολοφάνερο θρίαμβο φαύλους νικητές, που διέφθειραν κάθε ζωτικό ιδανικό, ισοπεδώνοντας έτσι «το αντίπαλο στρατόπεδο, δηλαδή, κάθε μορφή ευγένειας, μεγαλείου και αριστείας». Η καταφανής νίκη αυτών των χυδαίων εξουσιαστών «νόθευσε τις αξίες, και μαζί το μέγεθός τους, το περιεχόμενό τους και τις αναλογίες τους», φτάνοντας στο σημείο να εξισώσει «τη φαλκιδευμένη ουσία» των ανθρωπίνων πραγμάτων με «τον ακρογωνιαίο λίθο των βαθύτερων νόμων της ύπαρξής μας».

Ο Κόριμ απευθυνόμενος στον μαρμαρωμένο συμπότη του τού επισημαίνει πως η Ιστορία συνίσταται σε «μια ατέρμονη σειρά από αδιάκοπες μάχες και οδομαχίες» και πως το γεγονός αυτό συνιστούσε με τη σειρά του ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα της ανθρωπότητας. Όλοι εκείνοι, που «ενσάρκωναν την ευγένεια, το μεγαλείο, την αριστεία», είχαν κατά κράτος ηττηθεί, καθώς «η απίστευτη δύναμη δημιουργίας του νου» είχε αποδειχθεί κατώτερη από «τα φονικά, καταστρεπτικά ένστικτα του φωτός του, γιατί, εάν η δημιουργική δύναμη του νου μπορούσε να θεωρηθεί εκπληκτική, η δύναμη της φονικής καταστρεπτικής δύναμης του φωτός του ήταν ακόμα πιο εκπληκτική […]». Έτσι, όλοι εκείνοι οι ηττημένοι υποχρεώνονταν να ζήσουν κάτω από έναν ουρανό αδειασμένο από θεούς, κάτι ασύλληπτο για τις ανυπεράσπιστες υπάρξεις τους. Διότι «εφόσον δεν υπήρχαν ούτε Θεός ούτε θεοί, τότε δεν υπήρχε ούτε καλό ούτε μεγάλο», τότε δεν υπήρχαν ούτε οι ίδιοι, που ταυτίζονταν με αυτές τις νεκρές πια έννοιες. Και ο Κόριμ δεν μπορούσε παρά να καταραστεί και αυτό ακόμα το φως, «το οποίο, φωτίζοντάς μας, μας έδειχνε πως υπήρχε μόνο ένας κόσμος και ότι τίποτε δεν υπήρχε έξω από αυτόν τον κόσμο».

Ο Κόριμ φτάνει στο κατερειπωμένο μπαρ, που περιαυγάζει ένας βίαιος, σκληρός φωτισμός, έχοντας στην τσέπη του ένα περίστροφο, πέντε σφαίρες από το οποίο σκόπευε να φυτεύσει στο σώμα του. Μαζί με το τέλος των ελπίδων και των προσδοκιών, του θαμπώματος, της συγκίνησης και της ενδελέχειας, είχε έρθει και το δικό του. Όλες αυτές οι απώλειες τον έσυραν «σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο έδαφος, ενάντια στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί». Παραδιδόταν άοπλος στην τραγική εξέλιξη του κόσμου, στην αποτρόπαιη, την ανήκουστη, μη αναστρέψιμη ανατροπή των πραγμάτων, ολότελα ερημωμένος, περιπλανώμενος «πεινασμένος, αγχωμένος, μέσα στον γνόφο της νύχτας, εγκαταλελειμμένος από όλους».

Ωστόσο, ο κόσμος δεν είχε ακόμα τελειώσει για εκείνον. Ανάμεσα στην τελειωμένη ζωή του και το οριστικό τέλος της μεσολαβούσε η ομορφιά και το χρέος της διαφύλαξής της. Ραμμένο στη φόδρα του λερού παλτού του, που ντύνεται για να ταξιδέψει από την Ουγγαρία στη Νέα Υόρκη, ο Κόριμ κουβαλά, πέρα από δολάρια, έναν ατίμητο θησαυρό, που επιτάσσει την παράταση της εγκόσμιας παρουσίας του μέχρι να τον εναποθέσει στην αιωνιότητα, να τον προωθήσει «προς τα μπρος, προς την αθανασία». Ακόμα και αν έπρεπε να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο για αυτή την αθανασία. Ο θησαυρός ήταν ένα χειρόγραφο σπάνιας ομορφιάς, «το εκπληκτικότερο κείμενο που έχει γραφτεί ποτέ πάνω σ’ αυτή τη γη», το οποίο βρήκε τυχαία σε έναν από τους αρχειοθετημένους φακέλους της υπηρεσίας και η ανακάλυψη του οποίου του επέβαλε την ανάληψη μιας πράξης, της μόνης που θα είχε πραγματικά νόημα στη ζωή του, να εμπιστευτεί στην αιωνιότητα αυτό τον εξαιρετικής ομορφιάς λόγο. Μια πράξη αντίστασης «στη γενικευμένη αμνησία της ανθρωπότητας», που ολοένα έχανε την αξιοπρέπειά της και μαζί τη φιλοκαλία της. Αν ανταποκρινόταν στο χρέος του, ο Κόριμ ένιωθε πως ο θάνατός του θα αποκτούσε νόημα, «τη στιγμή μάλιστα […] που η ζωή του δεν είχε κανένα». Εν ολίγοις, το χειρόγραφο άσκησε τέτοια γοητεία πάνω του, που τον είχε διαμιάς μετατρέψει από άνθρωπο αποφασισμένο να πεθάνει «σε ευτυχισμένο εφευρέτη ενός θησαυρού». Μια επισήμανση με ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Κόριμ στην ουσία επινοεί την ομορφιά του χειρογράφου.

Όσο ο Κόριμ κυριεύεται από πάθος και θάμβος στην προσπάθειά του να μεταδώσει στους κατά καιρούς συνομιλητές του το «απολύτως συναρπαστικό, συγκλονιστικό, οικουμενικής εμβέλειας» περιεχόμενο του εγγράφου, αποσύρεται όλο και πιο βαθιά μες στην ερμητικότητα του αμετάδοτου λόγου του. Το κείμενο διαφύλασσε περίκλειστο το μυστήριό του, ήταν ανεξήγητο, και το μήνυμά του κρυπτογραφημένο. Το έγγραφο με τον αριθμό IV.3/10/1941-42, «δεν περιείχε τίποτε εκτός από το ίδιο». Κανέναν τίτλο, καμία ημερομηνία, κανέναν ειδολογικό προσδιορισμό, καμία ένδειξη για την ταυτότητα του συγγραφέα. Οι διαδοχικές αναγνώσεις του δεν υποδείκνυαν στον Κόριμ κανένα άνοιγμα προς τον πυρήνα του νοήματός του. Το κείμενο παρέμενε απροσπέλαστο και γριφώδες, αλλά και πεισματικά, αδιαπραγμάτευτα όμορφο. Το θαύμαζε, αλλά δεν το κατανοούσε και την ίδια στιγμή «ήταν πεπεισμένος πως ό,τι κρυβόταν πίσω από το μυστήριο αυτό, αυτό το ανεξήγητο, το αδύνατον να αποκωδικοποιηθεί μυστήριο, ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, και η πεποίθησή του ήταν πια αδιάσειστη […]».

«[…] δεν είχε καταλάβει τίποτε απολύτως, το αρχικό και ανεξήγητο μυστήριο του κειμένου, η ποιητική δύναμη που ανάβλυζε απ’ αυτό, το γεγονός ότι έστρεφε αποφασιστικά την πλάτη στις συμβατικές μορφές αφήγησης, όλα αυτά τον είχαν καταστήσει τυφλό και κουφό, τον είχαν εκμηδενίσει […] η εξήγηση βρισκόταν εκεί, μπροστά του, από την αρχή, έπρεπε να την είχε δει, και πράγματι την είδε, και επιπλέον τη θαύμασε, μόνο που δεν ήξερε τι έβλεπε και τι θαύμαζε […]».

Η ιστορία του χειρογράφου εκδιπλώνεται εντός της αφήγησης σε ελεύθερο πλάγιο λόγο. Η μόνη πρόσβαση σε αυτή είναι οι εκστατικές αναφορές του Κόριμ. Πρόκειται για μια ιδιοφυή σύλληψη, και εξαιρετικά σύνθετη από τεχνικής πλευράς, που διατηρεί απρόσιτη τη μαγεία του κειμένου τόσο για τον ήρωα όσο και για τους αναγνώστες του Κρασναχορκάι. Μόνο βαθμιαία αρχίζουμε να υποπτευόμαστε πως συγγραφέας του χειρογράφου δεν είναι παρά ο Κόριμ, καθώς τα αποσπάσματα που αναδιηγείται μυθοποιούν μύχιες αγωνίες, απορίες και φοβίες του. Ενδεικτική είναι η ερμηνεία που προτείνει για τον απώτερο στόχο του χειρογράφου, να περιγράψει, δηλαδή, «τη μέχρι τρέλας περίπλοκη πραγματικότητα, να εντυπώσει στον φαντασιακό του αναγνώστη τις σκηνές με παραληρηματικές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, με τρόπο που άγγιζε τα όρια της ψύχωσης, ήταν ως εάν ο συγγραφέας […] να είχε χρησιμοποιήσει, αντί για στιλό και λέξεις, τα νύχια του, για να χαράξει τα πράγματα στο χαρτί και στον φαντασιακό του αναγνώστη, γιατί, παρόλο που η συσσώρευση των λεπτομερειών, των επαναλήψεων και των εμβαθύνσεων καθιστούσε την ανάγνωση πιο δυσχερή, ωστόσο, όλα όσα αναλύονταν, επαναλαμβάνονταν, περιγράφονταν σε βάθος, παρέμεναν χαραγμένα για πάντα στο μυαλό […] και κατά έναν περίεργο τρόπο […] αυτή η επανάληψη δεν δημιουργούσε εκνευρισμό, άγχος ή ανία στον αναγνώστη, όχι, αντιθέτως του πρόσφερε ένα καταφύγιο […] μια κρυψώνα μέσα στο συγκεκριμένο σύμπαν […]».

Το χειρόγραφο μιλάει τη γλώσσα του Κόριμ, αποκρυπτογραφώντας τους πνιγμένους φόβους και λυγμούς του, ενώ ο Κρασναχορκάι διά στόματος του ήρωά του αποδύεται σε μια αριστοτεχνική σύνοψη του δικού του έργου. Ο βαθμός δυσκολίας της αφήγησης προσαυξάνεται με τον εγκιβωτισμό της ιστορίας του χειρογράφου. Στην εγκιβωτισμένη πλοκή προεξάρχουν η αναζήτηση του ωραίου και η νομοτέλεια της καταστροφής και του ολέθρου. Τέσσερις μυστηριώδεις άνδρες, μελαγχολικοί και ονειροπόλοι, ευάλωτοι και ανυπεράσπιστοι (απεικάσματα του Κόριμ), διατρέχουν διάφορες ιστορικές περιόδους της ανθρωπότητας, αποζητώντας την ευεργεσία της ειρήνης, μνημειωμένη σε θαυμαστά έργα. Όπως ο Κόριμ είχε ξαπλώσει κατ’ όναρ σε ένα τοπίο, που τον νάρκωνε με τη γαλήνη και την ηρεμία που διαχεόταν παντού γύρω του, οι τέσσερις άνδρες ξεκινούν την περιήγησή τους σε έναν «μαγικό χωροχρόνο» με την περιδεή ενατένιση της φύσης, της αυγής και του ηλιοβασιλέματος. Στο φυσικό τοπίο, που μεταμορφωνόταν από τα παιχνιδίσματα του φωτός, αναδυόμενο μες στο λυκαυγές και καταδυόμενο μες στο σούρουπο, ανακαλύπτουν το τελειότερο πρότυπο της ομορφιάς, ένα θέαμα εκθαμβωτικό, που τους ενέπνεε έμπλεες λυρισμού αλληγορίες για την «έξοχη τραγωδία» του αποχαιρετισμού, της αναχώρησης, της απομάκρυνσης, αλλά και για τη «θαυμαστή ανάληψη» από το σκοτάδι, που επανέφερε τη θέαση των πραγμάτων και την καθαρότητα των περιγραμμάτων τους, με άλλα λόγια την ελπίδα. Στη φύση «το όλον εμφανιζόταν μέχρι τις πιο μηδαμινές του λεπτομέρειες». Μόνον εκεί ο άνθρωπος μπορούσε να απαντηθεί με τον άμετρο πλούτο, που μυστικά αγλάιζε τη ζωή.

Όπως αναφέρει ο Κόριμ, ο οποίος ήδη από την πρώτη σελίδα εγκατοικεί σε έναν λυπημένο παράδεισο, το χειρόγραφο «φαινόταν να θέλει να βρει ένα δρόμο για τον παράδεισο, δεν αρκούνταν να περιγράψει ή να ανακοινώσει […] την ομορφιά, αλλά χρονοτριβούσε πολύ σ’ αυτήν, επινοώντας με τον τρόπο του αυτή την ομορφιά […]». Στις αιφνίδιες επιβραδύνσεις της αφήγησης, ο Κόριμ ένιωθε το κείμενο να κρατά την ανάσα του για να παρατηρήσει εταστικά κάθε ένα στοιχείο, που παρείσδυε στις σελίδες, θολώνοντας και ακυρώνοντας τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ σημαντικού και ασήμαντου, γιατί, όπως και ο αναγνώστης του, το χειρόγραφο δεν ήθελε να απαρνηθεί την αξία καμίας από τις ψηφίδες, που συνεργούσε στο όλον. Και ο Κόριμ, όσο καταβυθιζόταν στις μαυλιστικές, υπνωτιστικές φράσεις, έμοιαζε ξαφνικά να συνάπτει μια ολόθερμη εκεχειρία με τον κόσμο. Στις γραμμές του κειμένου έβλεπε πως η πολύτιμη Ατλαντίδα του, την οποία κάποτε θρηνολογούσε σε ένα ελεεινό μπαρ, δεν είχε καταποντιστεί ολότελα.

Εκείνο που κυρίως φλογίζει τον βηματισμό των τεσσάρων ανδρών είναι το ενδεχόμενο του πολέμου. Κάθε εμπόλεμη συγκυρία τούς σπρώχνει προς ένα αχαρτογράφητο επέκεινα, όπου η ειρήνη θα ήταν κραταιή και αδιατάρακτη. Κοινή τους φιλοδοξία είναι να σταθούν σε ένα χρονικό σημείο της Ιστορίας, απ’ όπου θα μπορούν να θαμπωθούν, να συγκλονιστούν, να αναριγήσουν από τις άπειρες, μεγαλειώδεις πραγματώσεις του ωραίου. Μολονότι η ροπή τους στο θαυμασμό και την ενατένιση τους είχε φέρει πολλάκις ενώπιον περικαλλών δημιουργημάτων του ανθρώπου, οι ευφραντικές συγκινήσεις αποδεικνύονταν πάντοτε παροδικές, καθώς η γαλήνη, που τους προκαλούσε η υπέρτατη ομορφιά, αφανιζόταν νομοτελειακά μες στην «απόλυτη νύχτα», μέσα σε ένα αδιαπέραστο σκοτάδι, «απόλυτο και οριστικό».

Όπως ο Κόριμ διέκρινε σε έξοχες ανθρώπινες δημιουργίες υπομνήσεις του θείου, οι τέσσερις άνδρες του μύθου από όλα τα λαμπρά έργα του ανθρώπου ξεχώριζαν την «ανακάλυψη του ιερού», την «ανακάλυψη ενός άυλου χώρου και χρόνου, εκείνου του Θεού και του θείου». Ήταν εκπληκτικό το ότι ένα πλάσμα τόσο μικροσκοπικό και πεπερασμένο κατάφερε να επινοήσει ένα άφθαστο σε εκείνο σύμπαν, όπου θρόνιασε τους θεούς του. Όλοι τους συμφωνούσαν πως δεν υπήρχε τίποτα πιο όμορφο και θαυμαστό από την «ανάγκη του ιερού», που οιστρηλατούσε τους θνητούς και τους παρωθούσε να υπερβούν τα όρια της θνητότητάς τους για να δημιουργήσουν «κάτι θεμελιωδώς μεγαλύτερο» από τις μηδαμινές τους υπάρξεις, ενόσω αυτές όδευαν μέσα σε μια «επιταχυνόμενη πτώση προς την τελική ήττα». Οι άνδρες εξυμνούσαν κατασυγκινημένοι την άλογη επιμονή του ανθρώπου «να οικοδομεί όλο και υψηλότερα έργα τα οποία ήταν προορισμένα να καταρρεύσουν, και αυτό στο διηνεκές, διότι η τεράστια, η αφόρητη ένταση ανάμεσα στο μνημειώδες και στον μικροσκοπικό του δημιουργό παρέμενε αμείωτη». Ήταν παράλογο, ανεξήγητο και απίστευτα ωραίο το ότι ο άνθρωπος, εξαρχής ηττημένος, οραματιζόταν ύψη απλησίαστα, ενόσω «η Ιστορία εξελισσόταν αδυσώπητα προς τη φορά της επέκτασης του βασιλείου της βίας».  

Υπέροχη είναι η σκηνή, όπου οι άνδρες εκστασιάζονται μπροστά στο Τείχος του Αδριανού στη Μεγάλη Βρετανία, ένα έργο, που συμβόλιζε την «αδιατάρακτη Pax του θεϊκού Αδριανού», του ειρηνιστή αυτοκράτορα, το οποίο, όπως πίστευαν και οι τέσσερις, «ως προς την ουσία του, θα γινόταν η τέλεια αντίθεση αυτού που αντιπροσώπευε». Πολύ περισσότερο από οχυρωματικό έργο, ήταν η συμβολοποιημένη νίκη «έναντι όλων όσων υπήρχαν πέρα από το Τείχος», η νίκη «επί των σκοτεινών δυνάμεων της βαρβαρότητας», «μια νίκη επί του διαρκούς κινδύνου, μια νίκη επί της αιώνιας κτηνωδίας». Θαυμάζοντας την ποιότητα της εκτέλεσης και τη συνολική μεγαλοπρέπεια του Τείχους, οι τέσσερις ιδαλγοί του ωραίου παραδέχτηκαν πως «ο άνθρωπος έφτασε μακριά, εξαιρετικά μακριά, και κατάφερε έτσι να καθιερώσει την ευγλωττία έναντι του τραυλίσματος, το μνημειώδες έναντι του κατακερματισμού, την ασφάλεια έναντι της επισφάλειας, την προστασία έναντι της επίθεσης, την καλαισθησία έναντι της αφιλοκαλίας, την απρόσκοπτη ελευθερία έναντι της υποδούλωσης, με άλλα λόγια, είχε αντικαταστήσει την εντέλεια με το μεγαλείο, […] είχε αντικαταστήσει τον πόλεμο με την ειρήνη, […] η ειρήνη υπήρξε το μεγαλύτερο, το επιφανέστερο, το ύψιστο έργο του ανθρώπου […]».

Στη μνεία του Κρασναχορκάι στον Αδριανό διαφαίνονται σαρκαστικές αιχμές, αν λάβουμε υπόψη μας τις συστηματικές διώξεις του αυτοκράτορα εναντίον των Ιουδαίων (132-135 μ.Χ.) και την επανίδρυση της κατερειπωμένης Ιερουσαλήμ υπό τη μορφή ρωμαϊκής, παγανιστικής μητρόπολης, η είσοδος στην οποία απαγορευόταν επί ποινή θανάτου στους Εβραίους. Επιπροσθέτως, η κατάρρευση της περιώνυμης Pax Romana υποδηλώνεται μερικές σελίδες παρακάτω, όταν οι τέσσερις άνδρες εμφανίζονται σε στάση μάταιης αναμονής στον δρόμο προς τη Ρώμη, που απλωνόταν έρημος, καθώς η Αυτοκρατορία ήταν πια Ιστορία.

Οι τέσσερις άνδρες κινούνται στον χώρο και στον χρόνο υπό τη ζοφώδη σκιά του Μάστεμαν, μιας εωσφορικής φιγούρας, η εμφάνιση της οποίας προμηνύει κάθε φορά και μια συντέλεια. Η παρουσία του προκαλούσε έναν παραλυτικό τρόμο, ο οποίος επαληθευόταν από τις καταστροφικές της συνέπειες. Ο Μάστεμαν υποστασιοποιούσε την επικείμενη επικυριαρχία του μίσους, της βίας και του κακού, ήταν ο προάγγελος ενός αμοραλιστικού κόσμου, όχι πολύ εφιαλτικότερου από τον σύγχρονο, όπου οι αξίες, που διακαώς αποζητούσαν ο Κόριμ και οι τέσσερις άνδρες, θα ήταν ολοσχερώς κατατροπωμένες. Όσο ο Μάστεμαν παραμόνευε τα έργα και τις ημέρες τους, στο μέσον της ημέρας θα δέσποζε αίφνης η νύχτα, «ο Ήλιος σε εξορία», «κανένα φως, κανένα πλέον φως!»

Καθώς ο Κόριμ φτάνει για πολλοστή φορά στο τέλος του χειρογράφου και οι τέσσερις άνδρες στο τέλος του ταξιδιού τους, συνειδητοποιούν όλοι τους πως η Ιστορία είναι η κατάσταση του διαρκούς πολέμου και πως κάθε υπόσχεση ειρήνης καταλήγει αναπόδραστα αθετημένη. Και οι πέντε καταλαβαίνουν πως όποιον δρόμο και αν επιλέξουν να πορευτούν, θα καταλήξουν να μετακινούνται από τον έναν πόλεμο στον άλλο. Αν ο Κόριμ, όπως ο ίδιος ομολογεί, αγαπά βαθιά αυτούς τους άνδρες, είναι ίσως επειδή μπορεί να συμμεριστεί απόλυτα την οδύνη της διάψευσής τους. Εκείνον τον είχε ρημάξει πολύ πριν τους συναντήσει και η συνάντησή του μαζί τους τον είχε κάνει προς στιγμήν να αναθαρρήσει και να αναθεωρήσει την καταδίκη του κόσμου και του ωραίου. Όμως, τώρα, γνώριζε πως παντού, ακόμα και μέσα του, δεν υπήρχε παρά πόλεμος και πόλεμος. Τώρα κατανοούσε γιατί τότε σε εκείνο το μπαρ τέσσερις λέξεις ζεματούσαν το φλογισμένο μυαλό του, «φεγγάρι, κοιλάδα, πάχνη, θάνατος». Διαβάζοντας το μεγάλο ταξίδι των τεσσάρων ανδρών, που διέσχιζαν την απέραντη κοιλάδα της ανθρώπινης ιστορίας μες σε μια διαρκή ομίχλη, που θάμπωνε τους ορίζοντες, είχε προαισθανθεί, με τη διεισδυτικότητα του συμπάσχοντος, πως βάδιζαν σε μια αξημέρωτη νύχτα, αδιαπέραστη από τα «ασπαίροντα αστέρια του ουρανού», σε ένα χωροχρόνο «χαμένο μέσα στους μύθους», πολύ μακριά από οποιοδήποτε νοητό παρελθόν ή μέλλον, και τώρα ήξερε πως έφευγαν από το θάνατο, τον μοναδικό τους προορισμό, το μοναδικό Exit. Ο Κόριμ ήθελε να περιθάλψει την τραγική τους ανεστιότητα προσφέροντας ένα αιώνιο καταφύγιο σε αυτά τα όμορφα και αγαπημένα πλάσματα, γιατί και εκείνα τού είχαν προσφέρει με την καλοσύνη και την ευγένειά τους μια κρυψώνα μέσα στο εμπόλεμο σύμπαν, το εγκαταλελειμμένο από τους αγγέλους.

Ενόσω οι τέσσερις σύντροφοι μένουν να διατρέχουν στο διηνεκές πεδία μαχών, ενόσω οι φράσεις του χειρογράφου παραφρονούν και καταρρέουν μέσα σε μια φρενιασμένη, αυτοκτονική αλληλοδιαδοχή, ο Κόριμ διάβαζε και μετέγραφε το κείμενο στο διαδίκτυο, αυτή την πρωτοφανή «υλική δυνατότητα για να προσεγγίσεις την αθανασία», οδηγούμενος στον προηλειμμένο θάνατό του, και δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί πως οι τελευταίες εβδομάδες της ζωής του θα ήταν τόσο ωραίες. Όσο η ιστορία προχωρούσε άλλο τόσο μίκραινε η ζωή του και έτσι θα πέθαινε συντετριμμένος από μια θαυμαστή συμμετρία, γιατί το εγχείρημά του «βασιζόταν στη μοιραία ισορροπία ανάμεσα στην αιωνιότητα και στο πέρασμα του χρόνου, και όλα έπρεπε να παραμείνουν έτσι, σύμφωνα με το αρχικό του σχέδιο, με αυτή την κίνηση που αυξανόταν από τη μια μεριά και μειωνόταν από την άλλη».

Κάποια στιγμή ο Κόριμ διατείνεται πως πλέον δεν υπήρχαν Ούγγροι παρά μόνο η Ουγγαρία, οι Ούγγροι είχαν εξαφανιστεί και το πιο ενδιαφέρον «ήταν ότι κανένας δεν ανέφερε ποτέ αυτή τη διάλυση και αυτή την εξαφάνιση, και ό,τι έχει ειπωθεί γι’ αυτήν, ήταν όλα ψέματα, εσφαλμένα και παράλογα πράγματα […]». Η σιβυλλική του απόφανση σε συνδυασμό με τη χρονολογία του χειρογράφου (1941-42) μας προτρέπει να αναλογιστούμε τη θλίψη του ήρωα στο πλαίσιο της φρίκης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ακριβέστερα της ανήκουστης θηριωδίας του Ολοκαυτώματος. Σκόπιμο θα ήταν εδώ να θυμηθούμε πως τα περισσότερα θύματα στο στρατόπεδο του Άουσβιτς ήταν ουγγρικής καταγωγής. Το καλοκαίρι του 1944, όταν άρχισε η εκτόπιση των Ούγγρων Εβραίων, πάνω από 400.000 εκτελέστηκαν μέσα σε δύο μήνες στους θαλάμους αερίων. Υπό αυτό το πρίσμα, οι έμπυρες διερωτήσεις για την επινόηση του Θεού, τα όρια της δημιουργίας και της πίστης και τη δαιμονική, αυτοκαταστροφική δύναμη του νου αποκτούν αφόρητη ένταση και ηχούν αβάσταχτα δραματικές μες στη σιωπή της παραμικρής παρηγορητικής απάντησης. Ο ανέστιος, διωκόμενος Κόριμ, εξόριστος από κάθε καταφύγιο, περιπλανώμενος σε έναν κόσμο, που τον πολεμά και τον ταπεινώνει, μπορεί να ιδωθεί σαν ενσάρκωση του προαιώνιου εβραϊκού πεπρωμένου. Δεν είναι χωρίς σημασία πως ο βουβός συμπότης του στο μπαρ, ο μόνος που παρίσταται στον επικήδειο του δυτικού πολιτισμού, φέρεται να είναι ένας ιερέας από την Ιερουσαλήμ. Εξίσου σημαίνουσα είναι η χειρονομία, που κορυφώνει τον σπαραγμό του επιμνημόσυνου παραληρήματός του, ο πυροβολισμός του δεξιού του χεριού, του τρομερού αυτού οργάνου κάθε θανάσιμου και θεόπνευστου έργου.

Το Πόλεμος και Πόλεμος του Λάσλο Κρασναχορκάι είναι αναντίρρητα ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Με γλώσσα πάσχουσα, αλλόφρονα, καταιγιστική, συνεπαρμένη και σπαρακτική, ο Ούγγρος συγγραφέας εξιστορεί την περιπετειώδη, σισύφεια μετατόπιση, άχρονη και διαχρονική, του ανθρώπινου μυαλού από το γήινο στο θείο και από το θείο στο δαιμόνιο. Ο Γκιόργκι Κόριμ αποκαλύπτεται σαν μια πληθυντική υπόσταση, που περικλείει πτυχές τραγικές, αναστάσιμες, πένθιμες και μεταρσιωτικές. Το ζοφερό, τερατώδες παραλήρημά του είναι το λεκτικό ισοδύναμο του αισθήματος της αγωνίας στην πλήρη έκτασή του. Και όσο ο λόγος του κατακυριεύει τις σελίδες με έναν τρελό ρυθμό, που νοηματοδοτεί το φρενήρες σώριασμα των φράσεων, ο ίδιος αναθάλλει μέσα από τη δίνη των λέξεων παράλογα, ακατανόητα, καθηλωτικά όμορφος.

«[…] όλες οι μεγάλες συνιστώσες της ύπαρξης ήταν τυφλές, οι μεν απέναντι στις δε, το σκοτάδι ήταν τυφλό, η φωτεινότητα ήταν τυφλή, η γη ήταν τυφλή, ο ουρανός ήταν τυφλός, δημιουργώντας έτσι, μέσα στο χαμένο βλέμμα ενός ανώτερου όντος, μια νεκρή συμμετρία μέσα στην απεραντοσύνη, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν, βεβαίως, μια μικροσκοπική κηλίδα, ο Κόριμ […]».

polemos+polis

 

 

László Krasznahorkai, winner of the 2015 Man Booker International Prize

László Krasznahorkai, winner of the 2015 Man Booker International Prize

 

56,984 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Οι αναγνώστες ανέδειξαν τους νικητές των Βραβείων Βιβλίου Public για 2η χρονιά!

Εικόνες από τη Χώρα του Βιβλίου ζωντάνεψαν στο κατάμεστο Μέγαρο Μουσικής! Για δεύτερη συνεχή χρονιά και με πρωτοφανή συμμετοχή ολοκληρώθηκαν...

Close